Το εγχείρημα επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ

Τι σημαίνει για σας «πολιτική ποίηση»; Υπάρχει «καλή» ή «κακή» πολιτική ποίηση; Με ποιον τρόπο παίρνετε πολιτική θέση στο έργο σας;

Στέργιος Μήτας:

Χρόνια τώρα πια, και αισίως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί στα σοβαρά ότι η τέχνη διαπλάθει ή στρατεύεται, μήτε ότι κρίνεται από τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που, υποτίθεται, το έργο εκφράζει ή ο δημιουργός του εκπροσωπεί. Επανέρχεται, εντούτοις, σταθερά το μοτίβο περί ενός «πολιτικού ποιητή» που, ενώ δεν δικαιούται να υποδυθεί τον «μηχανικό ψυχών» του Ζντάνοφ, αναβιώνει τον «παραγνωρισμένο νομοθέτη» του Σίλερ. Η εικονογράφηση του ποιητή ως τεθλασμένης κριτικής συνείδησης του καιρού του εμφανίζεται, εξάλλου, τόσο σε πολιτικοποιημένες (βλ., λ.χ., τις ποιητικές χαμένου οράματος ή συλλογικής μελαγχολίας) όσο και απολιτικές εκδοχές (βλ., λ.χ., τη διαβόητη πηγαία αντίδραση του ποιητή στην «ομορφιά κι ασχήμια των πραγμάτων»). Παρά τις διαφορές τους, αμφότερες τείνουν να δεξιώνονται τον ποιητή ως κάποιον ευγενή μηχανορράφο που μετατρέπει την πολιτική αδυναμία σε ποιητική αρετή, εξίσου, όπως και ανάποδα, την ποιητική αδυναμία σε πολιτική αρετή: διατρανώνοντας περίπου ότι μόνο στην ποίηση ο άνθρωπος «μπορεί να βρει κάποιο φως για το αίνιγμα των πληγών του» (Βύρων Λεοντάρης).

Το πρόβλημα με αυτά τα ερμηνευτικά σχήματα περί πολιτικής ποίησης δεν είναι, απλώς, οι μεγαλόπνοες διατυπώσεις. Ουσιωδώς προβληματικό είναι ότι εξαϋλώνουν το συζητούμενο πεδίο, τόσο ώστε να μη μένει τίποτε αναλυτικά πρόσφορο ή ερμηνευτικά σημαντικό. Πολύ απλά, δεν μας δίνουν τη δυνατότητα να διακρίνουμε ούτε το πολιτικό εντός έργου (τι κάνει ένα έργο να είναι «πολιτικό»), ούτε το έργο έναντι άλλων έργων (τι κάνει ένα πολιτικό έργο να είναι «καλό»). Η σωτήρια διαίσθηση, πάντως, που τρέπει αρκετούς ποιητές και κριτικούς να αναζητούν το δυσεύρετο πολιτικό κλειδί του ποιήματος πέρα από τα προφανή, το υλικό, δηλαδή, ή τη θεματική του, διασώζει την ακόλουθη κρίσιμη ιδέα: Αν αληθεύει ότι «η τέχνη έχει τόσες πιθανότητες όσες η μορφή, όχι περισσότερες» (Τέοντορ Αντόρνο), αληθεύει ειδικότερα και το ότι η ποίηση έχει τόσες πιθανότητες να είναι πολιτική, όσες της επιτρέπει η προσίδια μορφή της.

Συζητώντας, λοιπόν, για «πολιτική ποίηση», δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο όρος μπορεί να έχει ουσιώδες νόημα μονάχα ενδογενώς προς το ποίημα: αν φωτίζει μεν τις «ύλες» του και τους «τρόπους» του, αλλά με άξονα τα ζητούμενα της ίδιας του της ολοκλήρωσης. Ενόψει των ανωτέρω, μου μοιάζει ανέφικτο να απαντήσει αισίως ο ποιητής στο ερώτημα με ποιον τρόπο γράφεται –ή γράφει ο ίδιος– πολιτική ποίηση, αν δεν έχει κατά νου ότι η ερώτηση αποκτά ευκρίνεια, μονάχα α) αρνούμενη την αυτοτέλειά της (δεν είναι διακριτή από το πώς, και υπό ποιες συνθήκες ευόδωσης, γράφεται ένα ποιητικό έργο) και β) τηρώντας το κέντρο βάρους στις απαντήσεις (μακράν του να είναι οι τυχόν πολιτικές ύλες ή αναφορές ενός ποιήματος τελεστής της αξίας του, είναι η ίδια η εμμενής άρθρωση ενός έργου που θα κατορθώσει και την οποία πολιτική σήμανσή του).

Αν το ποίημα αποτυγχάνει να μιλήσει πολιτικά «με όρους μορφής», το πιο πιθανό είναι να αποτυγχάνει εξίσου διπλά: τόσο ως πολιτικό όσο και ως ποίημα. Αντίστροφα, το αισθητικά κατορθωμένο ποίημα φέρει αναπόφευκτα και το «ίχνος της εποχής» του. Οπως το λέει, και πάλι, ο Αντόρνο: δεν στεκόμαστε πραγματικά αντάξιοι απέναντι στην Ενάτη του Μπετόβεν, αν δεν ακούμε ταυτόχρονα, εντός της, τόσο «τα καθαρά μουσικά γεγονότα», όσο και «την ηχώ της Γαλλικής Επανάστασης».

