Μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου, Όλγα Παπακώστα
Δέρμα
Ο πατέρας μου έχει γίνει σχεδόν τρυφερός καθώς το δέρμα του αρχίζει να παίρνει το χρώμα των ξερών φύλλων. Μερικές φορές, χωρίς να το καταλαβαίνει, ενθουσιάζεται που ακούει τα νέα μου, αν και είναι άνθρωπος που ποτέ δεν έμαθε να εκφράζει τα συναισθήματά του, ιδίως τα ευχάριστα, από τότε που ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος τον προηγούμενο αιώνα –όταν το δέρμα του ήταν νεανικό σαν τα φρέσκα φύλλα– καψάλισε ό,τι τρυφερό υπήρχε μέσα του. Μετά την έκρηξη μιας βόμβας που έκαψε τα χέρια του, δεν έπαψε ποτέ να πληγώνει τους άλλους. Κρατούσε τους ανθρώπους σε απόσταση. Εχθρός του μπορεί να ήταν οποιοσδήποτε, ακόμη και η γυναίκα του, η οποία δεν τον εγκατέλειψε, παρότι εκείνος είχε το συνήθειο να την κάνει κουρέλι. Ωστόσο εγώ, σαρξ εκ της σαρκός του, όπως λέμε, έφυγα, σπάνια τον σκεφτόμουν, κι ας έβλεπα το δέρμα μου – τις καφετιές κηλίδες σαν την κρούστα των φύλλων που σημάδευαν τη σάρκα μου όπως και τη δική του. Μερικές φορές του τηλεφωνούσα και μιλούσαμε εκ του ασφαλούς από την απέναντι όχθη του Ατλαντικού, οπότε εκείνος έχανε ενίοτε τις άμυνές του και έλεγε κάτι λιγότερο επιδερμικό. Όλως παραδόξως, χάρις στο δέρμα μπήκαμε στο θέμα – έλεγα ότι είχα κάψει την παλάμη μου στο μάτι της κουζίνας, είδα τη σάρκα μου να βγάζει φουσκάλες και θυμήθηκα τη ιστορία του με το μέλι, πώς τους έσωσε στα βουνά κατά τη διάρκεια του πολέμου, πώς τους κράτησε ζωντανούς, το μέλι και το σκόρδο και γερές δόσεις κρασιού. Θυμήθηκα που είχε πει ότι όταν μια σφαίρα είχε σφηνωθεί στο δέρμα ενός στρατιώτη, το άλειψαν, κάλυψαν την πληγή με μέλι και με κουρέλια βουτηγμένα σε μέλι. Αυτό (έβαλε τα γέλια) ήταν το γιατρικό τους! Και το σκόρδο καλό ήταν. Ένας στρατιώτης υπέμεινε τον ακρωτηριασμό του καταπίνοντας σκελίδες σκόρδου με κρασί. Τον μέθυσαν, τον έβαλαν να δαγκώνει μια σφαίρα καθώς του έκοβαν στο γόνατο το πόδι που είχε πάθει γάγγραινα. Το μέλι σταμάτησε την αιμορραγία. Το μέλι έδιωξε τις φουσκάλες, λέω στο τηλέφωνο όταν αποκαλύπτω στον πατέρα μου ότι θυμήθηκα την ιστορία του. Άπλωσα όλο το βάζο στο χέρι μου. Ήταν σχεδόν σαν θαύμα, του λέω, τόσο πολύ, πηχτό συναίσθημα να διαπερνάει τον πόνο.
Πρόσκληση
Πες μου τι θέλεις, είπε
η φράση ήταν υπέροχη, κάλεσμα μιας Σειρήνας
έβαλα στη βαλίτσα μου κάλτσες λεπτές, ένα φόρεμα,
ωραία εσώρουχα.
Δεν είχε σημασία που σαν τον Οδυσσέα
θα μου ανέτρεπε τα σχέδια ο καιρός.
ότι θα ’πιανε κρύο ξαφνικά κι ότι τα ρούχα που είχα πάρει
τα είχα πάρει επειδή όταν τον γνώρισα
έκανε ζέστη.
Ήμουνα σε επιφυλακή, σε εγρήγορση
– έτσι επιβίωσε ο Οδυσσέας
πάντοτε πρόσεχε πού πήγαινε.
Χρωστώ ευγνωμοσύνη στους οικοδεσπότες μου,
η γενναιοδωρία τους ποτέ δεν είναι δεδομένη.
Συνήθισα να είμαι φιλοξενούμενη,
να μου συμπεριφέρονται σαν κάποια
που ίσως να έχει άλλα γούστα απ’ τα δικά τους
Μα όταν λέω τι θέλω (χαλαρή επιτέλους)
οι προτιμήσεις μου συγχέονται
με κάτι που δεν είναι διαθέσιμο
Οι κάλτσες και τα εσώρουχά μου μού χρησίμευσαν.
