Αποσπάσματα από το βιβλίο τού Τόνυ Πάρκερ, Φάρος
Επιλογή – επίμετρο: Χρήστος Σιορίκης
Μετάφραση: Παναγιώτης Ιωαννίδης
από την ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Είμαι συνταξιούχος φαροφύλακας. Σε ποιον ήμουν; Μα σ’ εκείνον εκεί πέρα στον ορίζοντα, πού αλλού; Γιατί λες νά ‘χτισα το σπίτι μου ακριβώς σ’ ετούτο το σημείο, παρά για να μπορώ να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρό μου και κάθε μέρα να τη βλέπω, και κάθε βράδυ το φως της, και να χαίρομαι που, όσο άγρια και να φυσάει ο άνεμος κι όσο και να λυσσομανάει η θάλασσα, αυτή είναι ακόμα εκεί;
Πάει πολύς καιρός όμως που ήμουν εκεί· πάρα πολύς καιρός, εξήντα χρόνια και πάνω, παλικαράκι θά ‘μουνα δεκαεννιά ή είκοσι. Ύστερα έπρεπε ν’ αφήσω την Υπηρεσία λόγω που ο αδερφός μου παντρευόταν και θα ‘φευγε, κι εγώ ήμουν ο μόνος που απόμενε για να βοηθήσει τον πατέρα μου που είχε παραγεράσει για το κτήμα. Ποτέ όμως δεν νοιώθω να την άφησα πραγματικά. Ένα κομμάτι μου είναι ακόμα εκεί και θά ‘ναι πάντα. Έτσι την παθαίνεις με τους φάρους, μια φορά να κάνεις φύλακας, μένει στη μνήμη σου γιατί ήτανε το σπίτι σου, ή έτσι σού φαινότανε τουλάχιστον.
~
Η θάλασσα μπορεί να είναι πολύ τρομακτική και μπορεί νά ‘ναι και πολύ όμορφη. Αλλά θέλει να της δείχνεις το σέβας που της πρέπει· γιατί όποια κι αν είναι με κάθε καιρό, άμα πάμε στο πόσο αντέχει ό,τι φτιάχνει ο άνθρωπος και πόσο αντέχει η θάλασσα, μία είναι η απάντηση. Αφεντικό είναι η θάλασσα.
~
Δε θα σε τρομάξουν ούτε μια θύελλα, ούτε δυο, ούτε κι είκοσι θύελλες μαζί απ’ την ουρά δεμένες. Είναι αυτό που έρχεται μετά, αφού ο άνεμος έχει κινήσει χίλια μίλια πέλαγο για δυο-τρεις μέρες και τό ‘χει κάνει αυτό που λέμε κακοτράχαλο νερό. Αυτό είναι που σε σκιάζει. Τσουλάει μαζί και φέρνει τα λιθάρια πού ‘ναι κάτω στον πάτο της θαλάσσης· και όταν τα βαράει κόντρα στον πύργο σου στη βάση, όλο το μέρος τρέμει απ’ την κορφή ώς τα νύχια. Τ’ ακούς, τα αισθάνεσαι: μπουμ, μπουμ, μπουμ, μπουμ, έτσι που τα ρίχνει πάνω στα θεμέλια κάτω απ’ το νερό, ορμάνε πάνω τους τό ‘να μετά το άλλο και σείεται ο πύργος: και σείεσαι κι εσύ μαζί του, λες και θα σου τρανταχτούν όλα τα δόντια και θα πεταχτούνε όξω απ’ το κεφάλι. Συνέχεια, συνέχεια, δε σταματάει. Και κάθε που το νοιώθεις, λες δεν θ’ αντέξει κι άλλο τέτοιο γδούπο, ο επόμενος θα το ρίξει σίγουρα όλο κάτω να το σωριάσει, και τέλος.
