Mετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου
Τryfon Tolidis
Το δάσος ως νους
Mετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου
Το δάσος ως νους
Ο νους μου βρίσκεται στο δάσος.
Πηγαίνω κάθε πρωί
για να παρακολουθήσω τη δημιουργία του, να τον ξαναβρώ,
να τον ανακτήσω.
Είναι μέσα στα λείψανα
των ξύλων, σε πέτρες που ξεπροβάλλουν
απ’ το χώμα, σ’ ένα σωρό
χρυσαφένιας κοπριάς αλόγου,
στον αέρα μες στα δέντρα,
σε ένα κούτσουρο στο μονοπάτι, στη σκιά,
στο φως πάνω στις φτέρες, γνέφοντας.
Σε μια μέλισσα που με προσπερνά βουίζοντας,
σε ένα ελάφι προτού να το δω.
Κάποιες στιγμές βλέπω τον εαυτό μου
σαν από απόσταση,
ή όπως όταν δεν κοιτάζεις,
τον παλμό της ύπαρξής μου.
Ποιος είναι τότε λοιπόν ο παρατηρητής;
Τι είμαι εγώ γι’ αυτόν; Πού
κάθεται και παρακολουθεί;
Ηλιόφωτο ανάμεσα από φύλλα,
πάνω σε ένα χνάρι
σαν το λαμπύρισμα της θάλασσας.
Και το χρώμα: αγριολούλουδο, πράσινο,
φρούτο της βατομουριάς
που φουσκώνει και κοκκινίζει, φλόμος, πεύκο,
ασημένιο έλατο, φλοιός βελανιδιάς, ερυθρελάτη.
Ποιος είναι ο δημιουργός;
Δίχως σημαία
Προτού να είναι πολύ αργά, θα γράψω ένα τραγούδι για το πώς είναι να είσαι ελεύθερος, και το τραγούδι θα ανοίξει για να ανεμίσει η ελευθερία μου σαν κουρτίνα μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο στο φως όλων των πρώτων ημερών της άνοιξης και του μακρόσυρτου καλοκαιριού και στο φως που αντανακλά το χιόνι του χειμώνα, σε ένα σπίτι στο βουνό ή σε ένα σπίτι πλάι στη θάλασσα.
Τα δέντρα είναι μοναχά
Τα δέντρα είναι μοναχά κι εγώ
δεν σταματώ μέσα στην ηλιοφώτιστη ακινησία
του απογεύματος. Το κόκκινο τούβλινο κτίριο
είναι ακίνητο. Τούβλο
τούβλο βλέπω ολόκληρο το κτίριο.
Το μαύρο γυαλί.
Τη λάμπα που βουίζει στο πάρκινγκ.
Η αύρα είναι ακίνητη.
Τα βαγόνια του τρένου που περνούν.
Τα παρακολουθώ σαν να ήμουν
ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο
δεν με γνωρίζει και παρ’όλα αυτά ονειρεύεται
τη ζωή μου. Τα καφετιά και μπλε
και μαύρα βαγόνια. Τη σφυρίχτρα.
Το φως, ένα παράξενο χρυσό,
ένα λαμπερό βάρος, πάνω στα βαγόνια,
πάνω σε όλα, προτού χαθεί.
Ο ερχομός της νύχτας στο φαράγγι Σάντα Έλενα.
Εθνικό Πάρκο Μπιγκ Μπεντ
Αεράκι. Πουλιά. Το ποτάμι. Το Μεξικό στην άλλη πλευρά. Δεν μοιάζει καθόλου με χάρτη.
Σκοτείνιασμα. Το πρώτο αστέρι. Το μαύρο των τειχών του φαραγγιού γίνεται πιο μαύρο.
Τριζόνια, νυχτερινοί ήχοι, σε αρμονία με το νερό. Οι φεγγαροφωτισμένες αμμουδερές όχθες του Ρίο Γκράντε – λευκές αντανακλάσεις πέρα απ’ το ποτάμι. Δεσμίδες ήχων πετούν κοντά στο κεφάλι μου. Κατόπιν σε ψηλότερο σημείο-
θέα εκεί που ο αέρας είναι ακόμη ζεστός, η γη εκπέμπει θερμότητα,
και μια καινούργια ομάδα ζώων για να ακούς. Το ποτάμι, πιο μακριά, είναι ένα φορτηγό ανάμεσα στους ήχους της ζωής,
μια σειρήνα που χάνεται, ο οποίος είναι ο ήχος της ζωής. Ενώ κάθε ζώο έχει
τη δική του μοναδική φωνή, η εμβέλεια του ποταμιού ορίζεται από την κίνηση. Κι ωστόσο κάθε μέρα, αντίθετα από τα ζώα, το ποτάμι είναι ακόμη εδώ. Τα ζώα έχουν ένα διαφορετικό συνεχές – κενά
ανάμεσα στις κραυγές τους. Πρέπει να χρησιμοποιήσεις τον αέρα ή τη μνήμη για να τις συνδέσεις.