Ομοίως τα γάντια που έφερα και το καπέλο,
όμως εκείνος μοιάζει ξένος. Πες μου τι θέλεις
η φράση παραμένει υπέροχη· την είχε χρησιμοποιήσει τέλεια,
τα ρούχα μου ήταν αταίριαστα.
Ο δρόμος
Θα μπορούσα να έχω περάσει με κόκκινο,
να έχω γλιστρήσει να στουκάρω το αμάξι
και πάλι να μην έχω πρόβλημα με ό,τι
κι αν συνέβαινε γιατί δεν μου φαινόταν
τόσο επικίνδυνο
παρότι αυτή η νυχτερινή οδήγηση
με είχε εξουθενώσει κι ένιωθα αγχωμένη
με την απόσταση που είχα να διανύσω
για να του δείξω το θέαμα,
μια τραγωδία σε ένα αρχαίο θέατρο.
Τα κοστούμια ήταν όλα ανάρμοστα, οι ηθοποιοί,
υπερβολικοί στους ρόλους τους, κι όταν τελείωσε
ψάχναμε ώρα πολλή κάποιο μέρος να φάμε.
Υπήρχε μόνο ένα καφέ της κακιάς ώρας.
Η νεαρή κοπέλα που μας σέρβιρε
έπρεπε να διασχίσει τον δρόμο
για να φέρει την παραγγελία.
Μπροστά μας τα αυτοκίνητα περνούσαν σαν βολίδες
έπρεπε να ’χεις το νου σου
τόσο γρήγορα που έτρεχαν, και ήταν νύχτα
κι εγώ τον δρόμο αυτό τον είχα ερωτευθεί.
Πώς ντύθηκες έτσι, σε πάρτι θα πας;
Το τέλος του δρόμου είναι μια υπέροχη οφθαλμαπάτη
Fady Joudah, “Atlas”
Με περιμένουν στη στάση του μετρό
Υπέργειοι
Ο Arash και η Alizera
Κι εγώ τους περίμενα όσο δε λέγεται πώς
Η ζωή μου, μισθωτή και προστατευμένη, τόσο διαφορετική απ’ τη δική τους
Έμοιαζε στερημένη
Σε ένα διαμέρισμα που μου ανήκει, σε μια δουλειά που δεν μ’ αρέσει, κοντά σε ανθρώπους
Με τους οποίους σπάνια μιλώ
Είναι ποιητές γράφουν ασταμάτητα δεν έχω γράψει ούτε ένα ποίημα εδώ
Και πολύ καιρό λέω στον Ali με ταράζει που το λέω αυτό. Ύστερα
Ο Ali με ευχαριστεί κι εγώ αρχίζω να κλαίω για ποιο πράγμα με ευχαριστείς;
Μα ξέρω φάγαμε μερικές φορές μαζί ανταλλάσσαμε μηνύματα
Για κάποιους μήνες οπότε αυτός μού έλεγε τι σκόπευε να μαγειρέψει
Εγώ του έλεγα κάτι σαν Κυριακή! Επιτέλους θα μπορέσω να διαβάσω κάτι σήμερα
Και να το λέω αυτό σε κάποιον που η κάθε μέρα του είναι μια μέρα σαν όλες
Τις άλλες μου απαντά στο μήνυμα Εγώ διαβάζω όλη την ώρα επειδή δεν έχω
Τι άλλο να κάνω σε μέρες άεργης αναμονής και παραθέτει στίχους της Σιμπόρσκα
Τελικά μου περιγράφει το ταξίδι
Πάνω από τα βουνά που χωρίζουν το Ιράν απ’ την Τουρκία εκεί που είναι μια πεδιάδα
συνοριοφύλακες
ήμασταν καμιά πεντακοσαριά
και οι διακινητές
σκαρφαλωμένοι σε τρεις μεριές
μέσα σε λίγα λεπτά έπρεπε
να διασχίσουμε
την πεδιάδα και οι φρουροί
βρίσκονταν
συνέχεια σε επιφυλακή
Ο Ali προσπαθεί να με αποχαιρετήσει κι εγώ προσπαθώ επίσης να τον αποχαιρετήσω όταν
Μου λέει είσαι τόσο κι εγώ δεν ξέρω πώς να το εκλάβω
Μα ξέρω πως με ευχαριστεί όταν λέω τίποτα εννοώ
Δεν έκανα τίποτα
Αυτό το τόσο δεν είναι ποτέ αρκετό απλώς βοήθησα τον Ali να κάνει μαθήματα αγγλικών
Συναντηθήκαμε λίγες φορές για λίγο φαγητό