από το Κεφ. 16: ΤΟ ΚΕΡΙ – Βοηθός Φαροφύλακας Αλφ Μπλακ
Όταν είμαι εδώ έξω είμαι άλλος άνθρωπος. Ποτέ δεν νοιώθω μόνος και συντροφιά δε θέλω· στους άλλους δυο μιλάω σαν μου μιλάνε, αλλά δε θα με πείραζε και να μην έβγαζε κανείς τους άχνα. Καμιά φορά σκέφτομαι πώς θα ήταν αν δεν ήσαν εδώ και ήμουν εντελώς μονάχος; Μου περνάει πότε πότε απ’ το μυαλό· και νομίζω θα τα κατάφερνα, μια χαρά θα μου ‘ρχόταν.
Δεν θα γινόταν ποτέ αλλά αν γινόταν, εγώ δεν θα ‘χα κανένα πρόβλημα. Αν στέλναν καμμιά μέρα μήνυμα από Τρίνιτυ πως χρειαζόσαντε επειγόντως δύο φύλακες, οπότε θα τους έπαιρναν και θα μ’ αφήνανε μονάχο μου θά ‘λεγα αμέ, καμμία αντίρρηση. Θα φρόντιζα να ανάβει η λάμπα, θα λιανοσυγύριζα το μέρος να ‘ναι ταχτικά, θα κοίταζα τις μηχανές και θα σημείωνα τον καιρό· και μετά όλον τον άλλο χρόνο θα καθόμουν εδώ πέρα στο βράχο να κοιτάζω πέρα τη θάλασσα ή εδώ μέσα διαβάζοντας.
~
Ρίχνω πολύ διάβασμα όταν είμαι εδώ έξω, είμαι φοβερός βιβλιοφάγος. Κυρίως αυτά που θα τά ‘λεγες ταξιδιωτικά, δεν μ’ αρέσουνε οι ιστορίες· ό,τι είναι ψέμματα, δεν το θέλω. Μ’ αρέσει να μαθαίνω για μέρη, διάφορες χώρες του κόσμου. Δεν έχω πάει ποτέ μου σε καμμία, αλλά είναι πολλές που νοιώθω να έχω πάει, στο μυαλό μου ας πούμε. Η αγαπημένη μου είναι η Ρωσσία, δεν ξέρω γιατί. Για όποιο μέρος της Ρωσσίας και λέει, αυτό μ’ αρέσει να διαβάζω πιο πολύ. Πώς ζει ο κόσμος εκεί, για τις διάφορες πόλεις από τις παγωμένες πάνω στον βορρά μέχρι τις ζεστές στον νότο, τις διαφορετικές φυλές και τα έθιμα και τον τρόπο που ζούνε.
Άμα δω τίποτε στην τηλεόραση για τη Ρωσσία, δεν ξεκολλάω. Καμμιά φορά δείχνουνε λίγο απ’ αυτές τις γιορτές που έχουνε, να πούμε καμμιά στρατιωτική παρέλαση στη Μόσχα. Βλέπεις αυτά τα τεράστια πλήθη να τσιρίζουνε και να φωνάζουν· άμα βλέπω τέτοια, με φαντάζομαι να είμαι ένας απ’ αυτούς, να χοροπηδάω φωνάζοντας. Όχι αυτούς εκεί πάνω που τους χαιρετάνε, δεν με βλέπω σαν αυτούς: απ’ τους απλούς είμαι, ένας μέσα στο μέγα πλήθος, αυτό είμαι εγώ.
Δεν έχει τίποτε να κάνει με πολιτική, δε μ’ ενδιαφέρει. Δε σκαμπάζω από Κομμουνισμό, δεν έχω ιδέα ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό και ό,τι άλλο. Νομίζω πρέπει να φταίει αυτό το οικογενειακό που μοιάζει να ‘χουν σε μια χώρα σαν τη Ρωσσία. Λένε πως στη Ρωσσία όλοι είναι κομμάτι μιας οικογένειας, όλοι κομμάτι ενός μεγάλου κράτους. Αυτό είναι που μ’ αρέσει, μπορεί που είμαι κι εγώ από μεγάλη οικογένεια. Παράξενο άμα κάτσεις και σκεφτείς γιατί· δεν τό ‘χα ξανασκεφτεί έτσι.
