Το εγχείρημα επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ

Αdrianne Kalfopoulou, Σε κατάπληξη

«Δεν έχω προορισμό· αυτό είναι ένα από τα κληρονομικά γνωρίσματα της Διασποράς. Είμαι απλώς εδώ που είμαι· η επόμενη σκέψη με οδηγεί στον επόμενο τόπο.»

Dionne Brand, A map to the Door of no Return

Τα συμφραζόμενα των λέξεων όπως και το περιβάλλον των χωρών παρέχουν ευρύτερο νόημα από την ίδια τη χώρα ή τη λέξη. Μπρουνέι, λέει κάποιος. Αλλά αφού δεν γνωρίζεις τη χώρα, ακούς μόνο τον ήχο της λέξης και σου φαίνεται όμορφος. Στον χάρτη το Μπρουνέι «είναι μια μικροσκοπική χώρα στη Νοτιοανατολική Ασία στο νησί Βόρνεο». Διαβάζουμε πως «βρέχεται από τη Νότια Κινεζική θάλασσα, ενώ χερσαία σύνορα έχει μόνο με τη Μαλαισία». Συνεχίζοντας να διαβάζω, μαθαίνω πως είναι γνωστή για τη βιοποικιλότητα των προστατευόμενων δασών της. Τώρα έχω μια εικόνα, ένα ελάχιστο αφήγημα. Αλλά μία λέξη μόνη, σαν το Μπρουνέι ή την ελληνική λέξη Χαρά (που αγαπώ), είναι σαν ένα βότσαλο στην ακτή. Θα μαζέψω εκείνο που μου κεντρίζει την περιέργεια. Συνήθως δεν γνωρίζω τίποτα πέρα από την αρχική έλξη που μου ασκεί. Ίσως αυτό είναι μια μεταφορά για το τι συμβαίνει όταν βρίσκεσαι σε έναν τόπο ή μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις.

Στο βιβλίο The Anatomy of a Sentence, ο Ντάνιελ Στίβενσον γράφει για τον Πάουλ Τσελάν, που έπλασε το όνομά του από τον αναγραμματισμό του οικογενειακού του ονόματος Άντσελ, «δημιούργησε μια τσελανική γλώσσα μέσα στη γερμανική… συνέθεσε στην πραγματικότητα τον εαυτό του και έστειλε τα ποιήματά του προς αναζήτηση εκείνων που προσέρχονται στην ποίηση για να συναντήσουν το τραύλισμα της ανθρώπινης καρδιάς». Ένας Ρουμάνος Εβραίος, γεννημένος το 1920 στην Μπουκοβίνα (τώρα μέρος της Ουκρανίας), «με την επιμονή της μητέρας του, τα γερμανικά έγιναν η γλώσσα που μιλιόταν στο σπίτι». Έτσι, ο Τσέλαν έμαθε «την γλώσσα των δολοφόνων του». Αυτό που έμεινε γι’ αυτόν μετά το Ολοκαύτωμα ήταν ίσως όχι τόσο η ανατομία των λέξεων αλλά η αποδόμησή τους σε νέα συμφραζόμενα πένθους; Στην παραλαβή του Λογοτεχνικού Βραβείου της Βρέμης το 1958 έγραψε: «Ο ποιητής αρχικά συναντά το ποίημα ως ζωντανό πράγμα που δεν είναι φτιαγμένο από γλώσσα αλλά από αισθήσεις. […] Αυτό το επίμονο ζωντανό πράγμα αναζητά την συνάντηση».