Και κάποιες αναγνώσεις όπου εκείνος διάβασε τα ποιήματά του στα περσικά και μου έμαθε λίγες λέξεις
Στα Φαρσί, arouz ευχαριστώ μερσί Έμαθα πως στην οικογένειά του έτρωγαν καρπούζι όταν ήταν το Yalda, το χειμερινό ηλιοστάσιο
Στ’ αλήθεια του λέω τα ’χω χαμένα κι εκείνος είπε πώς γίνεται κάποιος να μην
Και περιγράφει τις ετοιμασίες του για την Ολλανδία
Τώρα που έχει τα χαρτιά
Λέει πως δεν έχει ξαναταξιδέψει με αεροπλάνο αν και διέσχισε την πεδιάδα
Με τέτοια παπούτσια μου λέει και κοιτάζω τα μαύρα, αστραφτερά λουστρίνια του και σηκώνω το βλέμμα μου απ’ τη σαλάτα μου με τη σκέψη ότι έχουν μπει μαλλιά στο στόμα μου καθώς τρώω και δεν έχω βγάλει τις τρίχες απ’ το στόμα, σπεύδω όμως να πω όχι κι αυτός μου κάνει νόημα ναι περιγράφει τους Αφγανούς φίλους που τον σήκωσαν απ’ τις μασχάλες για να τον κουβαλήσουν, ότι είχε ένα κερί που κουβαλούσε και το αντάλλαξε με ένα φλιτζάνι νερό, αυτό με έσωσε
Ακούω καθώς τρώω, ή μάλλον καθώς δεν τρώω
Όταν ο Ali μού λέει ότι δεν θα πιει απ’ το κρασί που πίνω
Μια μπίρα ίσως;
Κουνάει το κεφάλι, λέει πως έφτιαχνε δικό του αλκοολούχο
Στο Ιράν
Με είδε μια μέρα να κουβαλάω κάτι ψώνια, μόλις είχε βγει από
Το μάθημα που παρακολουθούσε για να βελτιώσει τα αγγλικά του
Δεν ένιωθα καλά, ήρθε κοντά μου, πήρε τη σακούλα του σουπερμάρκετ
Και την κράτησε εκείνος όπως κρατούσε και την ομπρέλα μια μέρα που είχαμε φάει
Και μετά άρχισε να βρέχει και με ρώτησε έχεις μπανιέρα;
Για να προτείνει έναν τρόπο να χαλαρώσω, και χαμογέλασε, και είπε βάλε λίγη μουσική
Πολύ δυνατά και ξάπλωσε απλώς στη μπανιέρα
Αντί γι’ αυτό, εγώ σέρφαρα στο ίντερνετ και σκεφτόμουν τον Ali
Τη νύχτα που μου έστειλε ένα μήνυμα με φωτογραφίες από κάτι σημάδια στην πλάτη του
Μου είπε τι μαγείρεψε για βραδινό και ήταν έξαλλος
Τον ρώτησα γιατί
Τον είχαν χτυπήσει κάτι παιδιά είπε ήταν τόσο νέοι τι θλιβερό
Αυτά τα παιδιά μίλησε για τη νιότη τους, που μπορεί να πήγαινε χαμένη τόσο αναίσθητα
Δεν είχε σκοπό να μου πει τίποτα
Τώρα όμως θα μου το πει
Λυπόταν γι’ αυτούς όποιοι κι αν ήταν
Λυπόταν πολύ γι’ αυτό δεν ελπίζουν σε τίποτα;
Θα ’θελε να ξέρει γιατί συμβαίνει αυτό
Δεν αντιστάθηκε
Τους άφησε να τον χτυπήσουν μέχρι που έφυγαν
Όχι, δεν είχε μαζέψει ακόμη τα πράγματά του, και ναι, ήξερε ότι θα φορούσε ό,τι φορούσε εκείνο το απόγευμα, καθώς μιλούσαμε τα ίδια λουστρίνια Έτσι ήμουν τότε όταν διέσχιζα την πεδιάδα, οι διακινητές με ρώτησαν «πού πας έτσι ντυμένος, σε πάρτι;»
Ναι, σε πάρτι, του λέω, και ο Ali κουνάει καταφατικά το κεφάλι του, κι εγώ θέλω να τον ρωτήσω
Τελικά τι σου έδωσα στην πραγματικότητα, Ali;
Ένα μαύρο δερμάτινο σημειωματάριο.
Σκέφτηκα ότι θα σου φανεί χρήσιμο.