Όλα αυτά εκεί πέρα είναι βιβλία για τη Ρωσσία. Κι αυτά εκεί είναι ιστορικά, και τ’ άλλα για διάφορες αγαπημένες μου προσωπικότητες. Να πούμε ιστορικά πρόσωπα σαν τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Ναπολέοντα και τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και τέτοια. Σπουδαίος άντρας ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, πιστεύω πρέπει νά ‘ναι από τους καλύτερους που υπήρξανε ποτέ· ήξερε σχεδόν τα πάντα που μπορούσες να ξέρεις, ο κυρ Λεονάρντο αμέ.
Το άλλο που λατρεύω είναι οι παλιοί Ελληνικοί θρύλοι κι οι ιστορίες, οι μύθοι ας πούμε, κι αυτά. Όλοι μ’ αρέσουν, ό,τι έχει να κάνει μ’ αυτά. Λέξεις ωραία βαλμένες κατάλαβες, νομίζω είναι περίφημα. Πιο πολύ στη ζωή μου θά ‘θελα να είχα αρκετή μόρφωση να γράψω ένα βιβλίο. Για μένα αυτό πρέπει νά ‘ναι θαυμάσιο νά ‘χεις γράψει βιβλίο. Αλλά δεν το προσπάθησα ποτέ, πρέπει να είσαι μορφωμένος και δεν είμαι.
Ξέρω πράγματα, όλων των ειδών· αλλά είναι από δω κι από κει, χωρίς σειρά και νόημα. Παίρνω μαζί μου πολλές εφημερίδες όταν έρχομαι, για να λύνω τα σταυρόλεξα. Θά ‘ναι εκεί καμμιά λέξη και την ξέρω αμέσως γιατί κάπου τη διάβασα. Οι άλλοι δυο με κοιτάνε, ξέρουν πως είμαι αμόρφωτος και μιλάω τσάτρα πάτρα: κι όμως την ξέρω αυτή τη λέξη ή κάτι από μια φράση. Του Σαίξπηρ, ξέρω όλους τους ήρωες τα ονόματά τους και λόγια και τέτοια· και όπερες, άμα μου πεις για μουσική δεν ξεχωρίζω ποια είναι ποια αλλά έχω διαβάσει τις ιστορίες τους σ’ ένα βιβλίο. Άπαξ και διάβασα κάτι, με κάποιον τρόπο σαν να μένει στο μυαλό μου. Μα σπάνια θα μπορούσα να σου πω ποιος τό ‘γραψε.
Μεγάλο θέμα αυτό ε, τι απ’ όλα όσα διάβασα βρίσκεται πιο κοντά στο πώς βλέπω τα πράγματα εγώ; Μάλλον κάτι που διάβασα κάποτε προ ετών, μη με ρωτήσεις ποιος το έγραψε όμως ή πού ήταν. Σαν κάπως να πλησίαζε το πώς βλέπω εγώ τα πράγματα. Ήτανε κάτι σχετικά να πούμε για το περί πώς συνοψίζεις δυο τρόπους να βλέπεις τη ζωή, αλλά δεν μπορώ να σου το πω ακριβώς.
Ήτανε σχετικά ότι για κάποιους ανθρώπους η ζωή είναι σαν το σκοτάδι κι ένα κουτί με σπίρτα και για άλλους σαν σκοτάδι κι ένα κερί. Όλοι στο σκοτάδι είναι, έλεγε αυτός που τό ‘γραψε. Κάποιοι έχουν ένα κουτί σπίρτα και κάθε τόσο ανάβουν κι από ένα· για μια στιγμή τούς δίνει μιαν εικόνα τού πώς είναι η ζωή, κι έπειτα σβήνει. Οι άλλοι, γι’ αυτούς η ζωή είναι σκοτάδι αλλά έχει κι ένα κερί που καίει μέσα του και που μπορούν να το κοιτάνε όταν όλα είναι σκοτεινά. Καμμιά φορά κάτι μπαίνει στη μέση και δεν μπορούν να δούνε το κερί· αλλ’ αυτό είναι μόνο παροδικό να πούμε, το κερί είναι πάντα εκεί. Άμα φύγει ό,τι μπήκε στη μέση ή πας εσύ λιγάκι παραπέρα, τότε πάλι μπορείς να δεις το φως.
