Το εγχείρημα επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ

Ari Morgenstern Läsarson. Μικροοργανισμοί και όνειρα. Μια ανοσολογία του ασυνειδήτου

Όποτε η μητέρα σου διαβαίνει το κατώφλι, το κεφάλι μου στρέφεται προς αυτήν, μα δεν κοιτώ το πρόσωπό της. Κοιτώ πιο κοντά στο χώμα, εκεί που άλλοτε θα εμφανιζόταν το χαρούμενο πρόσωπό σου. Όποτε μπαίνει η μητέρα σου με το κερί στο χέρι, θαρρώ πως μπαίνεις και εσύ μαζί της, όπως παλιά. Εσύ, το κύτταρο του πατέρα σου. Πόσο γρήγορα σβήνεις τη χαρά μου.

Το παλιό αυτό τραγουδάκι, γραμμένο στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Friedrich Rückert και μελοποιημένο από τον Gustav Mahler, επισκέφτηκε μια νύχτα του Φλεβάρη του 1946 τον Theodore Adorno, που ονειρευόταν ασθενής στο δωμάτιό του στο Λος Άντζελες. Δυστυχώς, ο οξυδερκής φιλόσοφος δεν είχε τη διορατικότητα, ή την πρόνοια, να καταγράψει στο ημερολόγιο ονείρων που τηρούσε από ποια ακριβώς ασθένεια έπασχε. Η ίδια τυφλότητα τον κατέλαβε όταν περιέγραφε το περιεχόμενο του ονείρου, που αφορούσε μια περίπλοκη σκηνή αποχαιρετισμού του Pierre Laval, πολιτικού που εκτελέστηκε το 1945 ως συνεργάτης των Γερμανών. Η ταύτιση του Adorno με τον Laval, που αμφότεροι πρόδωσαν, ο μεν τη χώρα του, ο δε τη γλώσσα του, συγκίνησε τόσο τον Γερμανό φιλόσοφο, ώστε δεν αντιλήφθηκε το μήνυμα που βρισκόταν κρυμμένο στο θανατερό Kindertotenlieder που τραγούδησε η μητέρα του στο όνειρο. «Εσύ, το κύτταρο του πατέρα σου». Ο ιός ομίλησε. Ο πατέρας σιγούσε.

Είμαι δεκαπέντε χρονών, είναι καλοκαίρι. Έχοντας καταναλώσει χαλασμένο κρέας, κυριεύομαι από δισεκατομμύρια στελέχη ενός γένους γκραμ-θετικών βακίλλων, της οικογένειας των εντεροβακτηρίων, κοινώς γνωστού ως σαλμονέλα. Η ιστορία του χαρακτηρίζεται από μια σειρά αδικιών. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως ο βάκιλλος, που μετέφεραν Ισπανοί κατακτητές στην Αμερική, είναι υπεύθυνος για την ολική εξάλειψη των Αζτέκων. Μια ολόκληρη αυτοκρατορία πέθανε με φριχτή διάρροια. Η αποφορά πρέπει να έφτασε στα ουράνια. Θεόβρωμα. Το όνομα του βακίλλου δόθηκε εκ των υστέρων, όχι προς τιμήν αυτών που το ανακάλυψαν, αλλά προς τιμήν του καθηγητή κτηνιατρικής παθολογίας Daniel Elmer Salmon, που ήταν προϊστάμενος του εργαστηρίου όπου ανακαλύφθηκε. Τίποτε από όλα αυτά δεν γνώριζα τότε. Η κοιλιά μου σχιζόταν από ένα πυρακτωμένο μεταλλικό σπιρούνι, διακόπτοντας τον λήθαργο του πυρετού. Κατά τη διάρκεια των τριών ημερών που ακολούθησαν, έβλεπα ένα συνεχόμενο όνειρο. Ήμουν κάποιο ψάρι του γλυκού νερού, ίσως ένας σολομός, και κολυμπούσα μπλεγμένος σε ένα κουβάρι από ζωντανά νήματα, έχοντας καταπιεί την άκρη του ενός. Πολεμούσα με αγωνία να λύσω αυτόν τον ανεξιχνίαστο κόμπο τρώγοντάς τον. Ένα τέτοιο όνειρο δεν έχει κατ’ ανάγκη μια λύση. Ίσως να είναι αυτό που είναι, μια γλωσσική δήλωση. Η μητέρα μου με βρήκε όρθιο μια νύχτα στο κρεβάτι, να παραληρώ. Έχει πολλά, πολλά φρούτα σε αυτό το καλάθι, έλεγα και ξανάλεγα. Κατάλαβε πως ο βάκιλλος μου είχε μιλήσει, και πλέον θα θεραπευόμουν. Πράγματι, την επόμενη μέρα ο πυρετός έπεσε, το όνειρο σταμάτησε και εγώ ξύπνησα, αρκετά κιλά ελαφρύτερος.

Επειδή λοιπόν οι αρχές των πάντων είναι μικρές, έτσι μικρές είναι και οι αρχές των νοσημάτων και των άλλων παθημάτων τα οποία πρόκειται να συμβούν στο σώμα. Είναι φανερό πως αυτά είναι αναγκαίο να είναι πιο καταφανή κατά τον ύπνο παρά κατά την εγρήγορση.