Ευτυχία Παναγιώτου:

Αν δεχθούμε, για χάρη της πρόκλησης, ότι υπάρχει «πολιτική ποίηση» ως κατηγορία ποίησης, θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε ότι η ποίηση που θα ανταποκρίνεται σε αυτήν την κατηγορία πρέπει να εμπεριέχει και «ποίηση» και «πολιτική». Λόγω περιορισμένου χώρου, καταθέτω μερικές σκέψεις:

1. Με τον όρο «πολιτική ποίηση» υπονοείται ότι υπάρχει ποίηση «μη πολιτική». Αν αντιλαμβανόμαστε ακόμα τον κόσμο διπολικά, τότε η υπόλοιπη ποίηση πρέπει να θεωρηθεί προσωπική υπόθεση. (Άραγε πόσα ποιήματα χάθηκαν μεταξύ καθαρών αντινομιών;)

2. «Πολιτική» είθισται να χαρακτηρίζεται η ποίηση με βάση το θέμα της και όχι με βάση τη μορφή της. Και κάπως έτσι πέφτουμε ξανά στην παγίδα του δυϊσμού, να συζητάμε σαν ανατόμοι για «μορφή» και «περιεχόμενο».

3. Ακούγεται συχνά ότι η «πολιτικότητα» σχετίζεται με μια ποίηση που εκφωνείται στον δρόμο και σε άλλους δημόσιους χώρους. Γίνεται, λένε, προσβάσιμη σε όσους ή όσες δεν διαβάζουν (μα για κάποιο λόγο έχει προαποφασιστεί ερήμην τους ότι και χρειάζονται την ποίηση και τους αφορά, και ότι οι δυσκολίες πρόσβασης στην ποίηση είναι πρακτικές και υλικές).

4. Ένα ποίημα πολιτικού ρεαλισμού (με απλή ή και προφορική γλώσσα και πολιτικό θέμα) ενδέχεται να μην είναι πολιτικό. Ωστόσο έχουν γραφτεί σπουδαία πολιτικά ποιήματα στον ίλιγγο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας της εποχής τους. Ας βρούμε τις ιστορικές αναλογίες και τις διαφορές.

5. Στα δικά μας γραμματολογικά, η «πολιτική ποίηση» είναι συνδεδεμένη με τη μεταπολεμική. Παραπλήσιοι όροι: «στρατευμένη», «αριστερή». Απασχολεί εξ αντανακλάσεως η δράση του (είθισται άντρα) ποιητή, ακολουθούν συχνά αναγνωστικές (ιδεολογικές) προβολές: εξιδανικεύσεις, αποσιωπήσεις, η επιβολή των γεγονότων και της βιογραφίας. Κάποια ποιήματα που ανήκουν γραμματολογικά στην «πολιτική ποίηση» είναι στραμμένα, όμως, προς το παρελθόν. Εξομολογούνται πολιτικές εμπειρίες, ιστορικά τραυματικές και ηθικά καίριες. Πρόκειται για γόνιμο κομμάτι του μοντερνισμού μας, που συγκινεί, κι αυτό δεν είναι λίγο. Συγκινεί γιατί κάτι μάς λείπει.

6. Ως προς τη μοντέρνα ποίηση, ο Κ. Καρυωτάκης και ο Κ.Π. Καβάφης (ίσως όχι μόνο αυτοί) πέτυχαν και ποιητικές και πολιτικές τομές. Ο Καρυωτάκης σπάζοντας τον εθνικό ήχο της παράδοσης, ο Καβάφης υπονομεύοντας εξουσίες και στερεότυπα. Τα ποιητικά υποκείμενα και των δύο δικαίωσαν την ύπαρξή τους στον μοντέρνο κόσμο, αλλά και τη δική μας, και η δικαίωση αυτή αφορά το ότι αγωνίστηκαν σε απάτητο έδαφος: εισήλθαν με τη μεικτή γλώσσα και ταυτότητά τους σε περιοχές κινδύνου.

7. Η «πολιτικότητα», επομένως, συνδέεται με την απόπειρα ανάκτησης της διαλογικότητας και της κοινότητας (δεν εννοώ εδώ τον κοινοτισμό). Προκύπτει από τον διαφορετικό κάθε φορά γλωσσικό τρόπο ή στάση με τα οποία το έργο ανοίγει διάλογο κοιτώντας προς ένα συλλογικό (αν υπάρχει) μετά.

8. Η αναλυτική κατηγορία «πολιτική ποίηση» είναι χρήσιμο εργαλείο για τη φιλοσοφία και τη φιλολογία. Μερικές φορές, όμως, το μόνο που ζητάμε (γράφοντας, διαβάζοντας, ζώντας) είναι να αισθανθούμε στο πετσί μας την πολιτικότητα. Αυτό συμβαίνει όταν κείμενο και ιστορικό βίωμα γίνονται στο χαρτί αδιαχώριστα, όταν είναι απόλυτα συνυφασμένα (με την έννοια, ναι, της ύφανσης). Όταν στο έργο, το σύνολο μιας ποιητικής διαδρομής, ηχεί και αντηχεί εκείνο που μόλις έσπασε και εκείνο που πάει να φτιαχτεί μια δεδομένη ιστορική στιγμή.

9. Συμβαίνει σπάνια. Μα δεν σημαίνει πως η «πολιτικότητα» δεν πρέπει να παραμείνει κομβικό στοιχείο διαμόρφωσης μιας ποιητικής. Η αποτυχία, άλλωστε, μιας απόπειρας μπορεί να οδηγήσει την ποίηση κάπου αλλού.