Η ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΧΑΡΑ
Αφού ξεχείλισε η λύπη
Αφού ο ήλιος έστειλε τη ζέστη του στο απρόσωπο ξενοδοχείο
Αφού κάρφωσα το βλέμμα μου στο πίσω μέρος του κεφαλιού του με τα σγουρά μαλλιά
Αφού φιληθήκαμε στα κλεφτά
Αφού μου μίλησε για τον Άγγελο του Θανάτου
Αφού ο αέρας πήρε να βαραίνει
Αφού ντύθηκα σιωπηλά
Αφού μύρισα την τσιγαρίλα απ’ τα σεντόνια
Αφού άκουσα τον ανεπαίσθητο ήχο των περαστικών αυτοκινήτων
Αφού η τζαμαρία έγινε θρύψαλα
Αφού κατάλαβα ότι ήμουν ικανή να περπατήσω μόνη μου στο επόμενο τετράγωνο
Αφού περίμενα να μου προσφέρουν νερό
Αφού το μυαλό μου εξερράγη σε έναν απέραντο γαλαξία
Αφού χάθηκα στα αμέτρητα αστέρια
Αφού ζήτησα βοήθεια
Αφού διαπίστωσα πως μέσα στο δωμάτιο δεν υπήρχε τίποτα
Αφού προσπάθησα να γονατίσω
Αφού αποκοιμήθηκε γελώντας
Αφού τον συνόδευσα στο μπαρ
Αφού βρήκα τον δρόμο μου
Αφού του έδωσα τα δώρα
Αφού περίμενα
έδωσα ένα κλεφτό φιλί
σε ξέχειλη λύπη
με τον Άγγελο του Θανάτου
μυρίζοντας την τσιγαρίλα απ’ τα σεντόνια
ακούγοντας τους ανεπαίσθητους ήχους των περαστικών αυτοκινήτων
διαπιστώνοντας πως μέσα στο δωμάτιο δεν υπήρχε τίποτα
το μυαλό μου εξερράγη σε έναν απέραντο γαλαξία
ζήτησα βοήθεια
περίμενα να μου προσφέρουν νερό
προσπάθησα να γονατίσω
ντύθηκα σιωπηλά
κάρφωσα το βλέμμα μου στο πίσω μέρος του κεφαλιού του με τα σγουρά μαλλιά
τον συνόδευσα στο μπαρ
η τζαμαρία πίσω μου έγινε θρύψαλα
ο ήλιος έστειλε τη ζέστη του στο απρόσωπο ξενοδοχείο
ο αέρας πήρε να βαραίνει
περίμενα
χάθηκα στα αμέτρητα αστέρια
καθώς του έδινα τα δώρα
αποκοιμήθηκε γελώντας
βρήκα τον δρόμο μου
κατάλαβα ότι ήμουν ικανή να περπατήσω μόνη μου το επόμενο τετράγωνο
μετά από αυτό, μόνο μετά απ’ αυτό, μπόρεσα να πω ότι ήμουν εντάξει
(μτφρ. Όλγα Παπακώστα)
(από το A history of too much, Red Hen press, 2018)
Μάθημα αντάρτικου
1
Κάνει κρύο εδώ,
μέσα στο βλέμμα της μητέρας μου μπάρες.
Πρώτος χειμώνας
σε μια ξένη χώρα.
Μου λένε πως αυτή
είναι η καινούρια ζωή μας.
Η μητέρα μού υπόσχεται
ένα ποδήλατο,
κλαίω ασταμάτητα.
Κάνει παγωνιά. Εκείνη κάθεται
στην άκρη του κρεβατιού μέσα σε γαλάζιο φως.
Ο πατέρας μου με εσώρουχα, ξύπνιος.
Τα δάκρυά μου
τον νανουρίζουν.
Μέσα από τη μητρική νυχτερινή βάρδια
το σώμα της εύθραυστο
και γαλάζιο
2
Κρυώνω.
Φοράω ένα χοντρό, φτηνό
παλτό
στο τραπέζι.
Ποτέ δεν έχω ξανάρθει σ’ αυτή τη χώρα,
Αμερική, Κονέκτικατ, πάγος
μέσα Ιανουαρίου
3
Μέσα στο χιόνι
το κεφάλι του ντόμπερμαν
μπήκε στην φωτογραφία.
Γάβγιζε ασταμάτητα
ολόκληρο τον πρώτο χειμώνα,
κι έτσι αυτός αγόρασε ένα κολάρο
που προκαλούσε ελαφρά ηλεκτροσόκ
στον σβέρκο της, και το γάβγισμα
συρρικνώθηκε σ’ ένα κλαψούρισμα.
Η μητέρα μου στόλισε τα δωμάτια
με περσικά χαλιά, πλούσια
κιλίμια, βαριές κουρτίνες.
Διδάχτηκα την εσωτερική της διακόσμηση.
Όχι πως επιθυμούσα να ξηλώσω
τις σταυροβελονιές των ραμμάτων στις πληγές
όμως τα πολύπλοκα σχέδιά τους
ήταν κεντήματα.
4
Η πείνα,
σαν τα φλογερά φιλιά
κάθε εραστή, είναι βαθιά.
Κάθε εκπλήρωση, μια πιθανότητα
καταστροφής: ανατιναγμένη γη,
κραυγές σκορπισμένων πουλιών.
Πηγαίνοντας να κατουρήσει
ο πατέρας μου παραλίγο να γίνει κομμάτια
πάνω στο βουνό. Ο θάνατος
είναι παντού στο βουνό – γερμανικές νάρκες
στρατιώτες, στρατιωτικές φάλαγγες.
Παραδίνομαι ερωτευμένη στην
αιχμηρότητα του φωτός – από τη ζήλια του
εκείνος με χαστουκίζει. Εγκληματική,
αυτή η επιμονή να κλέβω
το φως, να παίρνω το στόμα του φωτός
στο δικό μου,
να συνεφέρνω τον θάνατο.