Ο Φρόιντ επισκέπτεται αυτό το εγκυκλοπαιδικό κείμενο του Αριστοτέλη, αναζητώντας μια υλιστική ερμηνεία του ονείρου. Του τραβά την προσοχή η επισήμανση του φιλοσόφου ότι μια αλλαγή στο σώμα, αν και αδιόρατη στην συνείδηση, μπορεί να γίνει αντιληπτή στο όνειρο. Πιστεύει, όμως, ότι ο Αριστοτέλης εγγράφει την ερμηνεία του στη γενικευμένη αντίληψη της αρχαιότητας για το όνειρο ως δίαυλο επικοινωνίας με υπερανθρώπινα όντα. Τα όνειρα αποτελούσαν μηνύματα, αποκαλύψεις θεών ή δαιμόνων. Όμως, ο Αριστοτέλης κάνει έναν παράδοξο συσχετισμό όταν αναφέρεται στις μικρές αρχές των νοσημάτων. Ο Φρόιντ οραματίζεται μια μοριακή ψυχοφυσική που θα στοιχειοθετήσει η φυσιολογία των ορμονικών ερεθισμάτων. Δεν στρέφεται ούτε στιγμή στην προφανή ένδειξη του αριστοτελικού κειμένου, δεν φαντάζεται πως μια τέτοια μοριακή ψυχολογία θα είχε ως δρώντα υποκείμενα κάποιους μικροοργανισμούς. Δεν στοχάζεται ούτε στιγμή την επίπτωσή τους στην ερμηνευτική των ονείρων. Κι όμως, αναζητεί μια βάση στο πραγματικό για όλα τα όνειρα. Αναφερόμενος στον Strumpel, γράφει: «Τα στοιχεία του ονείρου δεν είναι κατά κανέναν τρόπο απλώς παραστάσεις, αλλά αληθινά και πραγματικά βιώματα της ψυχής, όπως αυτά που στην αγρύπνια εμφανίζονται μέσω των αισθήσεων».

Συναντηθήκαμε στο κάστρο, για να περπατήσουμε αόρατοι ανάμεσα σε δεκάδες ζευγάρια που έκαναν την ίδια βόλτα χωρίς να κοιτάζουν και χωρίς να τα κοιτάζει κανείς. Ο αέρας μάς ψέκαζε κολλώδεις σταγόνες θάλασσας. Κάθισες με την πλάτη στο κύμα σε μια πολεμίστρα και άνοιξες το μάλλινο παλτό σου. Την επομένη έφευγες για το πανεπιστήμιο. Βρήκαμε στο κέλυφος από το βρεγμένο ρούχο μια μικρή φυσαλίδα ζέστης. Κάθε φιλί ήταν σαν να ανοίγουμε τις ανώτερες στοιβάδες της επιδερμίδας για να βρούμε την παλλόμενη, φλεγμαίνουσα καρδιά της. Σου έδειξα μια πληγή που είχες στο πάνω χείλος. Ήμουν χαιρέκακος. Χαμογέλασες μονάχα. Γνώριζες την αγνώστου ετύμου ακμή μας. Το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκα έναν μεσόκοπο κύριο που ήρθε να επισκεφτεί το πατρικό μου σπίτι. Φορούσε ένα κοστούμι που ήταν φτιαγμένο από χαρτόνι καλυμμένο από παχύ στρώμα σκόνης. Κρατούσε στο χέρι του ένα κουτί με γλυκά. Άνοιξε με τρόπο το κουτί, βάζοντας το χέρι του μπροστά στο καπάκι και σηκώνοντάς το αργά. Είδα τις τακτοποιημένες σειρές των γλυκών και μετά είδα πως είχε τοποθετήσει δυο από αυτά στη θέση των ματιών του. Μου είπε: δε θα με διώξεις, ασφαλώς, μετά από τέτοιο δώρο. Μετά από χρόνια άκουσα για πρώτη φορά για τον ιό του απλού έρπη σε μια χαμηλόφωνη συζήτηση. Έμαθα ότι πολλοί άνθρωποι φέρουν τον ιό χωρίς να δημιουργήσει ποτέ συμπτώματα. Στράφηκα μέσα μου, στο όνειρο εκείνο. Κατάλαβα το μήνυμα του ιού: ήρθα για να μείνω.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο William Burroughs αναπτύσσει μιαν ιδιαίτερη θεωρία. Η γλώσσα, ισχυρίζεται, είναι ένας ιός –ο ιός του λόγου– που έχει πέσει στη γη από το εξώτερο διάστημα. Η θεωρία αυτή, αν και εκ πρώτης όψεως αφορά τη γλώσσα, στην ουσία αποτελεί γενικότερη θεώρηση για το ανθρώπινο. Ο Burroughs θεωρεί την κατηγορία άνθρωπος όχι ως ταυτότητα, αλλά ως συμβίωση. Τη συμβίωση ενός ξενιστή, ενός σώματος, με τον ιό της γλώσσας. Αυτό που λέμε άνθρωπος, με άλλα λόγια, είναι μια σχέση ανάμεσα σε δυο οντότητες, και όχι ένα πράγμα. Για τον συγγραφέα, η συμβίωση αυτή ήταν ξεκάθαρα σε βάρος του ανθρώπου, ιδιαίτερα μετά την επέλευση της μαζικής επικοινωνίας, μέσω της οποίας η συμβιωτική αυτή σχέση μετατράπηκε σε όργανο ελέγχου.

