Mετάφραση: Γιάννης Πεδιώτης
Ένα βιβλίο κτηνών
Το 1868 εμφανίστηκε στα παριζιάνικα βιβλιοπωλεία ένα ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι, ανώνυμα δημοσιευμένο, με τον τίτλο Τα άσματα του Μαλντορόρ. Περιείχε μόνο το πρώτο Άσμα ή Κάντο, και ο εμφανιζόμενος ως συγγραφέας του λεγόταν «Κόμης του Λωτρεαμόν» – ακολουθώντας, εν πολλοίς, τη fin-de-siècle επικρατούσα μόδα του γοτθικού, της παρακμής, και τη στροφή προς έναν φιλολογικό, αισθητικό αριστοκρατισμό. Στη μετά θάνατον ζωή του, το βιβλίο έμελλε να επηρεάσει καίρια την επαναστατική κουλτούρα, από τους Σουρεαλιστές μέχρι και τους Καταστασιακούς. Όμως την εποχή της δημοσίευσής του αγνοήθηκε πλήρως, (παρότι το Άσμα Ι επανεκδόθηκε έναν χρόνο μετά στην ανθολογία Parfumes de l’Ame [Ευωδιές της ψυχής]), ακόμη και όταν το Τα άσματα του Μαλντορόρ (εφεξής ο Μαλντορόρ) κυκλοφόρησε πλήρες σε μορφή τόμου.
Δεν είναι δύσκολο να δούμε γιατί αγνοήθηκε. Δεν ήταν ούτε πρόζα, ούτε ποίημα, ούτε μυθοπλασία, ούτε και το αντίθετό της – δεν εντασσόταν ούτε στο δημοφιλές είδος του roman noir, ούτε και στο τότε αναδυόμενο είδος του πεζού ποιήματος. Το παρακάτω απόσπασμα –από το Άσμα ΙΙ– είναι ενδεικτικό των εκκεντρικοτήτων του κειμένου:
Υπάρχουν ώρες στη ζωή που ο άνθρωπος, με την ψειριασμένη κόμη, ρίχνει, καρφώνοντας το μάτι, βλέμματα αγριωπά στις πράσινες μεμβράνες του διαστήματος, επειδή του φαίνεται ότι ακούει, εμπρός του, τις ειρωνικές αποδοκιμασίες από ένα φάντασμα. Ταράζεται και σκύβει το κεφάλι: αυτό που άκουσε, είναι η φωνή της συνειδήσεως. Τότε, ορμάει απ’ το σπίτι, με σβελτάδα τρελού, παίρνει την πρώτη πρόσφορη κατεύθυνση μες στην κατάπληξή του, και με το βήμα του καταβροχθίζει τους βραχώδεις κάμπους της εξοχής. Αλλά το κίτρινο φάντασμα δεν τον χάνει απ’ τα μάτια του και τον καταδιώκει με την ίδια ταχύτητα. Κάποιες φορές, σε μια νύχτα θύελλας, ενώ οι λεγεώνες των φτερωτών χταποδιών, θυμίζοντας από μακριά κόρακες, πλανιούνται πάνω απ’ τα σύννεφα, κατευθυνόμενες με γρήγορο κουπί προς τις πολιτείες των ανθρώπων, έχοντας ως αποστολή να τους ειδοποιήσουν ν’ αλλάξουν στάση, το βότσαλο, με το θλιμμένο βλέμμα, βλέπει δύο πλάσματα να περνούν στο φως της αστραπής, το ένα πίσω από τ’ άλλο, και, σκουπίζοντας ένα λαθραίο δάκρυ ευσπλαχνίας, που κυλάει απ’ το παγωμένο βλέφαρο, κραυγάζει: «Ασφαλώς και του αξίζει – δικαιοσύνη και μόνο αποδόθηκε». Αφού πει αυτό, παίρνει και πάλι τη βλοσυρή του στάση, και συνεχίζει να κοιτάζει, μ’ ένα νευρικό τρέμουλο, το κυνήγι του ανθρώπου και τα μεγάλα χείλια στον γυναικείο κόλπο του σκοταδιού, απ’ όπου ρέουν, αδιάκοπα, σαν ποταμός, πελώρια ερεβώδη σπερματοζωάρια που απογειώνονται πετώντας στον πένθιμο αιθέρα, κρύβοντας, με το απέραντο ξετύλιγμα των φτερών τους νυχτερίδες, όλη τη φύση, και τις φιλέρημες λεγεώνες των χταποδιών, που γίνονται μουντές στη θέα αυτών των υπόκωφων και απερίγραπτων εκλάμψεων. (Lautréamont, Maldoror 101–02)