5
Πότε έγινα εγώ
ο εχθρός;
Σ’ ένα παλιό σχολείο
σ’ ένα ορεινό χωριό της Ελλάδας
πυροβόλησε έναν στρατιώτη στο πρόσωπο.
Στο Καρπενήσι(όπως θυμάμαι)
γύρισε στη σκάλα
για ν’ αντικρίσει ξαφνικά τον εχθρό.
6
το μάθημα του πατέρα μου –
να ’σαι καρτερικός
μες στη θηριωδία της μάχης.
Αλμυρά κράκερ σ’ έναν παγωμένο βάλτο –
αυτός επαναφέρει το πεδίο μάχης
μέσα στην οικογένεια. Εγώ μαθαίνω.
Δεν δύναμαι (σαν αυτόν
μέσα στο βάλτο) να φύγω.
7
Λασπωμένα γόνατα,
φαγωμένα νύχια (ζητιάνος, πρόσφυγας,
αντάρτης). Ψαχουλεύω
για ό,τι μπορώ να ξεθάψω –
μέσα από τις κοιλότητες του σώματος,
το νέκταρ, χυμός που τρέφει.
Εγώ είμαι ο επιζών-κλέφτης –
Όταν ψάχνει
για τον εχθρό
δεν μπορώ να γίνω
αυτό που έχει καταστραφεί, το ανατιναγμένο
πρόσωπο στη σκάλα.
Το πιάτο με τη σούπα θολώνει απ’ τα δάκρυα.
Θα το φας, ουρλιάζει.
Τα μάτια της μητέρας μου φυλακισμένα
το στόμα ραμμένο.
Εκπέμπει ήχους ζωής.
8
Μαθαίνει κανείς
να αγαπά
την πληγωμένη σάρκα
μέχρι να γίνει το μόνο σώμα
που επανέρχεται.
Η ζωή είναι τραγωδία
μουρμουρίζει, στοιχειωμένος.
Οι καμπύλες της μέσης μου βαθαίνουν,
είμαι περίεργη για τα όριά τους.
Ραφές
Οι καρφίτσες σαν συρραπτικά στο σκληρό μετάξι
τσαλακώνουν το ύφασμα, στενεύοντάς το
μέχρι που δεν μπορώ να σαλέψω, αλλά το κάνω
και σκέφτομαι ανάπνευσε. Όχι,
μην αναπνέεις, αν μπορείς,
συγκρατώ το εύρος του εαυτού μου
μετά βίας. Αν εκπνεύσω
οι καρφίτσες θα στραφούν προς τα μέσα,
θα καρφώσουν τα πλευρά μου, θα παραταχθούν στο δέρμα μου,
τσιμπώντας και τρυπώντας με πιο βαθιά.
Μετά κατάλαβα πως το φόρεμα
δεν ήταν προορισμένο να εφαρμόσει. Έπρεπε να το βγάλω,
να ξεγλιστρήσει από το κεφάλι μου,
αυτές οι καρφίτσες θα γρατσούνιζαν τα βλέφαρά μου,
χορεύοντας ασυγκράτητες, κεντρίζοντας
το λαιμό μου. Προς τα κάτω
έσκιζαν τους μηρούς μου,
άφηναν κόκκινα ίχνη, και μετά πάλι πάνω
από το κεφάλι μου, μου κέντρισαν τα χείλη,
λόγχισαν το σαγόνι μου, όμως
τα μεταλλικά κουδουνίσματα
που σκόρπισαν στο μάρμαρο,
οι γρατσουνιές που επουλώθηκαν,
το φόρεμα ξηλωμένο, άφησαν μια γύμνια
τόσο απόλυτη, που δεν μπορούσα να την αντέξω.
Μητρική γλώσσα
Πάντα ένιωθα πως εκείνη θα προτιμούσε να τραγουδάει
αντί να μιλά, όπως ακριβώς στεκόταν άλλοτε στη χορωδία, μέρος μιας
καμπύλης γυναικών με τις κελεμπίες τους αφοσιωμένες στο τραγούδι.
Αντ’ αυτού κατάπνιγε τις άριες, ολόκληρες όπερες, αγνοώντας
όλες εκείνες τις προτάσεις, τις απρόβλεπτες στροφές,
καθηλωνόταν για να καταστείλει το αίσθημα που θα
ελευθέρωνε με μια μπαλάντα ή έναν ύμνο, αντί να παρακολουθεί
τον Φρανκ Σινάτρα στην τηλεόραση, συντροφεύοντας τους κοινότοπους
ρυθμούς του πατέρα μου. Και ήταν ας πιούμε λίγο κρασί
όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά ή όλο γκρινιάζεις κι εκείνη
προβλέψιμα, απαντούσε με ένα ναι εντάξει, και ναι, καλά.
Κρατούσε τον αμοιβαίο όρκο ανομολόγητα, με το να προφέρει
απλά ρήματα όπως βλέπω και τρώω, κοιμάμαι, μακριά
από τον κίνδυνο του τολμάω και οργίζομαι ή γερνάω (όταν της
κοβόταν η ανάσα βλέποντάς τον να με χτυπάει για να με εξημερώσει)
διδάσκοντάς με τη σημασία τού να ακούς αυτό που δεν λέγεται.