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.

Η θεωρία της γλώσσας ως ιού δεν είναι απλή μεταφορά. Ο Burroughs εννοεί τον λόγο ως πραγματικό ιό. Ως τέτοιος, καταδεικνύει την ομοιότητα της λειτουργίας ενός ιού με τη λειτουργία του λόγου. Ο λόγος χρειάζεται το ανθρώπινο σώμα για να ζήσει και να αναπαραχθεί – το parlêtre του Lacan. Δίχως τον ξενιστή του, ο ιός του λόγου δεν υφίσταται παρά σαν σπερματική ύπαρξη. Ένα πλάσμα μονάχα δυνάμει.

Από την άλλη, ο ιός του λόγου αναφέρεται στην απόλυτη ξενότητα της γλώσσας. Η γλώσσα είναι μια υπερ-οντότητα, ο μεγάλος Άλλος που παράγει το ανθρώπινο ον. Μια απόλυτα ξένη υπερ-οντότητα που υπήρχε πριν από κάθε μεμονωμένο άτομο, και θα συνεχίσει να υπάρχει μετά από αυτό, μέσα από την κατάληψη και κατανάλωση του σώματός του. Το συνειδητό εγώ δεν είναι παρά ένα προϊόν της σχέσης με τον ιό του λόγου. Το λεκτικό επινόημα της ατομικής ταυτότητας, της ομοιότητας με τον εαυτό, είναι σύμπτωμα του ιού. Ο ιός είναι ο πονηρός δαίμονας που οδηγεί τον Καρτέσιο να συγχύσει μια «γραμματική προκατάληψη» με την υπόσταση του ανθρώπου.

Σύμφωνα με μια άποψη, η εκθετική αύξηση των ανθρώπων στον πλανήτη εξασφαλίζει τη μαζική τους εξόντωση. Η άποψη αυτή, όμως, δεν βασίζεται σε ένα μαλθουσιανό επιχείρημα περί εξάντλησης της διαθέσιμης τροφής, αλλά σε μια πιο πρωτότυπη ιδέα: καθώς οι εκπρόσωποι του είδους ολοένα και πληθαίνουν, οι άνθρωποι καταλαμβάνουν ένα αυξημένο κλάσμα της βιομάζας του πλανήτη. Αυξάνεται, λοιπόν, και η πιθανότητα να αποτελέσει το ανθρώπινο είδος τροφή για μικροοργανισμούς, οι οποίοι θα το χρησιμοποιήσουν για να αναπαραχθούν, εξοντώνοντάς το.

Σύμφωνα με άλλες θεωρίες, η δυνατότητα να συμβεί αυτό είναι μηδαμινή. Οι θεωρίες αυτές στηρίζονται στο γεγονός πως καμιά επιδημία στο παρελθόν, οσοδήποτε εκτεταμένη, δεν κατόρθωσε να ξεπαστρέψει το είδος μας.

Το σινεμά, που δομεί το συλλογικό φαντασιακό μέρους του πλανήτη, έχει ήδη αρχίσει να φαντάζεται σενάρια μιας παρόμοιας μαζικής καταστροφής. Στην ταινία Outbreak (1995), ένας ιός προκαλεί μαζικούς θανάτους σε πρωτοφανή κλίμακα. Ο ιός επιφέρει τον θάνατο, κάνοντας τα εσωτερικά όργανα του ξενιστή να εκρήγνυνται. Το σενάριο της ταινίας επηρεάστηκε από τον αντίκτυπο του βιβλίου the Hot Ζone του Richard Preston. Ο Preston ερευνά την πραγματική επιδημία ενός ιού που εξόντωσε τους πιθήκους ενός εργαστηρίου στο Reston, το 1989. Η συνήχηση ανάμεσα στο όνομα του συγγραφέα και στον τόπο όπου ξέσπασε η επιδημία είναι ενδεχομένως τυχαία. Στην ίδια κυβευτική συνήχηση εντάσσεται και το γεγονός πως στην περιοχή του εργαστηρίου εδρεύει και το Στρατιωτικό Ινστιτούτο Ερεύνης Λοιμωδών Νόσων (USAMRIID), ακριβώς δηλαδή οι άνθρωποι που μπορούσαν να αναγνωρίσουν και να περιορίσουν τον ιό. Η περίπτωση να διέφευγε ο αερομεταφερόμενος αυτός ιός στην ατμόσφαιρα ήταν εξαιρετικά δυσοίωνη – σχεδόν όσο και το όνομά του: Έμπολα Ζαΐρ. Ο Έμπολα, όπως όλοι οι αιμορραγικοί πυρετοί, σταδιακά διαλύουν τα αιμοφόρα αγγεία. Ορισμένες μορφές του μετατρέπουν τον ξενιστή σε πολτό. Ο Preston το θέτει ως εξής: «Κατά τη διαδικασία αυτή, το σώμα μετατρέπεται εν μέρει σε σωματίδια του ιού. Με άλλα λόγια, ο ξενιστής καταλαμβάνεται από μια μορφή ζωής που προσπαθεί να τον μετατρέψει στον ίδιο της τον εαυτό».