Όταν ήρθα σε επαφή με τα ελληνικά ως παιδί δεν καταλάβαινα τους ήχους ενώ παρακολουθούσα τις εκφράσεις στα πρόσωπα του παππού μου και του πατέρα μου· μιλούσαν μια γλώσσα που με τοποθετούσε σε έναν άλλο τόπο, σε έναν τόπο, όπως το περιγράφει ο Τσελάν, αισθήσεων. Όπως η Χαρά, μια λέξη γεμάτη ανάσες, που εκπνέεται, οι ήχοι συνιστούσαν μια συνάντηση, μιαν αίσθηση να είσαι άλλος από τον εαυτό σου. Σε άλλο συμφραζόμενο η Τζούλια Κρίστεβα ρωτά στο Toccata and Fugue for the Foreigner [Τοκάτα και φούγκα για τον ξένο]: «Δεν πρέπει λοιπόν να συσπειρωνόμαστε, να μένουμε με αυτούς που ξέρουμε, να εξοβελίζουμε τον εισβολέα ή τουλάχιστον να τον κρατάμε “στη θέση του”;» Για να διατηρήσουμε μιαν αίσθηση ακίνδυνου ανοίκειου, ετυμολογικά καθώς και συντακτικά ριζωμένου στο οικείο. Η κυρίαρχη αφήγηση εξακολουθεί να κυριαρχεί ακόμα και σε μια στιγμή διασποράς (διάχυσης, διασάλευσης) αν η ίδια η γλώσσα είναι ριζωμένη σε δεδομένες διαπιστώσεις και δοκιμασμένα συμφραζόμενα. Αλλού όμως, σε νέες αισθήσεις, για να αφουγκραστούμε τον Τσελάν, μπορεί να εκφράσει κάτι που ξεφεύγει από αυτό που οι λέξεις οι ίδιες σημαίνουν.

Χαρά, ήχος γεμάτος ανάσα, εκπνοή, όπως συγχωρώ, μια λέξη που βρίσκω πιο γενναιόδωρη στα ελληνικά, από το αγγλικό του ισοδύναμο,“forgive.” Μου άρεσε αυτό που μου είπε ένας λακανιστής που εξηγούσε την ιδέα της συγχώρεσης ως χώρο, παρά ως επιλογή: συν+χωρώ που προτείνει μια πρόσθεση, να κάνεις χώρο για τον άλλον, παρά τη χριστιανική αντίληψη ότι υπάρχει κάποιος που χρειάζεται τη συγχώρεση (forgiveness, for+give) και κάποιος που έχει την εξουσία να τη δώσει (give) ή να μην τη δώσει. Εδώ δεν υπάρχει εξοβελισμός του «εισβολέα», όπως στην ανάλυση της Κρίστεβα, που τον τοποθετεί στη «θέση» του, όπως στην περίπτωση της συγχώρεσης, ως κάτι που κάποιος έχει την εξουσία να δώσει ή να μην δώσει. Μάλλον, η συνάντηση τώρα, για να θυμηθούμε τον Τσελάν, υπερβαίνει τον εαυτό και τον άλλο, παρέχοντας δυνατότητες για διευρυμένα συμφραζόμενα του «χωρώ». Μια νέα χώρα;

Η διασπορά από το ρήμα διασπείρω, σκορπίζω και σπέρνω, «πληθυσμός που εγκαθίσταται μακριά από την προγονική γη» (μία από τις ερμηνείες της λέξης στο λεξικό Γουέμπστερ), είναι επίσης: «ο τόπος όπου αυτός ο πληθυσμός ζει», ένας περαιτέρω ορισμός που μοιάζει στην αρχή αντίθετος, αλλά νομίζω πως, αν κάποιος σκεφτόταν την ιδέα της απόστασης ως έναν τόπο, τότε η απόσταση θα γινόταν «ο τόπος» όπου κάποιος ζει. Οπότε η ιδέα του άριζου ριζώνει πιο γενναιόδωρα, συν+χωρώ σε μια πληθώρα συμφραζομένων. Χαρτογραφεί τη ρευστότητα. Ο τόπος όπου κάποιος ζει δεν ορίζεται από τα σύνορα μιας χώρας αλλά περισσότερο από μια γεωγραφία των αισθήσεων· το σώμα όπως το ποίημα, ένας αγωγός:

Θέλουμε τον άλλο-έναν άλλο (όχι όποιον άλλο) – να μας αγγίξει ώστε να γίνουμε δύο.