Η σύγκρουση ενός τρένου
Όχι πραγματική σύγκρουση, μόνο ένας βαθύς απόηχος. Ίσως ένα τεράστιο φορτηγό που ξεφορτώνει.
Στην Αμερική έχουμε μόνο τη βροχή που πέφτει και τον άντρα κάτω από τη γέφυρα με ένα κύπελλο και αξιοπρέπεια να πλησιάζει το αυτοκίνητό μας. Οι μπουλντόζες που έρχονται για να αδειάσουν το χολ από τα παπούτσια της γιαγιάς μας εφοδιάζονται ακόμη με βενζίνη στους στρατώνες.
Διαύγεια
Η σιωπή του πρωινού δάσος,
σκοτεινό σαν καταιγίδα
της παιδικής ηλικίας. Κοιτώντας
μέσα από τη σκουριασμένη σήτα,
μυρίζοντας σίδερο κι αρώματα της γης.
Κάπου ένας γέρος εισέρχεται
στο σιωπηλό σκοτάδι του Αλτσχάιμερ,
σκεπτόμενος ότι έως τώρα
μπορούσε να δει
αυτό που ερχόταν, αυτό
που ακολουθούσε. Βρίσκοντας λιγότερες
λέξεις πια, για το απερίγραπτο.
Παράξενο, το αποκαλεί. Και τον εαυτό του,
έναν απατεώνα, μια απομίμηση του εαυτού του,
λέει. Πώς είσαι;
Δεν ξέρω, λέει. Πραγματικά,
δεν ξέρω.
Η γνωριμία μου με την Αμερική
Χιλιάδες καπάκια μπουκαλιών σε έναν χώρο στάθμευσης. Παλιομοδίτικο μέταλλο που σκουριάζει ωραία, με σκληρές οδοντωτές παρυφές που έκαναν το δέρμα των δαχτύλων μας να ξεφλουδίζει. Πολλά ήταν επίπεδα σαν γυαλιστερά βλήματα και τα πετούσαμε χωρίς να μπορούμε να υπολογίσουμε τι στροφές θα έπαιρναν. Μια παράξενη αναπήδηση στον αέρα. Άλλα σε άριστη κατάσταση, με την επιγραφή τους ανέπαφη. Και μπουκάλια μπύρας με μάκα και λάσπη και μπόχα μέσα στ’ αγριόχορτα και το χώμα.
Ήλιος και καλοκαίρι. Το πιο πολύχρωμο μέρος. Γαλάζιες τουαλέτες με γαλάζιο νερό στο καζανάκι στο πάρκο και στο εργοτάξιο. Χρυσό χορτάρι στο πλάι του δρόμου με ξασπρισμένα κυπελλάκια και περιτυλίγματα και, μια φορά, ένα ξασπρισμένο χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων. Αν και τα πράγματα είναι πάντα πολύχρωμα όταν είσαι παιδί. Παρόλα αυτά.
Η λέξη βραδινό ήρθε από τη μαμά του φίλου μου (η λέξη δείπνο ήρθε πιο μετά από τη μαμά ενός άλλου φίλου, αλλά η λέξη βραδινό ήταν πρώτη).
Ο πατριός του πήγαινε συχνά για ψάρεμα, ένα κόκκινο, χτυπημένο φορτηγάκι μάρκας Ford τις βροχερές μέρες πλάι στο ποτάμι. Κάποιος είχε φτιάξει μια ράβδο ηλεκτροπληξίας από ένα μπαστούνι του γκολφ, αφαιρώντας του την κεφαλή και προσθέτοντας ένα κομμένο κίτρινο ηλεκτρικό καλώδιο, οπότε όταν το συνέδεες στο ρεύμα και έχωνες την άκρη του στο χώμα, τα σκουλήκια ξεπετάγονταν μέσα απ’ τη γη και είχες εύκολο δόλωμα. Στο σπίτι του φίλου ένα σκυλί ράτσας Αγίου Βερνάρδου που το έλεγαν Μίστι ήταν δεμένο σε μια ιτιά. Στην κουζίνα μια σακούλα σκουπιδιών ξέχειλη από κονσέρβες για γάτες
ακουμπούσε στον πάγκο. Είχαν ηλεκτρικό ανοιχτήρι για κονσέρβες. Ακούγαμε το καινούργιο δίσκο των Kansas στο δωμάτιό του, τα έγχορδα στο “Point of No Return” και μυρίζαμε την ξενική εργοστασιακή καινουργίλα του βινυλίου και του χαρτιού, μεθυσμένοι από τα χημικά. Το αγόρι της ετεροθαλούς αδελφής του είχε στοίβες με πορνοβιβλία σε ένα μικρό δωμάτιο πλάι στη βεράντα στο διαμέρισμά του. Την πηγαίναμε ως εκεί. Πορνοβιβλία με γυαλιστερές ολοζώντανες εικόνες βρίσκαμε με το φίλο μου και στο δάσος πίσω από την κάβα.