Οι ιοί είναι μικροοργανισμοί τόσο λιτοί και στοιχειώδεις, που δοκιμάζουν τα όρια της αντίληψής μας για το τι είναι ζωντανό. Συχνά αποτελούνται μονάχα από μια αλυσίδα γενετικού υλικού που περιβάλλεται από μια πρωτεϊνική κάψα. Ενεργοποιούνται, ξεκινούν την αναπαραγωγή τους δηλαδή, μονάχα όταν βρεθούν μέσα στον ξενιστή τους. Όπως όλες οι άλλες μορφές ζωής, έτσι και οι ιοί ενδιαφέρονται κυρίως να τραφούν και να αναπαραχθούν. Βρίσκομαι έτσι σε αρκετά δύσκολη κατάσταση όταν διαβάζω εκφράσεις όπως αυτή του Preston. Τι σημαίνει για έναν οργανισμό που αποτελείται από ελάχιστα χημικά μόρια να συνιστά και να αναγνωρίζει κάτι που να μοιάζει με «εαυτό»;

Είμαι επτά χρονών, και εξετάζω με μεγάλη προσήλωση μια μυρμηγκοφωλιά. Τα μυρμήγκια με αγνοούν, άγνωστο αν το κάνουν εσκεμμένα, περιμένοντας να μετατραπώ σε τροφή που αμύνεται λιγότερο. Καθώς κοιτάζω τα μικροσκοπικά έντομα, μια παράξενη ιδέα γεννιέται στο νου μου. Φαντάζομαι ότι την επόμενη στιγμή αλλάζω θέσεις με ένα μυρμήγκι. Αυτό που με απασχολεί είναι αν αντιλαμβάνομαι την αλλαγή. Αν ως μυρμήγκι αντιλαμβάνομαι ότι είμαι μυρμήγκι. Το ερώτημα είναι βασικό: δεν θέλω να αισθανθώ άβολα στη νέα μου θέση, δεδομένου ότι είναι πιθανόν, από κάποια παράξενη ειρωνεία της τύχης, να μην μπορώ να επανέλθω στην αρχική μου μορφή. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, με απασχολεί και κάτι άλλο: άραγε το να συνειδητοποιεί το μυρμήγκι ότι είναι μυρμήγκι σημαίνει πως γνωρίζει ότι θα πεθάνει;

«Κανένα ψυχρόαιμο ζώο δεν ονειρεύεται. Όλα τα θερμόαιμα ζώα, ακόμα και τα πουλιά, ονειρεύονται.»

Η λογική υπαγορεύει πως, δεδομένου ότι η χωρητικότητα και η ικανότητα ενός τόσο μικρού νευρικού συστήματος είναι μικρότερη από την ανθρώπινη, θα υπάρχουν στοιχεία στη μετατροπή αυτή που δεν θα μπορούν να μεταφερθούν. Ένας ιός δεν μπορεί να καταλάβει τι σκέφτεται ένας άνθρωπος. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει προς την άλλη κατεύθυνση: ένας ιός μπορεί κάλλιστα να μεταφέρει τα περιεχόμενα του συστήματός του στο ανθρώπινο σύστημα. Η μεταφορά υλικών και δομών από ιούς στον άνθρωπο είναι, άλλωστε, κάτι που έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν.

Με τις γνώσεις που διαθέτουμε σήμερα, γνωρίζουμε ότι περίπου 8% του ανθρώπινου γονιδιώματος προέρχεται από ιούς. Μόλις έχουμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η ξένη γενετική ύλη δεν είναι αδρανής, αλλά έχει συμβάλλει στην εξέλιξή μας ως είδος. Είναι πολύ πιθανόν η πολυπλοκότητα των διεργασιών του ανθρώπινου σώματος να οφείλεται στην εξημέρωση κάποιων μικροοργανισμών στην πορεία του χρόνου. Το πολεμικό μοντέλο που κυριαρχεί στη σύγχρονη βιολογία –άνθρωπος εναντίον μικροοργανισμών– δεν μας αφήνει να δούμε τον άνθρωπο, όπως και κάθε πολύπλοκο ζωντανό σύστημα, ως συμβίωση πολλών διαφορετικών οργανισμών. Αν ίσως είχαμε τα μάτια μας πλησιέστερα στην είσοδο, παρά στην έξοδο του πεπτικού συστήματος, δεν θα τα αποστρέφαμε από την οικτρή πραγματικότητα του οικοσυστήματος που αποτελεί ο εαυτός μας.