Εκείνο που δεν καταλάβαινα, όπως στην εκκλησία τις λειτουργίες
στα λατινικά ή στα ελληνικά, άρχισα να το θαυμάζω
για το αίσθημα, το μελαγχολικό μουρμούρισμα και τη διάρρηξη
όλων όσων οι λέξεις δεν κατάφερναν να συλλάβουν.
Η ιστορία της υπερβολής
Όλα είναι πάρα πολλά εδώ, το ζαφείρι του νερού, τα αγκάθια,
η ρίγανη ανθίζει τον Ιούνιο, όλα υπερβολικά –
η πλούσια τύρφη της παρακμής, τα ερείπια που δεν παρακμάζουν,
αυτά ειδικά είναι πάρα πολλά, οι ναοί και τα αγάλματα
μέσα στην άψογη μαρμάρινη λάμψη τους, αυτή η απλότητα που δεν είναι απλή.
Η στιλπνότητα του χρόνου, η φθορά των πολέμων, τα χρόνια της πείνας
στην Κατοχή, λαμπερά σαν τις κολόνες που στέκουν στωικές, Δωρικές –
το βάρος τους έχει λυγίσει τους ανθρώπους: το βάρος της αρχαιότητας,
της πέτρας, το μεγαλείο και η περηφάνια – υπερβολικά
αυτή τη στιγμή, μέσα στο συντετριμμένο από τα τεκμήρια παρόν,
το αποτέλεσμα του να ζεις με αποκεφαλισμένους θεούς, και σακατεμένους
ωραίους κορμούς, μυώδη μέλη μέσα σε σπασμένους χιτώνες.
Κατατρύχουν τα όνειρά μας, εκείνο που κάποτε κατορθώθηκε είναι τώρα
λειψό, αυτά τα θραύσματα της χρυσής εποχής γερνούν
μέσα στην κίνηση των δρόμων, όλα υπερβολικά, οι φωνές και οι κόρνες,
οι διαδηλώσεις – οι άνθρωποι ανυπομονούν
πως γίνεται ενώ κατακλύζεσαι από όλα αυτά, να κάνεις υπομονή.
Ακόμα και η πυκνή οσμή της ρίγανης, η ζαφειρένια θάλασσα, μας θυμίζουν
ακραίους έρωτες και θυσίες, ενώ τώρα, εδώ,
τα φαντάσματα συνεχίζουν να ζουν αδιέξοδα όπως οι θεοί.
(μτφρ. Κατερίνα Ηλιοπούλου)
Σε κατάπληξη
«Δεν έχω προορισμό· αυτό είναι ένα από τα κληρονομικά γνωρίσματα της Διασποράς. Είμαι απλώς εδώ που είμαι· η επόμενη σκέψη με οδηγεί στον επόμενο τόπο.»
Dionne Brand, A map to the Door of no Return
Τα συμφραζόμενα των λέξεων όπως και το περιβάλλον των χωρών παρέχουν ευρύτερο νόημα από την ίδια τη χώρα ή τη λέξη. Μπρουνέι, λέει κάποιος. Αλλά αφού δεν γνωρίζεις τη χώρα, ακούς μόνο τον ήχο της λέξης και σου φαίνεται όμορφος. Στον χάρτη το Μπρουνέι «είναι μια μικροσκοπική χώρα στη Νοτιοανατολική Ασία στο νησί Βόρνεο». Διαβάζουμε πως «βρέχεται από τη Νότια Κινεζική θάλασσα, ενώ χερσαία σύνορα έχει μόνο με τη Μαλαισία». Συνεχίζοντας να διαβάζω, μαθαίνω πως είναι γνωστή για τη βιοποικιλότητα των προστατευόμενων δασών της. Τώρα έχω μια εικόνα, ένα ελάχιστο αφήγημα. Αλλά μία λέξη μόνη, σαν το Μπρουνέι ή την ελληνική λέξη Χαρά (που αγαπώ), είναι σαν ένα βότσαλο στην ακτή. Θα μαζέψω εκείνο που μου κεντρίζει την περιέργεια. Συνήθως δεν γνωρίζω τίποτα πέρα από την αρχική έλξη που μου ασκεί. Ίσως αυτό είναι μια μεταφορά για το τι συμβαίνει όταν βρίσκεσαι σε έναν τόπο ή μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις.