10. Αν η λέξη «πολιτικότητα» αποπροσανατολίζει, ας την πούμε «ιστορικότητα», σχέση (ποιητικών) υποκειμένων με την ιστορία. Ας την πούμε τολμηρή υπέρβαση της περιπτωσιολογίας. Ας την πούμε καθαρότερη αντίληψη, αν γίνεται, του περίπλοκου φάσματος της ζωής.

Δήμητρα Κωτούλα:

Aνέκαθεν η ποίηση εκφωνούσε τη «σιγώμενη φωνή αυτού το οποίο βαθύτατα μας ενδιαφέρει» (Κυριαζόπουλος). Τον λόγο εκείνο που σε μια πρώτη ματιά φαίνεται να μην έχει καμία σχέση με κοινωνικούς/κοινωνιολογικούς, οικονομικούς/οικονομολογικούς,πολιτισμικούς/καλλιτεχνικούς,θρησκειολογικούς/θεολογικούς ή όποιους άλλους «λόγους», πόσο μάλλον με ό,τι είθισται να ορίζουμε «πολιτικό» και τον λόγο του. Πραγματικός, στον πυρήνα όλων αυτών, αφουγκραζόμενος δηλαδή και τη σιωπή τους, ο λόγος της ποίησης ανέκαθεν καλείται να βγάλει τον άνθρωπο από την ύπνωση. Κατεξοχήν έργο του είναι να τον ασκεί στην ευθύνη: ευθύνη στον τρόπο που προσλαμβάνει τον και απευθύνεται στον κόσμο, που ζει τον ρυθμό των πραγμάτων και διαχειρίζεται το φως ή το σκοτάδι τους.

Ξεπερνώντας, κατά παράδοση, τον δημιουργό της, η ποίηση δεν ταυτίζεται ακριβώς με το έργο που παράγει. Ως πράξη και στάση ζωής μάλλον, παρά γραφής, ορθότερα ως ήθος ζωής και όχι μόνο γραφής, ανοίγει το ατομικό δημόσιο.

Δεν θα μπορούσα να ορίσω επακριβώς το «πολιτικό», όπως πολλοί ειδικότεροι και ουσιαστικότεροι από εμένα. Αν, ωστόσο, δημιουργία σημαίνει «έργο που πράττεται για τον δήμο», δεν τίθεται, νομίζω, καν θέμα για τη σχέση της καλλιτεχνικής δημιουργίας εν γένει και της ποίησης ειδικότερα, με τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Το μέγα θέμα που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι κατά πόσον η ποίηση, πέρα από οποιαδήποτε θεματολογία, ύφος, κριτικούς/αξιολογικούς χαρακτηρισμούς ή ιστορικές περιοδολογήσεις, εκπληρώνει τον προορισμό της: διευρύνει, δηλαδή, τα όρια και τις διαστάσεις του ανθρώπινου. Κατά πόσον, εν τέλει, μη όντας, φύσει και θέσει, μιαν απλή ψευδαίσθηση, ένας περισσότερο ή λιγότερο ευχάριστος ή κουραστικός ψίθυρος, μπορεί επιτακτικά και, γιατί όχι, ακόμη και ενοχλητικά να μας υπενθυμίζει ότι ίδιον της ανθρώπινης υπόστασής μας είναι να μας ενδιαφέρει αυτό που βαθύτατα μας αφορά, αλλά εκβιαστικά, σχεδόν, αρνούμαστε, τις περισσότερες φορές, να διαχειριστούμε υπεύθυνα: δηλαδή, η σχέση μας με τον Άλλο. Και είναι αυτό ακριβώς που εγώ προσωπικά θα όριζα ως κατεξοχήν «πολιτικό». Ιδωμένος έτσι, υπ’ αυτό το πρίσμα, ο ποιητικός λόγος δεν μπορεί παρά να «εγκαθιδρύει και την παραμικρή αναπνοή μας ως πολιτική πραγματικότητα».

«Όλα θα μπορούσαν να παραλειφθούν/ εκτός από ένα:/ ο ουρανός ανοίγει τα ανθεκτικά του φύλλα/ σαν πορτοκάλι/ θυμήσου:/ μπορούμε πάντα να προστρέχουμε σ’ αυτόν/ σε περίπτωση αμφιβολίας/ ή πείνας». Δεν είμαι βέβαιη αν παίρνω πολιτική θέση στην ποίησή μου. Ξέρω, όμως, ότι, εντελώς συνειδητά, αν κάτι ανέκαθεν προσπαθούσα με τους στίχους μου, ήταν να διατηρήσω ανοιχτή στο παιχνίδι του κόσμου, ιδίως σε χαλεπούς δημόσιους ή ιδιωτικούς καιρούς, τη δυνατότητα καταφυγής κάτω από έναν ουρανό πιο ανθρώπινο, «ότι ποτέ δεν παραιτήθηκα από την προσπάθεια να κάνω τους ίδιους τους ίσκιους ανθρώπινους».Υπ’ αυτή την έννοια και μόνο θα με τιμούσε αν η ποίησή μου χαρακτηριζόταν «πολιτική».

Μάριος Χατζηπροκοπίου:

Ποίηση και πολιτικό: αναστάτωσηεπανάστασηανάσταση

Ο μόνος τρόπος να συλλάβω το πολιτικό στην ποίηση είναι ως γλωσσική πράξη. Πέρα από τον δυισμό μορφής-περιεχομένου. Πράξη συν-ομιλίας, πράξη του μαζί. Ποίηση ως φωνή και επιτέλεση, τα σώματα των ποιητ(ρι)ών ως σάρκα, οι λέξεις ως κόκαλα-σκελετός. Η εφήμερη πόλις του κάθε φορά ακροατηρίου, οι ακροατ(ρι)ες ως αντηχεία της φωνής. Οι επιτελέσεις της ποίησης: φύσει ατελείς, φθαρτές, ευάλωτες. Πληθυντικές φωνές απεύθυνσης στον Άλλο, που η παρουσία του επιτρέπει να ακουστούν.