Πήγα στο πρώτο μου λούνα παρκ με τον φίλο μου. Μας πήγε η μαμά του με το αυτοκίνητο. Έπαιζε μπίνγκο, λότο, μπόουλινγκ, κάπνιζε πολύ, δυσκολευόταν στο περπάτημα και πάντα μου φερόταν με καλοσύνη. Ήμασταν η μητέρα του, δύο από τις αδελφές του κι εμείς. Τρώγαμε μπέργκερ και πατάτες στο αυτοκίνητο, και ποπκόρν.
Ήταν καλοκαίρι, άρχισε να βρέχει με το τουλούμι,
η βροχή κοπανούσε στην οροφή, έπεφταν κεραυνοί. Κάποιος τότε είπε ότι είναι πιο ασφαλές το εσωτερικό όταν έχει κεραυνούς, αρκεί να είναι κλειστά τα παράθυρα ώστε να μην μπορεί να μπει μέσα στο αυτοκίνητο ο κεραυνός παρά μόνο να το περικυκλώνει σαν φωτοστέφανο.
Αυτήν την ώρα
Το Ρόιτερς αναφέρει εκρήξεις στην πρωτεύουσα της Συρίας. Το ακούω στο ραδιόφωνο στην Ελλάδα στο χωριό μου στο δωμάτιο με την ξυλόσομπα. Κάπως δεν μπορούσα να κοιμηθώ
και άνοιξα το ραδιόφωνο για να ακούσω μουσική και τηλεφωνήματα ακροατών όταν ήρθε η ανακοίνωση, τα μάτια μου ανοιχτά στο σκοτάδι, ένα ή δυο δοκάρια του ταβανιού ορατά μέσα στην αχλή και τη σκιά της ανταύγειας που μπαίνει απ’ το παράθυρο.
Είναι Απρίλιος. 4 π.μ. στην Ελλάδα. 9 μ.μ. πράιμ τάιμ, ακόμη χθες, στις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες. Και 6 π.μ. στη Δαμασκό, όπου οι άνθρωποι ξυπνούν.
Φτάνοντας
Νεαρά φύλλα και σταφύλια.
Ιμπρεσσιονιστικές λεύκες.
Κοιτούσαμε τον ήλιο να ξαναβγαίνει
πάνω απ’ το λιβάδι
ήταν μόνο ο ένας από εμάς
όμως λέω εμείς
και ήμασταν παιδιά ξανά
όπως πάντα
στο λιβάδι με το φως του ήλιου
ο ήλιος έβγαινε και έβγαινε
και έβγαινε ξανά
και κάθε φορά εμείς λάμπαμε
σαν το χορτάρι και ζεσταινόμασταν
μέσα στη μυρωδιά των ξερών αγριόχορτων
ενώ δεν ήμασταν παιδιά
περπατούσαμε αργά
με τα κεφάλια σκυφτά
πεταλούδες κολυμπούσαν στον αέρα του λιβαδιού
δεν θυμόμασταν τίποτε
για μια στιγμή
ήμασταν ελεύθεροι
και το ποτάμι διαυγές
πλησίαζε καλοκαίρι
έρεε κυματιστό
δεν ξέραμε τίποτε πέρα από το ότι υπήρχαμε
ήμασταν εκεί όπου ήμασταν
το χορτάρι ψήλωνε
για μια στιγμή
οι λεύκες έλαμπαν
μέσα στον αέρα και το φως
κοτσύφια διέσχιζαν το λιβάδι
λευκές σφαιρικές κορφές πικραλίδων
διάστιζαν το λιβάδι
το νερό συνέχιζε να είναι διαυγές
συνέχιζε να ρέει
μερικά μεγάλα δέντρα
έγερναν πάνω απ’ το ποτάμι
αψιδωτά καταρρέοντας
αργά.