Στο βιβλίο The Anatomy of a Sentence, ο Ντάνιελ Στίβενσον γράφει για τον Πάουλ Τσελάν, που έπλασε το όνομά του από τον αναγραμματισμό του οικογενειακού του ονόματος Άντσελ, «δημιούργησε μια τσελανική γλώσσα μέσα στη γερμανική… συνέθεσε στην πραγματικότητα τον εαυτό του και έστειλε τα ποιήματά του προς αναζήτηση εκείνων που προσέρχονται στην ποίηση για να συναντήσουν το τραύλισμα της ανθρώπινης καρδιάς». Ένας Ρουμάνος Εβραίος, γεννημένος το 1920 στην Μπουκοβίνα (τώρα μέρος της Ουκρανίας), «με την επιμονή της μητέρας του, τα γερμανικά έγιναν η γλώσσα που μιλιόταν στο σπίτι». Έτσι, ο Τσέλαν έμαθε «την γλώσσα των δολοφόνων του». Αυτό που έμεινε γι’ αυτόν μετά το Ολοκαύτωμα ήταν ίσως όχι τόσο η ανατομία των λέξεων αλλά η αποδόμησή τους σε νέα συμφραζόμενα πένθους; Στην παραλαβή του Λογοτεχνικού Βραβείου της Βρέμης το 1958 έγραψε: «Ο ποιητής αρχικά συναντά το ποίημα ως ζωντανό πράγμα που δεν είναι φτιαγμένο από γλώσσα αλλά από αισθήσεις. […] Αυτό το επίμονο ζωντανό πράγμα αναζητά την συνάντηση».
Όταν ήρθα σε επαφή με τα ελληνικά ως παιδί δεν καταλάβαινα τους ήχους ενώ παρακολουθούσα τις εκφράσεις στα πρόσωπα του παππού μου και του πατέρα μου· μιλούσαν μια γλώσσα που με τοποθετούσε σε έναν άλλο τόπο, σε έναν τόπο, όπως το περιγράφει ο Τσελάν, αισθήσεων. Όπως η Χαρά, μια λέξη γεμάτη ανάσες, που εκπνέεται, οι ήχοι συνιστούσαν μια συνάντηση, μιαν αίσθηση να είσαι άλλος από τον εαυτό σου. Σε άλλο συμφραζόμενο η Τζούλια Κρίστεβα ρωτά στο Toccata and Fugue for the Foreigner [Τοκάτα και φούγκα για τον ξένο]: «Δεν πρέπει λοιπόν να συσπειρωνόμαστε, να μένουμε με αυτούς που ξέρουμε, να εξοβελίζουμε τον εισβολέα ή τουλάχιστον να τον κρατάμε “στη θέση του”;» Για να διατηρήσουμε μιαν αίσθηση ακίνδυνου ανοίκειου, ετυμολογικά καθώς και συντακτικά ριζωμένου στο οικείο. Η κυρίαρχη αφήγηση εξακολουθεί να κυριαρχεί ακόμα και σε μια στιγμή διασποράς (διάχυσης, διασάλευσης) αν η ίδια η γλώσσα είναι ριζωμένη σε δεδομένες διαπιστώσεις και δοκιμασμένα συμφραζόμενα. Αλλού όμως, σε νέες αισθήσεις, για να αφουγκραστούμε τον Τσελάν, μπορεί να εκφράσει κάτι που ξεφεύγει από αυτό που οι λέξεις οι ίδιες σημαίνουν.
Χαρά, ήχος γεμάτος ανάσα, εκπνοή, όπως συγχωρώ, μια λέξη που βρίσκω πιο γενναιόδωρη στα ελληνικά, από το αγγλικό του ισοδύναμο,“forgive.” Μου άρεσε αυτό που μου είπε ένας λακανιστής που εξηγούσε την ιδέα της συγχώρεσης ως χώρο, παρά ως επιλογή: συν+χωρώ που προτείνει μια πρόσθεση, να κάνεις χώρο για τον άλλον, παρά τη χριστιανική αντίληψη ότι υπάρχει κάποιος που χρειάζεται τη συγχώρεση (forgiveness, for+give) και κάποιος που έχει την εξουσία να τη δώσει (give) ή να μην τη δώσει. Εδώ δεν υπάρχει εξοβελισμός του «εισβολέα», όπως στην ανάλυση της Κρίστεβα, που τον τοποθετεί στη «θέση» του, όπως στην περίπτωση της συγχώρεσης, ως κάτι που κάποιος έχει την εξουσία να δώσει ή να μην δώσει. Μάλλον, η συνάντηση τώρα, για να θυμηθούμε τον Τσελάν, υπερβαίνει τον εαυτό και τον άλλο, παρέχοντας δυνατότητες για διευρυμένα συμφραζόμενα του «χωρώ». Μια νέα χώρα;
Η διασπορά από το ρήμα διασπείρω, σκορπώ και σπέρνω, «πληθυσμός που εγκαθίσταται
μακριά από την προγονική γη» (μία από τις ερμηνείες της λέξης στο λεξικό Γουέμπστερ), είναι επίσης: «ο τόπος όπου αυτός ο πληθυσμός ζει», ένας περαιτέρω ορισμός που μοιάζει στην αρχή αντίθετος, αλλά νομίζω πως, αν κάποιος σκεφτόταν την ιδέα της απόστασης ως έναν τόπο, τότε η απόσταση θα γινόταν «ο τόπος» όπου κάποιος ζει. Οπότε η ιδέα του άριζου ριζώνει πιο γενναιόδωρα, συν+χωρώ σε μια πληθώρα συμφραζομένων. Χαρτογραφεί τη ρευστότητα. Ο τόπος όπου κάποιος ζει δεν ορίζεται από τα σύνορα μιας χώρας αλλά περισσότερο από μια γεωγραφία των αισθήσεων· το σώμα όπως το ποίημα, ένας αγωγός:
«Θέλουμε τον άλλο-έναν άλλο (όχι όποιον άλλο) – να μας αγγίξει ώστε να γίνουμε δύο.