Άρα λοιπόν: ούτε η φωνή εν τη ερήμω του προφήτη, να υψώνει το δάχτυλο κηρύσσοντας τη λύτρωση. Ούτε η φωνή του αυτοοικτιρμού, ενώ σπαράσσεται από το ίδιο της το δράμα. Αντίθετα: μια αίσθηση χορού πολλών φωνών. Ποίηση διάτρητη από τις εντάσεις πολλαπλών προσώπων. Άσκηση πολυφωνικής δημοκρατίας, όπου οι φωνές δεν είναι απαραιτήτως σύμφωνες ή διάφωνες. Συνυπάρχουν ζωντανές. Συλλογικό τραγούδι που δεν είναι εμβατήριο, πολλαπλότητα που χωράει αποκλίνουσες ανέστιες, ξένες φωνές. Τα ανόμοια σε κοινή δόνηση που ενέχει και την αρμονία και τη σύγκρουση.

Δόνηση που απομακρύνεται από την «ταυτότητα», την «έκφραση», το «εγώ». Από το εγώ που σκέφτεται και γράφει, στη διπλή κίνηση ωτακουστή: ενώ αφουγκράζεται τη γλώσσα στον παλμό του σήμερα, βουτάει σε γλωσσικά στρώματα αιώνων για να αναδυθεί εκ νέου. Σεισμός του γλωσσικού παρόντος-παρελθόντος-μέλλοντος, με ψυχραιμία ερευνητή. Τεντώνοντας το αυτί σε γλώσσες ήδη υπάρχουσες, δημιουργία καινούριων γλωσσών, καινούριων τρόπων να βιώνουμε τον κόσμο. Καινούριοι κόσμοι που γεννιούνται, όχι ως ολογραμματικές ελπίδες/υποσχέσεις του αιώνιου επερχόμενου, αλλά ως φωνητικά/σωματικά συμβάντα που γεννιούνται και πεθαίνουν.

Γεννιούνται και πεθαίνουν έχοντας σκοτώσει τους θεούς, τους μύθους και τους ύμνους που είχαν γραφεί για χάρη τους, επινοώντας όμως νέους μύθους και ύμνους, βαδίζοντας ταυτόχρονα επάνω στην αντήχηση των νεκρών. Μέσα από κριτική συνδιαλλαγή με τους παραδομένους τρόπους και αγαπητική αποστασιοποίηση από αυτούς. Κρατώντας ζωντανό τον κραδασμό, μην ξεχνώντας το μαγικό ξόρκι, με τον νου διαρκώς στο παιχνίδι. Αποδομώντας, διευρύνοντας αλλά και επαναπροσδιορίζοντας διαρκώς τα όρια της γλώσσας, άρα και του κόσμου, εδώ νιώθω ότι έγκειται η βαθιά πολιτική δυναμική της ποίησης.

Mαρία Τοπάλη:

Από τότε που οι φεμινίστριες μας βοήθησαν να καταλάβουμε ότι το προσωπικό είναι πολιτικό, είναι σαφές ότι κάθε ποίηση είναι και πολιτική. Και επειδή η ποίηση είναι, οπωσδήποτε, βαθιά ιστορική, όπως κάθε τέχνη, και μάλιστα τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη φόρμα, εμπεριέχει τον καιρό της. Όσο καλύτερη ποίηση είναι, τόσο πιο επιτυχημένα τον περιέχει. Θυμηθείτε το δοκίμιο του Τεντ Χιουζ, που συσχετίζει το έργο της Ντίκινσον με τον Αμερικανικό Εμφύλιο. Θυμηθείτε το αντινεωτερικό, αντιβιομηχανικό μένος του Ρίλκε. Χρησιμοποιώ αυτούς τους δυο, τη Ντίκινσον και τον Ρίλκε, επίτηδες, καθώς σπανίως τούς σκεφτόμαστε ως πολιτικούς ποιητές. Αλλά είναι και αυτό μαζί με πολλά άλλα. Συνήθως, βέβαια, όταν ακούμε «πολιτική ποίηση», πάει το μυαλό μας στη στρατευμένη. Ας πούμε δυο λόγια γι’ αυτήν. Στρατευμένη ποίηση σημαίνει ποίηση εργαλειοποιημένη. Υπηρετεί σκοπούς απροκάλυπτα εξωποιητικούς. «Δίνει» ποίηση με αντάλλαγμα, για παράδειγμα, να υπηρετηθούν κάποια πρόσωπα, κάποιες ιδεολογίες. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μορφή εκπόρνευσης του ποιητή και του έργου. Δεν έχω τίποτα εναντίον της πορνείας, σε ελεύθερο κόσμο ζούμε. Απλώς να ξέρουμε για τι πράμα μιλάμε. Και, όπως η πορνεία έχει δυο μέρη, αυτήν ή αυτόν που εκπορνεύεται και τον (πολύ σπάνια την) χρήστη των υπηρεσιών της, έτσι και η στρατευμένη ποίηση έχει τον ποιητή-πόρνη αλλά και τον αναγνώστη-πελάτη. Μακριά από μένα, επαναλαμβάνω, κάθε ηθική υποκρισία, κάθε εύκολη καταδίκη. Αυτά είναι της ζωής ετούτης. Απλώς να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε. Καλή, λοιπόν, ή κακή ποίηση, η πολιτική ποίηση είναι ένα ερώτημα που δεν θέλω να αποδεχτώ έτσι σκέτο. Από εκεί και ύστερα, και πέρα από αστεία: η ίδια προτιμώ, όπως και για άλλα θέματα, έτσι και για την πολιτική, να δίνω, όταν πρόκειται για το δικό μου ποίημα, την πρωτοκαθεδρία σε αυτό το τελευταίο και όχι στις «ιδέες» ή στα «αισθήματα» που μπορεί να «εκφράζει». Μέσα στο ποίημα περνάει όλος μου ο εαυτός, άρα και ο πολιτικός μου εαυτός, πώς αλλιώς; Η πιο πολιτική θέση, όμως, που παίρνω στο έργο μου αφορά τον τρόπο που φαντάζομαι τον αναγνώστη, τη θέση που παίρνω απέναντί του. Συγκεκριμένα, τον βλέπω να βρίσκεται εκεί ακριβώς: απέναντι. Ούτε επάνω ψηλά, ούτε κάτω χαμηλά. Είναι απέναντι ή, ακόμη καλύτερα, δίπλα. Καμιά φορά η φωνή του μπαίνει μέσα στη δική μου, προσπαθώ να ακούω την αναπνοή του, να του πιάνω το χέρι. Είναι ο άλλος μου εαυτός.