Αποκαλόκαιρο
Το μπλε του Ιονίου, καθώς αγναντεύουμε
από έναν βράχο της Λευκάδας, δεν θα μας γιατρέψει.
Ούτε το μπλε του Αιγαίου ενώ καθόμαστε
σε όποια παραλία μας αρέσει, τζιτζίκια να τραγουδούν,
μυρωδιές από λοσιόν μαυρίσματος
στον αέρα. Οι βουτιές όσες κι αν είναι
δεν θα αλλάξουν τα πράγματα. Ούτε η συζήτηση.
Η δυάδα του ουρανού του χωριού
και των κίτρινων χόρτων στους λόφους δεν θα βοηθήσει.
Η νόστιμη μαρμελάδα κεράσι, το ντόπιο
πρόβειο βούτυρο, οι κουταλιές
του ελαιόλαδου κάθε πρωί, το σκόρδο
από τον κήπο, τα αράντιστα
μήλα κομμένα κατευθείαν από το δέντρο
της γης όπου γεννηθήκαμε.
Ούτε η εκδρομή μαζί με άλλους
στη λίμνη που μοιράζονται τρεις χώρες,
ο περίπατος στη γέφυρα
προς το μικρό νησί, ο ήχος πλείστων καλαμιών.
Το πολυαναμενόμενο ψάρι που μας σύστησαν για δείπνο
μας απογοητεύει. Γυρίζουμε πίσω,
το στομάχι μας πονάει όλο το βράδυ.
Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με τη σιωπή.
Με τους άλλους. Με τη νύχτα.
Ο ήλιος είναι πολύ μεγάλος για μας. Το μπλε,
ανοικονόμητο, στην ενδοχώρα ή στην ακτογραμμή. Δεν μπορούμε
να είμαστε παρέα με τη θλίψη μας. Το αποκαλόκαιρο
είναι μια αμήχανη εποχή.
Όπως ακριβώς κι οι υπόλοιπες του χρόνου.
Κι ωστόσο όταν βγάζουμε ένα σκαμνί έξω στο μπαλκόνι
μια τελευταία καλοκαιρινή νύχτα
κι αφουγκραζόμαστε τους καθαρούς
και τρυφερούς δονούμενους ήχους των γρύλλων
κοντινούς και μακρινούς
είναι ένα τονωτικό, ό,τι κι αν λέει το τραγούδι τους—
για τ’ αστέρια, τα δέντρα μες στη νύχτα, τον Θεό, το τέλος
του καλοκαιριού.
Νοέμβριος
Ήταν καλοκαίρι, ο τόπος ολόλαμπρος μέσα στο δυνατό, αιχμηρό, πλούσιο, ζεστό φως. Κι εμείς, επίσης. Ένα πράγμα που θυμάμαι από σένα είναι η μέρα—
οδηγώντας στην εξοχή, στρογγυλοί λόφοι, ο μικροσκοπικός εαυτός του αυτοκινήτου μας μέσα στην απεραντοσύνη κάτω από το ζεστό λαμπερό φως πάνω σε αυτή τη φιλόξενη γη
που δεν γνωρίζαμε. Πράσινο παντού.
Πήραμε μια στροφή κι εκείνο το γεράκι πέταξε με ένα χοντρό φίδι να σφαδάζει στα νύχια του,
παραλίγο χτυπώντας την οροφή του αυτοκινήτου. Σκέφτομαι εκείνη τη μέρα
ένα κρύο πρωί στο χωριό μου με τα γκρεμισμένα σπίτια και τις θαμμένες πέτρες
και τις καρυδιές εκεί που ήταν άλλοτε τα δωμάτια. Γονατίζω στο πάτωμα της κουζίνας για να μυρίσω τα φρούτα που μάζεψα σε ρημαγμένους οπωρώνες—
ένα δείγμα μήλου άψογο στο χρώμα, τη φωτεινότητα, τη γλύκα, τη γυαλάδα, το σχήμα. Και αχλάδια, κυνόροδα, δαμάσκηνα. Όπως με τα λουλούδια η μυρωδιά χάνεται μετά από μία εισπνοή—
σαν να είναι η μια φορά αρκετή – σαν να έχεις φτάσει σε κάποιο σημείο κορεσμού ή σε ένα κατώφλι για το αιώνιο. Ωστόσο εγώ προσπαθώ να οσμιστώ αυτήν την άγρια τελειότητα, χέρια και πόδια αρχίζουν να παγώνουν.
……………………………..