Τα ζώα αφθονούν στον Μαλντορόρ, όμως οι λειτουργίες τους ποικίλλουν, κινούμενες μεταξύ του συμβολικού, του επιστημονικού και του παράλογου. Το εναρκτήριο απόσπασμα του Άσματος IV εκτείνει τη σχοινοτενή απαγγελία της ζωοποίησης εγκαρσίως του φάσματος των όντων, από τον άνθρωπο στα ορυκτά, κορυφωμένο σε μία από τις πολλές επωδούς του κειμένου ενάντια στον άνθρωπο:
Είν’ ένας άνθρωπος ή ένας λίθος ή ένα δέντρο αυτός που θ’ αρχίσει το τέταρτο άσμα. Όταν γλιστράει το πόδι πατώντας ένα βάτραχο, νιώθουμε το αίσθημα της αηδίας. Μα όταν αγγίζουμε, αδιόρατα, το ανθρώπινο σώμα, με το χέρι, το δέρμα των δαχτύλων ραγίζει, όπως οι φλούδες από ένα χοντρό κομμάτι μαρμαρυγία που το σφυροκοπάνε. Κι όπως η καρδιά ενός καρχαρία πάλλεται ακόμα, πάνω στη γέφυρα του πλοίου, μ’ επίμονη ζωηράδα, έτσι και τα σπλάχνα μας αναδύονται από άνωθεν έως κάτω, ώρα πολλή μετά την ψαύση. Τέτοια φρίκη εμπνέει ο άνθρωπος στον ίδιο του το συνάνθρωπό του! Ίσως, μ’ αυτό που εισηγούμαι, να λαθεύω. Αλλ’ ίσως και να λέω την αλήθεια. Ξέρω, μπορώ να διανοηθώ μια νόσο τρομερότερη απ’ το πρήξιμο των ματιών που προκαλούνε οι ατελείωτοι διαλογισμοί σχετικά με τον αλλόκοτο χαρακτήρα του ανθρώπου: ωστόσο, ακόμα την ψάχνω… και να τη βρω δεν κατόρθωσα! Δεν θεωρώ τον εαυτό μου λιγότερο ευφυή από έναν άλλο, και, μολοντούτο, ποιος θα τολμούσε να βεβαιώσει πως έχω επιτύχει στις έρευνές μου. Τι ψέμα θα ’βγαινε απ’ το στόμα του! Ο αρχαίος ναός του Ντενερά μιάμιση ώρα απ’ την αριστερή όχθη του Νείλου απέχει. Σήμερα, αναρίθμητες φάλαγγες από σφήκες έχουμε καταλάβει τ’ αυλάκια και τους θριγκούς. Πεταρίζουν γύρω από τις κολόνες σαν κύματα πυκνά μιας μαύρης κόμης. Μόνοι κάτοικοι του ψυχρού περιστυλίου, φρουρούν τους προθαλάμους, σαν από δικαίωμα κληρονομικό. Συγκρίνω τη βουή των μεταλλικών φτερών τους, με την αδιάκοπη σύγκρουση των πάγων, που πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον, καθώς λιώνουν στις πολικές θάλασσες. Ωστόσο, αν εξετάσω τη στάση εκείνου που η Θεία Πρόνοια του έδωσε τον επί γης θρόνο, τα τρία μικρά φτερά της οδύνης μου θα βγάλουν θρόισμα δυνατότερο! (131-32)
Αυτή η τεράστια υπερχείλιση λέξεων, ήχων και εικόνων παρουσιάζεται σε μεγάλο μέρος του Μαλντορόρ – σελίδες επί σελίδων πυκνού, στιβαρού κειμένου με πολυπληθή, φαντασμαγορικά πλάσματα να εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο. Σε ορισμένα σημεία του το κείμενο στρέφεται ευθέως στον αναγνώστη, ερχόμενο σχεδόν σε αντιπαράθεση μαζί του· αλλού παρεκβαίνει σε μακρές, ημιεπιστημονικές περιγραφές της χλωρίδας και της πανίδας· και σε άλλα σημεία ιδιοποιείται απρόσμενα φτηνές αφηγήσεις τρόμου και γοτθικού διηγήματος. Ο Μαλντορόρ καταστρατηγεί σχεδόν κάθε κανόνα ποιητικής, μολονότι δεν το κάνει τόσο ως πρωτοποριακή στάση, όσο ως μάταιη προσπάθεια να διευκολυνθεί το ίδιο ως κείμενο. Φαίνεται να μην υπάρχει όριο στο τι μπορεί ή τι είναι ικανό να κάνει – αναλόγως, η έκταση και η διαίρεση σε έξι Άσματα μοιάζουν μάλλον αυθαίρετα.