Όταν μας έχουν αγγίξει, μπορούμε να υπερβούμε μονοσήμαντες διαδρομές.»
(από το Εκεί που βρίσκεται το όριο)
Όταν μας έχουν αγγίξει, το όριο γίνεται πορώδες; ένας τόπος όπου μπορεί να βρούμε ή να χάσουμε τη θέση μας:
«[…] τα αρώματα που γέμιζαν το σκοτάδι,
λεβάντα και θυμάρι, η ξαφνική δυσοσμία
της κοπριάς που λίπαινε τα χωράφια.
Τ’ άφηνα να μπουν, άφηνα το σκοτάδι να με λούσει,»
(από το Coming Down the Mountain Before Dark)
Αυτό το σκοτάδι και οι οσμές που μας βοηθούν να βρούμε το δρόμο μας, κινούμαστε μέσα στο χρόνο όπως στο όνειρο σαν να ήταν κάτι συμπαγές· οι λέξεις είναι σήματα για αυτό που δεν μπορώ να προφέρω σωστά ή να καταλάβω· μια πρόσκληση για εγρήγορση
«Ήμουνα σε επιφυλακή, σε εγρήγορση
– έτσι επιβίωσε ο Οδυσσέας
πάντοτε πρόσεχε πού πήγαινε.
Χρωστώ ευγνωμοσύνη στους οικοδεσπότες μου,
η γενναιοδωρία τους ποτέ δεν είναι δεδομένη.»
(από την Πρόσκληση)
Σε μια πρόσκληση να συζητήσουν το ζήτημα της φιλοξενίας με τον Ζακ Ντεριντά, η αείμνηστη φιλόσοφος Αν Ντεφουρμαντέλ μιλάει για μια κατάσταση απορίας την οποία ερμηνεύει ως «αβέβαιη διασταύρωση διαδρομών» και για το σύμφυτη ανησυχία σε αυτές τις συναντήσεις: «Όταν εισερχόμαστε σε έναν άγνωστο τόπο…» εκεί «ξεκινάει η αργή εργασία για να δαμάσουμε το άγνωστο… Μια νέα οικειότητα διαδέχεται τον φόβο που προκλήθηκε μέσα μας από τη ρήξη του “εντελώς άλλου”…» Διερωτάται γι’ αυτήν τη στιγμή στην οποία η ανησυχία διαπλέκεται με την απορία, «πως θα μπορούσε η σκέψη να διεκδικήσει την κατανόηση του άλλου, του εντελώς άλλου, χωρίς κατάπληξη/έκπληξη;»
«Όταν γνώρισα τον Αλί, έναν πρόσφυγα από το Ιράν, ήταν πάντα καλοντυμένος και ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος ήταν ο φιλοξενούμενος:
Όχι, δεν είχε μαζέψει ακόμη τα πράγματά του, και ναι, ήξερε ότι θα φορούσε ό,τι φορούσε εκείνο το απόγευμα, καθώς μιλούσαμε, τα ίδια λουστρίνια. Έτσι ήμουν τότε όταν διέσχιζα την πεδιάδα, οι διακινητές με ρώτησαν: “πού πας έτσι ντυμένος, σε πάρτι;”»
(από το πού πας έτσι ντυμένος, σε πάρτι;)
…………………
Daniel Stephensen. http://sacredtrespasses.com/sacredtrespasses/2016/9/14/celan
Dufourmantelle, Anne, Of Hospitality, Anne Dufourmantelle Invites Jacques Derrida to Respond, Trans. Rachel Bowlby (Stanford UP, 2000)
Kristeva, Julia, Strangers to Ourselves, Trans. Leon. S. Roudiez (Columbia UP, 1991)
…………………………………………….
H Αντριάννα Καλφοπούλου έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, δύο βιβλία δοκιμίων και αρκετά chapbooks. Μια ανθολογία ποιημάτων της εκδόθηκε στα ελληνικά σε μετάφραση της Κατερίνας Ηλιοπούλου (Ξένη, ξένος, ξενιτιά, Μελάνι 2013). Διδάσκει δημιουργική γραφή στο Regis University και Αγγλική λογοτεχνία στο Deree, στην Αθήνα. Η δουλειά της έχει δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά όπως τα Poetry Daily, Harvard Review online, Hotel Amerika και σε ανθολογίες.
Επιλογές από το έργο της υπάρχουν στο http://www.adriannekalfopoulou.com
Σχολιάστε