Θοδωρής Ρακόπουλος:

Το πολιτικό στην ποίηση ξεκινά ήδη στην απόπειρα ορισμών της πολιτικής ποίησης, και στην πολιτική μη-ορισμών: στην αναφυλαξία πολλών ποιητών, ακόμη κι εκείνων που τεκμαίρονται πολιτικοί ποιητές, να μιλήσουν ξεκάθαρα. Με αυτό το δεδομένο, και για να μη βγάλω την ουρά μου απέξω, οφείλω να παραδεχθώ πως είναι δύσκολο να πω τι είναι και τι δεν είναι η πολιτική ποίηση για εμένα, που όσο καταλαβαίνω τη δουλειά μου και τα όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν, θεωρούμαι «πολιτικός ποιητής», και μπράβο μου, διότι αυτό ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω. Θα προσπαθήσω να είμαι σαφής δίνοντας έναν εν προόδω ορισμό: το πολιτικό στην ποίηση έχει να κάνει με την ποιητική, όχι με το «μήνυμα». Θα προσπαθήσω να κάνω σαφέστερο τι εννοώ με ένα προσωπικό παράδειγμα.

Έγραψα ένα βιβλίο («Η Συνωμοσία της πυρίτιδας»), με μοναδικό στόχο και ενδιαφέρον την ποιητική συζήτηση των πολιτικών λόγων στην Ελλάδα της κρίσης. Εκεί ήταν κυρίως η συνωμοσιολογία, η εξακτίνωση ενός αμφίθυμου, ίσως και οριακού, ακόμη και αντιδραστικού/δεξιού αφηγηματικού λόγου, εμπνευσμένου και αρδεμένου από τα σχόλια στην κοιλάδα των στεναγμών που είναι το ελληνικό ίντερνετ. Η τακτική, η μέθοδος, είναι το πολιτικό: όχι το περιεχόμενο˙ η μέθοδος αυτή δεν είναι, βέβαια, δική μου ανακάλυψη (αλίμονο!), αλλά βαδίζει στα πρότυπα του μεγάλου Θανάση Βαλτινού, κι άλλων, που χαιρετίζονται στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου. Ένας ποιητής, σε κριτική του, έγραψε πως το βιβλίο είναι ρατσιστικό, καθότι πήρε στα σοβαρά, τουτέστιν κυριολεκτικά αυτά που «έλεγαν» οι αφηγηματικές φωνές του βιβλίου. Η πολιτικότητα του λόγου του βιβλίου το εδραίωσε ως αλήθεια στην κρίση του, που δεν είδε τη μέθοδο (την ποιητική του βιβλίου), αλλά ένα επιφανειακό περιεχόμενο. (Σημειωτέον ότι βρίσκω την κριτική στον Βαλτινό ως «δεξιό», απότοκο ενός παρόμοιου προβληματικού σκεπτικού – τηρουμένων άπειρων αναλογιών, βέβαια.)

Λοιπόν, πολιτική ποίηση δεν είναι η προσπάθεια να μιλήσουμε πολιτικά ή για το πολιτικό, μέσω της ποίησης. Πολιτική ποίηση είναι, νομίζω, η προσπάθεια να μιλήσουμε πολιτικά με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την ποίηση. Η ποίηση που πράγματι μιλάει πολιτικά, το κάνει –κατά τη γνώμη μου– μέσα από την ποιητική του ποιήματος, και όχι τα όσα προφανή λέει ή δεν λέει ένα ποίημα. Με αυτόν τον τρόπο, τα εντελή ποιήματα του Καβάφη είναι ακραιφνής πολιτική ποίηση, ενώ οι –πολλές– ατυχείς στιγμές του Λειβαδίτη, ποίηση για την πολιτική.