Αν ο άνθρωπος δεν είναι μια οντότητα –ένας εαυτός– αλλά μια πληθώρα οργανισμών που συμβιούν, τότε ποια είναι η ουσία, η μορφή και η λειτουργία του πράγματος που αυτοονοματίζεται εγώ; Ποιος από τους οργανισμούς που συμβιώνουν λέει εγώ και ποιος φαντάζεται αυτήν την ολότητα;

Το ερώτημα της ταυτότητας βρίσκεται στα θεμέλια της σύγχρονης βιολογίας. Τι συνιστά την ταυτότητα ενός ζωντανού όντος; Αυτή η ερώτηση είναι στην πραγματικότητα δύο ερωτήσεις: τι κάνει ένα ζωντανό ον μοναδικό και τι συνιστά την ατομικότητά του. Η πρώτη ερώτηση μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: Τι είναι αυτό που κάνει ένα ζωντανό ον διαφορετικό από όλα τα άλλα, ακόμα και από αυτά του είδους του; Δύο κλωνοποιημένα ζωντανά όντα με το ίδιο ακριβώς γενετικό υλικό είναι το «ίδιο» ον; Η δεύτερη ερώτηση μπορεί τεθεί και ως εξής: τι συνιστά μια διακριτή, συνεκτική, ξεκάθαρα διαχωρισμένη μονάδα στον κόσμο των ζωντανών όντων;

Τα ερωτήματα αυτά αναδεικνύουν την αυθαιρεσία των ορίων ανάμεσα στις οντότητες που περιγράφουμε. Με απρόσμενο τρόπο, η ταξινομική παράδοση ανοίγει ένα παράθυρο για θεμελιώδη οντολογικά ερωτήματα – τι συνιστά ένα μοναδικό ον στον κόσμο μας; Η διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ανόργανη χημεία και τον κόσμο της ζωής είναι πως στον τελευταίο ένα μοναδικό ον δεν είναι ποτέ αυστηρά μη κατατμητό. Ο όρος «άτομο», όπως χρησιμοποιείται για τους ανθρώπους, για παράδειγμα, αποτελεί ένα οξύμωρο, γιατί κάθε άλλο παρά ακατάτμητοι είμαστε, όπως καταληκτικά απέδειξε ο ιατροφιλόσοφος Joseph-Ignace Guillotin στα τέλη του 18ου αιώνα.

Το ερώτημα περί της ατομικότητας στη βιολογία αποκτά άλλον χαρακτήρα και εστιάζει στα κριτήρια εκείνα που επαρκούν για να οριστούν τα όρια ενός ζωντανού οργανισμού. Η ταυτότητα στη βιολογία δεν είναι μια έννοια που θεμελιώνεται στο ακατάτμητο του ατόμου, αλλά στα χαρακτηριστικά εκείνα που διατηρούν την ενότητα μιας πολύμορφης τάξης πραγμάτων. Αν και ένας πολυκύτταρος οργανισμός αποτελείται από μυριάδες μικρότερους, συχνά αυτοτελείς και αυτόνομους, οργανισμούς, στον κόσμο της ζωής αποτελεί μια ενωμένη οντότητα που δρα με σχετική σύμπνοια των μερών της.

Εισέρχομαι στο πολύβουο αμφιθέατρο, με το κράνος της μηχανής περασμένο στον αγκώνα. Χρησιμοποιώντας μια χειρονομία εμπεδωμένη από χρόνια οπτικής εξοικείωσης με παρόμοιες περιπτώσεις, το χέρι μου περνά μέσα από την οπή του κεφαλιού και εξέρχεται από την οπή του προσώπου, την οποία αφήνει εκτεθειμένη η προσωρινά παραμερισμένη ζελατίνα. Λόγω της έντασης που μου προκαλεί η έκθεση σε πληθώρα ατόμων του είδους μου, ακουμπώ αμήχανα τις άκρες των δακτύλων στην κόψη της ζελατίνας, θεωρητικά για να στηρίξω το κράνος, αλλά ουσιαστικά για να στηριχτώ ο ίδιος. Η ιδεολογική και πολιτική έξη των ατόμων που απαρτίζουν το ανθρώπινο σύνολο το οποίο αντικρίζω, ξεκινά μια διαδικασία σκέψης, έναν διάλογο με τον εαυτό μου. Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι το κράνος που κρατώ είναι δανεικό. Με την επαναλαμβανόμενη χρήση, έχω σίγουρα εναποθέσει ικανή ποσότητα γενετικού υλικού μου στη φόδρα αλλά και στις επιφάνειές του. Η σκέψη αυτή με οδηγά σε μια πιο εκτεταμένη θεώρηση των τόπων και των αντικειμένων στα οποία έχω αποθέσει γενετικό υλικό. Το συμπέρασμα είναι αποκαρδιωτικό: έχω σκορπίσει τεμάχια του εαυτού μου σε μια δυσανάλογα μεγάλου εμβαδού περιοχή της επικράτειας. Αναρωτιέμαι αν για τον νόμο η οντότητα που λέγεται εγώ, διεύθυνση, τηλέφωνο, ημερομηνία γέννησης, περιορίζεται στα όρια του φυσικού μου σώματος, ή αν αποτελεί επάλειψη από νεκρά κύτταρα σε κάθε καρέκλα, καπέλο, ρούχο, πόμολο με το οποίο έχω έρθει σε επαφή. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλαταίνει και να μετατρέπεται σε έναν υμένα που επικάθεται στην πόλη, χωρίς την αιδημοσύνη που τον χαρακτηρίζει συνήθως.