Πιστεύω πρέπει να ήτανε θρησκευτικός συγγραφέας, αλλά δεν θυμάμαι να ήταν αυτό που λέμε θρησκευτικό βιβλίο. Έχω τη γνώμη πως δεν ήτανε σε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό το θυμάμαι τόσο καθαρά, γιατί δεν το περίμενα να πέσω πάνω του. Αλλά θα έλεγα πως έτσι βλέπω εγώ τα πράγματα, και τείνω περισσότερο προς το δεύτερο μάλλον. Δεν το ‘χα καλοσκεφτεί.
Μπορείς όντως να το συγκρίνεις με φάρο, πολλή πλάκα έχει τώρα που το λες. Ο φάρος είναι ένα είδος σταθερό σημείο δεν είναι; που βοηθάει στην πλοήγηση; Κι αυτό που κάνω είναι να κρατώ το φως αναμμένο για να βρίσκει ο κόσμος το δρόμο του.
Αλλά είναι και το σταθερό σημείο της ζωής μου δεν είναι; ε ναι. Σαν εκείνον τον τύπο που μου είχε πει πως αν δεν είχα επιστρέψει στην υπηρεσία θα ‘χα μείνει στα σκατά για πάντα, θα πέθαινα. Τέσσερις φορές το χρόνο έρχομαι εδώ πέρα κι εδώ είναι η πραγματική ζωή μου· εδώ είναι καθαρά και δροσερά και όλα αυτά. Εδώ πέρα είναι σαν το φως και στη στεριά είναι σα σκοτάδι. Όσο έρχομαι, το κερί μού φέγγει· νομίζω αυτό είναι, νομίζω αυτό είναι, σωστά.
Φτου σου ρε Τόνυ, δεν ξαναβούτηξα τόσο βαθειά να πούμε, ποιος θα τό ‘λεγε; Πολύ παράξενα όλα αυτά, πολύ. Περίεργο τι σού ‘ρχεται να πεις καμμιά φορά. Ποτέ δεν τα ‘χα βάλει έτσι στη σειρά να πούμε. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι πράγματα όμως· θα μου κρατήσει λίγο ακόμα τώρα αυτό, α ναι.
Χρήστος Σιορίκης
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Αγαπητέ κύριε,
Ευχαριστούμε για την επιστολή σας. Μετά λύπης σας πληροφορούμε ότι δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση επισκέψεων σε φάρους μακριά από την ακτή εξαιτίας της δύσκολης πρόσβασης.
Με αυτή την πρώτη απορριπτική απάντηση από την Υπηρεσία Φάρων αρχίζει το βιβλίο του Tony Parker, Lighthouse (1975), που συγκεντρώνει μαρτυρίες για τη ζωή και το επάγγελμα Άγγλων φαροφυλάκων, και αποσπάσματα του οποίου μεταφράζονται πιο πάνω. Η δύσκολη πρόσβαση και η αρχική άρνηση δεν πτόησαν, προφανώς, τον Πάρκερ, με αποτέλεσμα να επισκεφθεί τους φάρους και να μιλήσει –ή μάλλον, να δώσει το λόγο– στους φαροφύλακες, ακριβώς στον τόπο που ζουν και εργάζονται.
Πριν ωστόσο επικεντρωθούμε στους φαροφύλακες αξίζει να σταθούμε σε κάποια στοιχεία που σχετίζονται με την εργασία του Τόνυ Πάρκερ, ο οποίος, ως ιστορικός που ασχολήθηκε με την προφορική ιστορία, επικέντρωσε το ενδιαφέρον του σε ομάδες και περιπτώσεις ανθρώπων που, είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, δεν έχουν «στρωμένες», «κανονικές» ζωές: φυλακισμένοι, ανύπαντρες μητέρες, βιαστές, άνθρωποι του δρόμου, θανατοποινίτες, ανθρακωρύχοι. Τα περισσότερα βιβλία του αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από συνεντεύξεις (από τις οποίες λείπουν οι ερωτήσεις). Στόχος του ήταν να «αφήσει τους ίδιους τους ανθρώπους να μιλήσουν», «χωρίς να τους κρίνει».