Προφανώς, η πολιτική (ο θεσμικός συσχετισμός δυνάμεων, αν θέλουμε έναν παραδοσιακό ορισμό) όσο και το πολιτικό (οι διαδικασίες συσχέτισης δυνάμεων στην καθημερινότητα) είναι στο επίκεντρο της ποίησης σχεδόν συστατικά. Ας σκεφθούμε την Ιλιάδα: το έργο είναι η αφήγηση μιας διαπροσωπικής φιλονικίας και των συναισθημάτων που γέννησε, δηλαδή μια πορεία εκτύλιξης δραμάτων στο μικροπεδίο, στο φόντο ενός ιμπεριαλιστικού ή/και μοραλιστικού πολέμου. Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει δραματικά από τότε για τον ποιητικό πυρήνα.

Ωστόσο το να θεωρεί κανείς πως γράφει στη γραμμή (ή στις ακρογιαλιές…) του Ομήρου είναι ήδη, νομίζω, κακή πολιτική ποίηση. Τέτοια είναι επίσης η φωνακλάδικη, η επίμονη, η απολύτως βέβαιη για τον εαυτό της. Κι ακόμη, η ποίηση του υψηλού ηθικού πεδίου, εκείνη της αυτοδικαίωσης του ποιητή και των ομοίων του. Πάνω από όλα, κακή πολιτική ποίηση παράγεται με πολιτική διάθεση που χρησιμοποιεί την ποίηση ως μέσο, για να «περάσει κάποιο μήνυμα».

Λένια Ζαφειροπούλου:

Ποια είναι τα πρώτα πολιτικά ποιήματα που μου έρχονται στο μυαλό; Η Ιλιάδα. Οι Θρήνοι του Ιερεμία. Η Θεία Κωμωδία. Η Μπαλάντα των Κρεμασμένων του Φρανσουά Βιγιόν. Το Σονέτο 66 του Σαίξπηρ. Ο Προμηθέας του Γκαίτε. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Οι Υφαντές της Σιλεσίας του Χάινε. Οι Ζωές μας είναι Ελβετικές της Ντίκινσον. Το Γκρόντεκ του Τρακλ. Ο Μύρης και τα Περίχωρα της Αντιοχείας του Καβάφη. Ο Θάνατος του Ποιητή του Παστερνάκ. Το Χωρίς Ήρωα της Αχμάτοβα. Τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Έλιοτ. Η Φούγκα του Θανάτου του Τσέλαν, Ο Θάνατος του Σενέκα του Χάινερ Μύλλερ. Το Σ’ αυτόν τον Αιώνα της Βίας του Γκέρχαρντ Φάλκνερ. Και άφησα απ’ έξω το έμμετρο θέατρο, τους Πέρσες, τον Βασιλιά Ληρ, τη Βερενίκη του Ρακίνα, τη Δολοπλοκία και τον Έρωτα του Σίλλερ, τον Πρίγκηπα του Χόμπουργκ του Κλάιστ.

Η πολιτική ποίηση, σκέφτομαι, μπορεί να είναι η πιο εφήμερη ή η πιο ανθεκτική στον χρόνο. Ανάλογα με το αν μεγεθύνει και υπερφωτίζει την ιστορική στιγμή ή αν διά μέσου αυτής βλέπει τον άνθρωπο, πιασμένο αιχμάλωτο στα ίδια του τα κοινωνικά αρχιτεκτονήματα. Ο στρατευμένος ποιητής βλέπει τα ίχνη της κοινωνίας και της εξουσίας πάνω στο σώμα του. Τα βλέπει σαν πανοπλία και σαν καύχημα. Η ουσιώδης πολιτική ποίηση, όμως, τα βλέπει σαν στίγματα και ουλές. Πίσω τους αναπολεί έναν γυμνό άνθρωπο με λείο δέρμα, αυτόν που δεν υπήρξε ίσως ποτέ ή υπήρχε πριν χρειαστεί να εφεύρουμε την τέχνη. Ο πολιτικός ποιητής παραδέχεται την τέχνη ως αναπόφευκτη αναγκαιότητα· ως ισχυρο-ανίσχυρη αντιεφεύρεση στην εφεύρεση της εξουσίας, των συνόρων και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Ο πολιτικός ποιητής δεν καταγγέλλει μόνο ούτε μόνο προφητεύει. Παρακολουθεί και το δικό του κολύμπι πάνω στο κύμα της ιστορικής στιγμής. Γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι να σηκώσει ο άνθρωπος το βλέμμα λίγο ψηλότερα και πέρα από την οροσειρά της εποχής και της κουλτούρας που τον γέννησε. Και απορεί πόσο παράξενο ον είναι ο άνθρωπος. Ένα πλάσμα με περιορισμένη ατομική δύναμη και θέληση, αλλά που σε ομάδες είναι ικανό να καταστρέψει τη ζωή, τον τόπο τον δικό του και των άλλων, το οικοσύστημα που τον τρέφει. Ένα ον που ενώ συμφωνεί μέσα στους αιώνες και σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης για τα βασικά ζωτικά αγαθά της αγάπης, της ειρήνης και της δικαιοσύνης, αντλεί ανέκαθεν ακατάβλητη ηδονή από την προσωπική υπεροχή και την καθυπόταξη των άλλων.