«Φανταστείτε πως κάθε φορά που διαρρηγνύονται οι μεμβράνες του ωαρίου στο οποίο αναδύεται το έμβρυο, καθώς πορεύεται προς τη γέννηση, κάτι πετά και φεύγει. Αυτό το κάτι μπορούμε να το φανταστούμε εξίσου ως ένα ωάριο ή ως έναν άνθρωπο: είναι η ανθρωπομελέτα (homelette) ή το πετάλιο (lamella). Το πετάλιο είναι κάτι εξαιρετικά πλατύ και κινείται σαν την αμοιβάδα. Είναι, όμως, κάπως πιο περίπλοκο. Και πάει παντού. Και είναι κάτι […] που έχει σχέση με εκείνο που χάνει το έμφυλο ον στη σεξουαλικότητα. Όπως ακριβώς η αμοιβάδα σε σχέση με τα έμφυλα όντα, είναι και κείνο αθάνατο – ακριβώς διότι επιβιώνει κάθε διαίρεσης κατά την αναπαραγωγική διαδικασία. Και μπορεί να τρέχει ελεύθερο. Ε λοιπόν! Αυτό σίγουρα δεν είναι καθησυχαστικό. Υποθέστε, ας πούμε, ότι έρχεται και κολλάει στο πρόσωπό σας ενώ κοιμάστε ήσυχα. […] Δεν μπορώ να φανταστώ έναν τρόπο να καταπολεμήσουμε ένα ον με τέτοιες ιδιότητες. Δεν θα ήταν μια πολύ άνετη μάχη. Αυτό το πετάλιο, αυτό το όργανο, που χαρακτηριστικό του είναι να μην υπάρχει, αλλά είναι, παρ’ όλα αυτά, ένα όργανο, θα μπορούσα να σας πω περισσότερα για τη ζωολογική του κατάσταση, είναι η λιμπιντό.»

Τα ερωτήματα της ταυτότητας και της μοναδικότητας συχνά συγχέονται. Αν κάτι είναι όμοιο, δεν σημαίνει, στη φιλοσοφία μετά τον Leibniz, ότι δεν είναι και μοναδικό. Ωστόσο, στη βιολογία, το ερώτημα παραμένει – ειδικά μετά την επέλευση της κλωνοποίησης. Τι είναι αυτό που κάνει ένα ζωντανό ον μοναδικό; Η απάντηση συνθέτει τον δικό της τομέα γνώσης, που ονομάζεται ανοσολογία. Μπορούμε να φανταστούμε μια ανοσολογία του υποκειμένου; Αν απαντήσουμε θετικά, τότε μια τέτοια επιστήμη θα έχει ως πεδίο της το ασυνείδητο. Έναν χώρο της ετερότητας, μιας οικείας ετερότητας. Εκεί που το υποκείμενο είναι σαν στο σπίτι του. Δεν είμαστε, όμως, αφέντες του ίδιου μας του σπιτιού. Το σπίτι είναι στοιχειωμένο. Η περιουσία μας κατοικείται από κάτι ριζικά ξένο.

Ένας που ονειρεύεται

είναι δυο διαφορετικοί άνθρωποι –

δυο άνθρωποι που επιθυμούν διαφορετικά

δυο σιαμαίοι ξένοι. Μα

κάθε όνειρο ικανοποιεί μονάχα μια επιθυμία.

την επιθυμία ποιανού;

εκείνου που την εύχεται, ασφαλώς.

Κι όμως, ένας που ονειρεύεται δεν αρέσκεται στις επιθυμίες του.

Η ικανοποίησή τους δεν του φέρνει χαρά.

Το αντίθετο μάλιστα.

Του καίει τους ώμους και τα μπράτσα με μια φωτιά που κανένα νερό δε σβήνει.

Ένας που ονειρεύεται είναι δυο διαφορετικοί άνθρωποι,

που συνδέονται από ένα κοινό στοιχείο – eine starke Gemeinsamkeit.

Το ασυνείδητο λοιπόν περι-γράφει μια συμβίωση. Έναν ξενισμό.

Υπάρχει βέβαια και ο κίνδυνος να μη γνωρίζει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά.

Το ασυνείδητο τελικά δε σημαίνει απωθημένες παραστάσεις

Αλλά κάτι πολύ προγενέστερο:

Την ταύτιση με έναν άλλο.

Το ασυνείδητο είναι ένα μέρος του εαυτού μου που είναι κάποιος άλλος

κάποιος που προτιμώ να μη γνωρίζω.

Je est un autre

– eine starke Gemeinsamkeit.

Ποιος είναι αυτός ο άλλος που είναι ίδιος μ’ εμένα;

αυτή η ερώτηση ζητεί το αδύνατο:

Ο ιός προηγείται του πατέρα.