Όταν μας έχουν αγγίξει, μπορούμε να υπερβούμε μονοσήμαντες διαδρομές.

(από το Εκεί που βρίσκεται το όριο)

Όταν μας έχουν αγγίξει, το όριο γίνεται πορώδες; ένας τόπος όπου μπορεί να βρούμε ή να χάσουμε τη θέση μας:

«[…] τα αρώματα που γέμιζαν το σκοτάδι,

λεβάντα και θυμάρι, η ξαφνική δυσοσμία

της κοπριάς που λίπαινε τα χωράφια.

Τ’ άφηνα να μπουν, άφηνα το σκοτάδι να με λούσει,»

(από το Coming Down the Mountain Before Dark)

Αυτό το σκοτάδι και οι οσμές που μας βοηθούν να βρούμε το δρόμο μας, κινούμαστε μέσα στο χρόνο όπως στο όνειρο σαν να ήταν κάτι συμπαγές· οι λέξεις είναι σήματα για αυτό που δεν μπορώ να προφέρω σωστά ή να καταλάβω· μια πρόσκληση για εγρήγορση

«Ήμουνα σε επιφυλακή, σε εγρήγορση

– έτσι επιβίωσε ο Οδυσσέας

πάντοτε πρόσεχε πού πήγαινε.

Χρωστώ ευγνωμοσύνη στους οικοδεσπότες μου,

η γενναιοδωρία τους ποτέ δεν είναι δεδομένη.»

(από την Πρόσκληση)

Σε μια πρόσκληση να συζητήσουν το ζήτημα της φιλοξενίας με τον Ζακ Ντεριντά, η αείμνηστη φιλόσοφος Αν Ντεφουρμαντέλ μιλάει για μια κατάσταση απορίας την οποία ερμηνεύει ως «αβέβαιη διασταύρωση διαδρομών» και για το σύμφυτη ανησυχία σε αυτές τις συναντήσεις: «Όταν εισερχόμαστε σε έναν άγνωστο τόπο…» εκεί «ξεκινάει η αργή εργασία για να δαμάσουμε το άγνωστο… Μια νέα οικειότητα διαδέχεται τον φόβο που προκλήθηκε μέσα μας από τη ρήξη του “εντελώς άλλου”…» Διερωτάται γι’ αυτήν τη στιγμή στην οποία η ανησυχία διαπλέκεται με την απορία, «πως θα μπορούσε η σκέψη να διεκδικήσει την κατανόηση του άλλου, του εντελώς άλλου, χωρίς κατάπληξη/έκπληξη;»

«Όταν γνώρισα τον Αλί, έναν πρόσφυγα από το Ιράν, ήταν πάντα καλοντυμένος και ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος ήταν ο φιλοξενούμενος:

Όχι, δεν είχε μαζέψει ακόμη τα πράγματά του, και ναι, ήξερε ότι θα φορούσε ό,τι φορούσε εκείνο το απόγευμα, καθώς μιλούσαμε, τα ίδια λουστρίνια. Έτσι ήμουν τότε όταν διέσχιζα την πεδιάδα, οι διακινητές με ρώτησαν: “πού πας έτσι ντυμένος, σε πάρτι;”»

(από το πού πας έτσι ντυμένος, σε πάρτι;)

………………

Daniel Stephensen. http://sacredtrespasses.com/sacredtrespasses/2016/9/14/celan

Dufourmantelle, Anne, Of Hospitality, Anne Dufourmantelle Invites Jacques Derrida to Respond, Trans. Rachel Bowlby (Stanford UP, 2000)

Kristeva, Julia, Strangers to Ourselves, Trans. Leon. S. Roudiez (Columbia UP, 1991)

Σχολιάστε