Ένα υπόδειγμα πολιτικού ποιήματος για μένα είναι το Εις τα Περίχωρα της Αντιοχείας του Καβάφη. Γνήσιος στοχαστής αυτός ο ποιητής. Ρίχνει ισότιμα βλέμματα και στο παλιό και στο καινούργιο. Το παλιό, ο Ιουλιανός, είναι γραφικό και σπασμωδικό. Η νέα δύναμη, οι Χριστιανοί, μ’ όλη τους την ιστορική φρεσκάδα, δεν γλιτώνουν από τη μικροπρέπεια και τον αρριβισμό εκείνου που, τρίβοντας τα χέρια του, ανυπομονεί να έρθει η σειρά του για τον θρόνο της Ιστορίας. Το παλιό που αρνείται ότι ξόφλησε μπορεί να είναι γελοίο. Αλλά και το φρεσκοψημένο κίνημα που του ανήκει το μέλλον, κουβαλάει μια γενναία δόση χυδαιότητας. Μήπως, τελικά, πολιτικός είναι ο ποιητής που δεν είναι ιδεαλιστής; Αυτός που δεν μας πιστεύει όταν πρεσβεύουμε αγνές ιδέες; Που δεν πιστεύει ούτε τον εαυτό του; Ίσως αυτός που δεν του χρειάζεται να υπερεκτιμά τον άνθρωπο για να τον αγαπήσει;

Κυριάκος Συφιλτζόγλου:

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής εξαφανιστεί από το ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής σταματήσει «να την ακούει».

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής [ ] από το ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν το ποίημα είναι ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής σταματήσει «[ ]».

Πολιτική ποίηση, όταν «παραγίνει το κακό», άνευ ποιητού.

Πολιτική ποίηση, όταν το [ ] είναι όντως ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν «παραγίνει το κακό», άνευ [ ].

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής εξαϋλωθεί από το ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν θα μυρίσει σκοτωμένο αίμα.

Πολιτική ποίηση, όταν το ποίημα θα έχει ρουθούνια.

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής δώσει στο ποίημα ρουθούνια.

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής δεν θα είναι λαγωνικό.

Πολιτική ποίηση, όταν θα μυρίσει σκοτωμένο αίμα.

Πολιτική ποίηση, όταν «παραγίνει το κακό» με το αίμα.

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής «ρουθουνίσει», δίχως ρουθούνια.

Πολιτική ποίηση, όταν το ποίημα «ανοίξει ρουθούνι».

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής δεν θα «σκάσει από το κακό του».

Πολιτική ποίηση, όταν το κακό θα οδεύει χωρίς τον ποιητή.

Πολιτική ποίηση, όταν αρχίσει να μυρίζει από χιλιόμετρα.

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής «πάει κ’ έρθει», χωρίς το ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν το ποίημα ιδρώσει απ’ το «πηγαινέλα».

Πολιτική ποίηση, όταν χιλιόμετρα το αίμα.

Πολιτική ποίηση, όταν «ίσον» επιτάχυνση από αίμα.

Πολιτική ποίηση, όταν το αίμα δεν είναι ποιητικό.

Πολιτική ποίηση, όταν δεν λαχανιάζει το αίμα.

Πολιτική ποίηση, όταν «σπουδαία τα λάχανα» ο ποιητής.

Πολιτική ποίηση, όταν «καρτιάσουν» τα νεύρα στο λάχανο.

Πολιτική ποίηση, όταν το ποίημα «δεν τρώγεται».

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής «καρτιάσει» πριν από το ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν το ποίημα «τρώει λάχανο» τον ποιητή.

Πολιτική ποίηση, όταν «σφίξει το στομάχι» του ποιήματος.

Πολιτική ποίηση, όταν «βγει η χολή» απ’ το ποίημα στον ποιητή.

Πολιτική ποίηση, όταν η πραγματικότητα σηκωθεί, δίχως τον ποιητή.

Πολιτική ποίηση, όταν ο ποιητής δεν θα είναι εκεί, αλλά το ποίημα.

Πολιτική ποίηση, όταν δεν θα είναι πολιτική.

[ ] ποίηση, όταν θα είναι [ ].

Ιορδάνης Παπαδόπουλος:

Ξαναδιαβάζοντας την εισαγωγή των Χιλίων Πλατωμάτων* με τα μάτια μιας κουνελο-οικογένειας

Προσπαθώ να σκεφτώ ένα πολιτικό ποίημά μου. Πρώτο μου ’ρχεται στο μυαλό το παρακάτω:

«Μια προτεινόμενη δράση

…και θυμήσου να χωρίσεις τα κουνελάκια από την κουνέλα

από σημείωμα αυτόχειρα»

Διαβάζω εδώ και λίγο καιρό πριν τον ύπνο το «Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια – Χίλια πλατώματα». Το διαβάζω μετά το «Όνειρα γλυκά-(φιλί)-Σ’ αγαπάω, μην το ξεχνάς» στη μικρή μου κόρη. Υπάρχουν παράγραφοι στο βιβλίο που μπορούν να διαβαστούν ως πολιτική ποίηση και κάπως έτσι θα ’θελα να γράφεται η πολιτική ποίηση. Να την εντοπίζεις εκεί που δεν βγάζει μάτι και δεν κραυγάζει η ποίηση (και) το πολιτικό. Όπως ακριβώς υπάρχουν στον ακόμα χωρίς καλούπια λόγο της μικρής μου ατόφια ποιητικά διαμαντάκια.