Αρκετοί μικροοργανισμοί έχουν αναπτύξει την ικανότητα να κατευθύνουν τη συμπεριφορά του ξενιστή τους. Το M. Neotropicum, ένα νηματοειδές παράσιτο, που μεταδίδεται με την τροφή στα μυρμήγκια, αλλάζει το χρώμα, τη μορφή και τη συμπεριφορά των εργατών. Με τις αλλαγές που τους συμβαίνουν, τα μυρμήγκια αυτά είναι πιο ορατά στα πουλιά, τα οποία επωφελούνται από την ευκαιρία για να καταβροχθίσουν τα θύματά τους. Το παράσιτο χρησιμοποιεί τα μυρμήγκια ως μεταφορικό μέσο. Η εκφραστικότητα των παρασίτων δεν περιορίζεται από το είδος ή τον σκοπό τους. Ο μύκητας ophiocordyceps unilateralis οδηγεί τα μυρμήγκια, στο πεπτικό σύστημα των οποίων ζει, να κρεμαστούν από τις δαγκάνες τους στο κάτω μέρος ενός φύλλου, λίγο πριν τα σκοτώσει. Στη συνέχεια, ο μύκητας αναπτύσσει έναν μακρύ μίσχο από το νεκρό κουφάρι του εντόμου. Φτιάχνει έτσι ένα σύστημα μεταφοράς ιδιαίτερης αποτελεσματικότητας. Ούτε περιορίζονται από την πολυπλοκότητα του ξενιστή τους. Το τοξόπλασμα, ένα ανυπόμονο παράσιτο το οποίο τελικό στόχο του έχει να ενδημήσει σε κάποια γάτα, προσβάλλει συχνά τα ποντίκια, αναπτύσσοντας κύστες στο νευρικό τους σύστημα. Οι κύστες εκκρίνουν υδροξυλική τυροσίνη, ένα ένζυμο που αυξάνει την παραγωγή ντοπαμίνης και νορεπινεφρίνης, δύο νευροδιαβιβαστών με άμεση δράση στο νευρικό σύστημα όχι μόνο των ποντικών, αλλά και των ανθρώπων. Το ποντίκι που φέρει μέσα του το παράσιτο, ξαφνικά αλλάζει συμπεριφορά: αντί να τον απωθεί η μυρωδιά των ούρων της γάτας, το ελκύει, με τραγικά αποτελέσματα. Μυριάδες άλλα είναι τα παραδείγματα παρασίτων που έχουν την ικανότητα να αλλάξουν την συμπεριφορά των πολυκύτταρων και αρκετά ανεπτυγμένων ξενιστών τους. Μένει να αποδεχτούμε ότι αρκετές ψυχικές καταστάσεις του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της συμβίωσης με αυτά τα όντα.

Ένας που ονειρεύεται υπακούει.

Μέσα στο όνειρο ενδίδει.

μαλακώνει και ανοίγει

η επιθυμία του άλλου από βέλος γίνεται μέλος

ένας που ονειρεύεται φαγοκυτταρώνει

ανοίγει ένα εγκόλπωμα που κλείνει μέσα τον άλλο.

Αφ-ομοιώνει.

Εν-σωματώνεται.

Ο άλλος λείπει.

Δεν έπεσε θύμα κάποιου πράκτορα, κάποιου δαίμονα

ή του μεγάλου λογοκριτή.

Λείπει διότι το όνειρο είναι ένα μονοσκάφος

ένας θαλαμίσκος με στενό πιλοτήριο

Κρύο στο χέρι το χειριστήριο του εγώ

βαρύς στο στομάχι μου ο άλλος

Στο όνειρο παίρνουμε εκδικούμαστε αυτό που αγαπάμε

εξοντώνουμε τους εχθρούς μας

παίρνοντας τη μορφή τους.

Τολμούμε να ρωτήσουμε ποιος μας δίδαξε τέτοια τεχνάσματα;

Ονειρεύομαι το βράδυ στο νοσοκομείο στη διάρκεια της θεραπείας. Βρίσκομαι στο ίδιο δωμάτιο, αλλά είναι επιπλωμένο με μπαρόκ πίνακες και αρχαία έπιπλα. Εμφανίζεται μια χαραμάδα φωτός από την πόρτα που ανοίγει. Μπαίνει ένας ηλικιωμένος κύριος, ευτραφής, φαλακρός. Βαδίζει με ηρεμία μέχρι τον απέναντι τοίχο και δείχνει με το δάχτυλο έναν πίνακα που δεν έχω προσέξει μέχρι τότε. Πρόκειται για τον πίνακα «Η Σουζάνα και οι γέροντες», αλλά δεν είναι η γνωστή μου εκδοχή του Φρανς φαν Μίρις του πρεσβύτερου, αλλά εκείνη της Αρτεμισίας Γκεντιλέσκι, που παρουσιάζει τη Σουζάνα να τραβά τον χιτώνα της ντροπιασμένη από τα εξεταστικά βλέμματα των γερόντων. Ο ευτραφής κύριος στρέφεται προς τα μένα με το δάχτυλο ακόμα προτεταμένο προς τον πίνακα και λέει: αυτός ο πίνακας είναι πολύ σημαντικός. Θυμάμαι έξαφνα τον προφήτη Δανιήλ να αστειεύεται με λογοπαίγνια, καθώς καταδίκαζε τους γέροντες σε φριχτό θάνατο. Βρίσκομαι έξαφνα γυμνός σε μια γυμνή βουνοπλαγιά, ανάμεσα σε έναν πρίνο και έναν σκίνο πάνω στους οποίους κρέμονται λευκές γάζες.

Ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας είναι ένας ρετροϊός που εισέρχεται στο σώμα, τραβώντας πάνω του κλεμμένες πρωτεΐνες. Πρέπει να φανταστούμε τέτοιους ιούς σαν επίπλαστα αιδημονούντα υποκείμενα, που υποκρίνονται αιδώ και παράφορα αρπάζουν κάθε πρόχειρο κάλυμμα γύρω τους. Η επίπλαστη αυτή σεμνότητα δεν κρύβει εν τέλει παρά το ίδιο τους το τέχνασμα. Εδώ θα εντοπίσουμε την απαρχή της μίμησης.