Τι μπορεί να σημαίνει η λέξη διασπορά σε έναν κόσμο που έχει επιταχυνθεί, μετατοπιστεί, συμπυκνωθεί και μικρύνει (όχι ευχάριστα); Πολλά από τα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν η βάση ενός τόπου, ο τοπικός του χαρακτήρας, η κουλτούρα και ο τρόπος ζωής – και η αυτονομία που αυτά συνεπάγονται – καθώς και οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν χαθεί από το χωριό μου, την Κορυφή Βοΐου Κοζάνης και από τα περισσότερα χωριά. Η ζωή ακόμη και των λιγοστών γέρων που έχουν απομείνει έχει υποστεί διάλυση, έχει αποκοπεί από τη γη και μπολιαστεί στην κουλτούρα της τηλεόρασης. Έχοντας (επανα)προσδιοριστεί ως συνταξιούχοι και ασφαλισμένοι (εκτός βέβαια από καταναλωτές όπως και όλοι εμείς οι υπόλοιποι) διαθέτουν μόνο ένα υπόλειμμα ταύτισης με τον αρχικό τόπο και το περιεχόμενό του και αποτελούν ένα αδύναμο, στην καλύτερη περίπτωση, μέσο σύνδεσης για εμάς τους υπόλοιπους με το τι και το πού της προέλευσής μας. Έτσι ώστε έχουμε όλοι διασπαστεί, έχουμε γίνει σπόροι σκορπισμένοι και χαραμισμένοι/αναλωμένοι, ανίκανοι να βλαστήσουμε από μια κοινή, πρωταρχική (κοινωνική;) πηγή η οποία δεν υπάρχει πια. Μας αφήνει άραγε αυτό αποστερημένους και αποκομμένους, ή μας αφήνει την ίδια τη γη ως το αρχικό πλαίσιο, το οποίο είναι ακόμη ζωντανό και ανοιχτό σε εμάς, εάν μπορούμε κι εμείς να είμαστε ανοιχτοί σε αυτό; Είναι ο τόπος αρκετός; Μπορεί ο καθένας και η καθεμιά να δημιουργήσει το δικό του ή δικό της δεσμό με τον τόπο; Ή με το παρελθόν μέσα από βιβλία και ιστορίες; Μπορούμε να χτίσουμε ή να επανιδρύσουμε κατευθυνόμενοι προς τα πίσω ένα καινούργιο κοινό χώρο μέσω ετερόκλητων νημάτων; Ή μήπως τα νήματα/οι σπόροι/εμείς δουλεύουμε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός καινούργιου κοινού χώρου στο μέλλον αφού ο παλιός έχει χαθεί; Ή μήπως η ιδιότητα του καταναλωτή μας βυθίζει σε τέλμα, εμποδίζει τη δυνατότητα μας να κινηθούμε προς κάποια κατεύθυνση και ανακόπτει την αυτενέργεια του ατόμου; Άλλα ερωτήματα σχετικά με τη διασπορά:Σε πιο βαθμό υπάρχουν διαθέσιμες, βιώσιμες, ζωντανές άγκυρες με τις οποίες να μπορούν να συνδεθούν αληθινά οι σπόροι; Ποια είναι η φύση, ο χαρακτήρας και η αναγκαιότητα αυτών των δεσμών; Πώς εμπλέκονται ο κοινωνικός θεσμός (και το ψυχολογικό πλέγμα) της οικογένειας και πώς οι ιδέες και οι πρακτικές στην εμβέλεια ανάμεσα στην καθαρότητα της φυλής και σε κάποιου είδους βουδιστικό (ατομικό) μηδενισμό (ή απελευθέρωση); Ποια είναι η φύση της παρόρμησης ενός ανθρώπου να φύγει ή να κόψει τους δεσμούς; Ποια είναι η φύση του να είσαι ένας σπόρος; Μήπως η έννοια της διασποράς χάνει το νόημά της στις μέρες μας; Μπορεί το νόημα να εξακριβωθεί; Και όχι το τι είναι διασπορά, αλλά το τι δεν είναι; Πού οδηγούν αυτά τα ερωτήματα τον καθένα από εμάς, όποιοι κι αν είμαστε; Και ποιοι και τι είμαστε;
Ο Τρύφων Τολίδης γεννήθηκε στην Κορυφή Βοΐου, στην Ελλάδα. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο, AnAlmostPureEmptyWalking, περιλήφθηκε το 2005 στη λίστα National Poetry Series και εκδόθηκε από τον οίκο Penguin to 2006. To 2009 έγινε δεκτός ως επισκέπτης συγγραφέας του Lannan Foundation Writer Residency στη Μάρφα, Τέξας. Τα ποιήματα του τεύχους είναι από τις δύο ανέκδοτες συλλογές TheWindHeldMyPlace και Marfa.
Σχολιάστε