«Ένα βιβλίο υπάρχει μόνο διαμέσου του έξω και στο έξω, αλλά δεν το καταλαβαίνει». Το σημείωμα βρέθηκε κάπου έξω (από μένα ή το σπίτι, στο δίκτυο ή στο δρόμο). Κοίταξα έξω ή μάλλον άφησα ανοιχτό το διάφραγμα για να μπουν αέρας, φώτα και οσμές της πόλης. Όχι με σκοπό να εσωτερικοποιηθούν. Η μεμβράνη (ας) παίζει τον ρόλο τραμπολίνο, κάθε ερεθιστική ουσία χτυπάει και αναπηδάει πάνω της, δεν μένουν σημάδια, μόνο ξεχειλώνει ελαφρώς. Τίναγμα πάνω σε τίναγμα, ένα παλίμψηστο (χαλκομανία το λένε οι Deleuze-Guattari) και πηδάει πάλι έξω, με άλλη φόρα και φορά. Ο χώρος μεταξύ της μεμβράνης και του βιβλίου (ας) είναι κενό αέρα, χωρίς το βάθος και το βάρος του ίχνους, μόνο της δόνησης. Και αν η διάδοση των κυμάτων επιτευχθεί στο κενό, τότε ίσως μπορέσουμε να μιλήσουμε και για πολιτική.

«Η λογοτεχνία είναι μια διαρρύθμιση, δεν έχει καμία σχέση με την ιδεολογία, δεν υπάρχει ιδεολογία, ποτέ δεν υπήρξε». Ο χώρος, ο χωρισμός είναι τα τελευταία λόγια, μια τελευταία επιθυμία (διαρ)ρύθμισης. «Δεν έχει καμία σχέση με τη σημασία, έχει σχέση με τη χωρομέτρηση», τη χωροθέτηση, έστω και εξ αντανακλάσεως. Όχι με σκοπό να σπάσει η μονάδα σε δυο υπομονάδες. Μας ενδιαφέρει το σύνολο κουνέλα και τα (υπο)σύνολα κουνελάκια. Δεν είναι σκοπός μας η διαίρεσή (τους), ούτε καν ο πολλαπλασιασμός (τους), με την έννοια να αυξήσουμε, να σπείρουμε σημεία- κουνέλια στον χώρο, αλλά τα κουνέλια να γίνουν παράλληλα συγκλίνοντες χώροι, ιστοί, πλέγματα, «πολλαπλότητες ν (ή καλύτερα ν-1) διαστάσεων» (κάτι να λείπει πάντα, να υπολείπονται˙ η μαμά, η αρχή και το τέλος του σκοπού και της σημασίας). Προσωπικά θα αντιπρότεινα στο δίδυμο των Γάλλων ν+άπειρες διαστάσεις μιας μαμάς-αρχής και -τέλους).

Θυμήσου, λοιπόν, να χωρίσεις τα κουνελάκια, έστω και με καθρέφτη, για να αντικρίζουν τον εαυτό τους σε σχέση με το χώμα, τα σύννεφα, τα ζουζούνια και ζιζάνια. Να ξεκινήσει το παιχνίδι μαζί τους, να τρυπάνε τρύπες σε ξένα περιβολάκια, να φτιάχνουνε λαγούμια. Ακόμα κι αν ο στόχος είναι η συνάντηση με την κουνέλα υπογείως, δεν θα αποφύγουν να πέσουν πάνω σε άλλα λαγούμια και ριζώματα, σε άλλες γραμμές (δια)φυγής. Έτσι κι ένα (καλό) πολιτικό βιβλίο ποίησης ανοίγει τρύπες (στο καθημερινό και στο νοητό), σηκώνει το χώμα στον αέρα, σηκώνει σκόνη, τον κόσμο, εξαϋλώνεται και μετά κάθεται (ξαναγίνεται συμπαγές χώμα) αλλού, αλλιώς, σε άλλο βιβλίο, σε άλλον κόσμο. Ένα άλλο βιβλίο, ένας άλλος κόσμος θα συσσωματωθεί τυχαία και μπορεί να μην είναι καλύτερος, αλλά ίσως έτσι βαφτεί ο κόσμος και όχι το βιβλίο. Η ποίηση να μη γίνει εικόνα του κόσμου, όχι ποίηση χαμαιλέοντας, αλλά ποίηση ροζ πάνθηρας (παραφράζοντας τους Deleuze-Guattari), που θα βάψει το έξω ροζ και έτσι θα χαθεί το κυρίαρχο δεσπόζον χρώμα, κάθε σημαίνον υπο-, υπερ-, αντί-κείμενο, κάθε διακριτή φωνή.

Όλα αυτά τα γράφω γιατί δεν έχω (μάλλον δεν θέλω να έχω) καμιά ακριβή ιδέα για το τι είναι (καλή) πολιτική ποίηση και αν πρέπει κάτι να πω για τον τρόπο που παίρνω πολιτική θέση στο έργο μου είναι μια θέση (μετα)κίνησης πάνω στις «γραμμές της τύχης, της φυγής και των γοφών». Με τον τρόπο που ένα σώμα παίρνει θέση στον δρόμο απέναντι σε άλλα σώματα, που σκοντάφτει πάνω τους (και γραπώνεται ή απλώς τα τσαλαπατάει) καθώς προχωράνε παράλληλα. Με τον τρόπο που ένα σώμα επιλέγει ένα από τα πολλά παιχνίδια για να του δώσει ψυχή και να σκαρώσει μια ιστορία από το πουθενά και προς το πουθενά. Μέχρι να ’ρθει ξαφνικά η ρήξη λόγων και σωμάτων και όλα να τιναχτούν στον αέρα. Τα κομμάτια και τα θραύσματα όμως δεν πάνε ποτέ χαμένα.

Η μεγαλύτερη τιμωρία θα είναι να μην παίξεις μαζί μου, δήλωσε χθες η μικρή μου.

*Από το βιβλίο των Gilles Deleuze-Felix Guattari, Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια-2. Χίλια πλατώματα, μτφρ. Βασ. Πατσογιάννης, Πλέθρον, 2017.

Σχολιάστε