Το παράσιτο δεν επικοινωνεί. Θέλει απλώς να εξοντώσει για να ζήσει. Η λειτουργία του είναι φυσική για το ίδιο, εγωιστική. Δεν ξέρει τι σύμπτωμα προκαλεί. Δεν θέλει να προκαλέσει σύμπτωμα. Θέλει να νικήσει. Να ζήσει. Μονάχα να ζήσει. Κάθε μικροοργανισμός είναι αυτό που είναι. Όπως και τα όνειρα, λένε αυτό ακριβώς που λένε.

Πρέπει να στραφούμε στους ιούς για να αντιληφθούμε τα μοριακά στοιχεία που συνθέτουν μια τέτοια λειτουργία. Ο ιός είναι ένα ον που βρίσκεται ανάμεσα στο καθαυτό είναι και το δι’ εαυτό είναι. Βρίσκεται στο όριο της ζωής. Στον ιό εντοπίζεται το είναι του ασυνειδήτου. Πρόκειται για μοναδική ύπαρξη, η οποία μονάχα προβάλλει, δεν χρειάζεται να δει την παράστασή της.

Στα μεσαιωνικά αγγλικά συναντιούνται στη λέξη host τρεις καταγωγές. Η πρώτη παραπέμπει στη λατινική λέξη hostis, που σημαίνει «δημόσιος κίνδυνος». Η ρίζα της λέξης είναι παρόμοια με την ελληνική ξένος, και πιθανόν να κατάγονται από την ίδια προγενέστερη λέξη. Η σημασία της καταγωγής αυτής δίνει στη λέξη host την έννοια του πλήθους, της πληθυντικότητας, όπως στην έκφραση «a host of birds». Όμως, η απόχρωσή της είναι δυσοίωνη και εχθρική: ο host είναι ο πολυάνθρωπος, ετοιμοπόλεμος εχθρός που αναμένει έξω από τις πύλες. Η δεύτερη σημασία της λέξης host είναι οικοδεσπότης, και ως τέτοια προέρχεται από την παλιά γαλλική λέξη hoste, που με τη σειρά της κατάγεται από τη λατινική hospes, δηλαδή καλεσμένος, φιλοξενούμενος. Η τρίτη σημασία είναι αυτή της όστιας, του άζυμου άρτου της θείας κοινωνίας. Μια καθαγιασμένη καταγωγή που περνάει μέσα από το hostia, το καθαγιασμένο εξιλαστήριο θύμα.

Μέσα στην εναντιοσημία της λέξης host (ξενιστής) κρύβεται το νόημα της επικοινωνίας των μικροοργανισμών με τον άνθρωπο.

Ο ιός μιμείται αλλά δεν ταυτίζεται

Ο ιός απλώς μιμείται, και η μίμηση δεν έχει στόχο.

Αδιαφορεί για την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια.

Είναι πέραν της αρχής της ευχαρίστησης

Είναι πρότερη της δυσαρέσκειας.

Το ασυνείδητο είναι μια συμβίωση. Ένας ξενισμός.

Ο άλλος – όχι ο μεγάλος άλλος της αναπαράστασης, ο κύριος με το κοστούμι σκόνης

Αλλά το ξένο στοιχείο που συνιστά την πρώτη ξένωση

Ένα δεύτερο στοιχείο που ακολουθεί σηματοδοτώντας

Που λέει: αυτό ακριβώς

Σκεφτόμαστε συχνά την τροφική αλυσίδα ανάποδα. Σκεφτόμαστε την ίδια τη ζωή με ιεραρχίες που μας θέτουν στην κορυφή, ως έλλογα όντα. Χρειάζεται να σταθούμε λίγο στο κεφάλι μας για να επέλθει το τελευταίο χτύπημα στον ναρκισσισμό του είδους μας. Οι μικροοργανισμοί μάς συνιστούν. Αργά αλλά σταθερά μάς μαθαίνουν. Επισκέπτονται τα όνειρά μας. Προετοιμάζουν τη φυγή τους από τον πλανήτη. Τους υπακούμε κατασκευάζοντας τις κάψουλες που θα τους μεταφέρουν στο εξώτερο διάστημα. Με τα σώματά μας σαν λίπασμα. Εκείνη τη χαραυγή που θα συντριβεί το πρώτο διαστημόπλοιο σε κάποιον άγνωστο ακόμα πλανήτη, μεταφέροντας στο εσωτερικό του εκατομμύρια μικροοργανισμούς που ξενίζουν το αποξηραμένο σώμα ενός πιλότου. Εκείνη τη στιγμή θα γεννηθεί, όπως υποσχέθηκε, μα δεν θα ζει κανείς από το είδος μας για να τον χαιρετήσει, εκεί θα γεννηθεί για δεύτερη φορά ο ιός του θεού.

O Ari Morgenstern Läsarson είναι ανθρωπολόγος και ιστορικός. Γράφει από πολύ μικρός, για λόγους που δεν έχει διευκρινίσει ακόμα.

Σχολιάστε