Ο Πάρκερ αποφάσισε να γράψει για τους φαροφύλακες αφότου είχε ολοκληρώσει αρκετά βιβλία για φυλακές και εγκληματίες. Οι φαροφύλακες τον ενδιέφεραν γιατί, μεταξύ άλλων, ανήκαν, όπως και οι φυλακισμένοι, σε μία περιθωριακή ομάδα και ήταν μέλη ενός οργανισμού που έθετε τους δικούς του περίεργους περιορισμούς. Το βιβλίο συνέβαλε και στην ανατροπή κάποιων μύθων: «Η κοινή αντίληψη ήταν πάντα πως οι φαροφύλακες αντιπροσώπευαν το απόλυτα μοναχικό επάγγελμα. […] Αλλά όπως ανακαλύπτει ο αναγνώστης, το πρόβλημα για τους φαροφύλακες δεν ήταν η μοναξιά, αλλά η εγγύτητα. Η δυσκολία τους να διαπραγματευτούν το πώς θα ζήσουν σε ένα μικρό χώρο με έναν ξένο – οι σύζυγοί τους ήταν συχνά αυτές που ήταν μόνες τους».
«Σχεδόν σαν ποίημα»
Η σύζυγος του Tony Parker, Margery, δείχνει ένα σημειωματάριο «με μικρές προχειρογραμμένες φράσεις, τοποθετημένες σαν στίχους, σχεδόν σαν ποίημα». Και η ίδια αναφέρει: «[Ο Πάρκερ] προσπαθεί να πιάσει το ρυθμό στο μυαλό του, το σωστό ρυθμό. Οι άνθρωποι δεν μιλάνε γραμμικά με στίξη ή κάτι τέτοιο. Σημειώνει επίσης παύσεις.»
Και κάπως έτσι φτάνουν σε μας τα λόγια των φαροφυλάκων. Και, με την εργασία του συγγραφέα, ακούμε το λόγο που αρθρώνεται όταν μιλά ο άνθρωπος για τη ζωή, και που συχνά εμπεριέχει κάτι από την τέχνη του λόγου – η μαρτυρία δωρίζει κάτι στην ποίηση.
Ο φάρος είναι ένα μακρινό φως. Ο φαροφύλακας είναι ένας εργαζόμενος που δεν εμφανίζεται συχνά μπροστά μας. Άρα μιλάμε για μια συνθήκη που μπορεί να ακουστεί μυθική, να εξάψει την περιέργεια. Όμως κάτι τέτοιο δεν θα αρκούσε για να ανοίξουμε τα αυτιά μας όπως αξίζει στο λόγο αυτών των ανθρώπων. Μέσα σε αυτό το μακρινό και σπάνιο επάγγελμα υπάρχει κάτι απτό, πρακτικό και απαραίτητο: ένα φως που αναβοσβήνει για να προστατεύσει. Στο συγκεκριμένο βιβλίο –και στα αποσπάσματα που επιλέγονται και μεταφράζονται εδώ–, έχουμε την τύχη να διαβάζουμε τα λόγια των ανθρώπων αυτών που μας μιλούν για την τόσο ιδιαίτερη ζωή τους με απλότητα, ευθύτητα, συχνά εξομολογητική διάθεση, αλλά και με την ακρίβεια που μπορεί να κατορθώσει ο ρέων προφορικός λόγος. Μας προσφέρεται, εν τέλει, μια γλώσσα που μας δίνει έναν σπάνιο τρόπο ζωής με απλό τρόπο. Μήπως και αυτό τον συνδυασμό του απλού με το σπάνιο, αυτή την έκπληξη στη γλώσσα δεν είναι που αναζητά και η ποίηση;
Σημείωση: Τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά προέρχονται από το επίμετρο του βιβλίου που υπογράφει η Bella Bathurst.
~
Tony Parker, Lighthouse, εκδ. Eland, 1986 [α’ έκδ. 1975]
Σχολιάστε