Η μία και μοναδική κριτική που εμφανίστηκε ύστερα από την αρχική δημοσίευση του Μαλντορόρ εξέφρασε βασικά μια απορημένη κατάπληξη: «η υπέρμετρη μεγαλοστομία του ύφους, η άγρια αλλοκοτιά, το αδίστακτο σφρίγος της σύλληψης, η αντίθεση αυτής της παθιασμένης γλώσσας με τα ανιαρά πονήματα της εποχής μας, ρίχνουν αρχικά τον νου σε βαθύ σάστισμα» (Lautréamont 276). Η αντίδραση του σχολιαστή απηχεί μεταγενέστερες αναφορές στον Μαλντορόρ σε πολλές λογοτεχνικές κριτικές και ιστορίες της λογοτεχνίας. Αυτού του είδους τα σχόλια υπήρξαν πάντα σύντομα και κατάπληκτα – όπως όταν συναντάς ξαφνικά ένα παράξενο και απειλητικό κτήνος. Ο Αντωνέν Αρτώ συνοψίζει τη γενική στάση της κριτικής του δεκάτου ενάτου και εικοστού αιώνα προς συγγραφείς του είδους του Λωτρεαμόν, του Νερβάλ και του Μπωντλαίρ: «φοβόντουσαν μήπως η ποίησή τους πηδήσει από τα βιβλία και αναποδογύρναγε την πραγματικότητα» (Artaud 125). Πράγματι, τέτοια σχόλια για τον Μαλντορόρ έχουν ενδιαφέρον γι’ αυτό ακριβώς – επειδή μεταχειρίζονται ανεπίγνωστα το κείμενο ως κάτι ζωντανό, ως ένα ζώο. Για πολλούς αναγνώστες, το κείμενο του Μαλντορόρ δεν έμοιαζε μόνο με κάτι το χαμερπές και τερατώδες, αλλά με ίδιο ζώο, με μια τερατολογική ανωμαλία συντιθέμενη από αποσπάσματα, ένα κόρπους αφημένο ημιτελές ή παραμελημένο. Σε αντίθεση με την κειμενικότητα του ζώου που συναντάμε συχνά στη λογοτεχνική αναπαράσταση, το Μαλντορόρ φαίνεται να προάγει τη ζωικότητα του ίδιου του κειμένου – συντιθέμενη από διάφορα αποβλάσταρα που ξεπηδούν από τη σελίδα για να καταβροχθίσουν τον αναγνώστη. Στο The Romantic Agony, δημοσιευμένο τη δεκαετία του 1930, ο κριτικός της λογοτεχνίας Mario Praz περιλαμβάνει μόνο λίγες παραγράφους για τον Λωτρεαμόν. Αλλά ακόμη και σε αυτές τις λίγες γραμμές αντανακλά αυτήν την τάση να μεταχειρίζεται κανείς τον Μαλντορόρ σαν αφύσικο πλάσμα, αναφερόμενος στον Μαλντορόρ ως «όψιμη αλλά ακραία περίπτωση κανιβαλιστικού Βυρωνισμού» (163).
Όταν οι Σουρεαλιστές «ανακάλυψαν» τον Μαλντορόρ, υπήρξε μια μετατόπιση στην πρόσληψη του κειμένου: η ζωικότητα του Μαλντορόρ φανέρωσε ξαφνικά μια οιονεί μυστική ποιότητα. Ο Αντρέ Μπρετόν σημείωσε ότι ο Μαλντορόρ υπήρξε η «έκφραση μιας αποκάλυψης τόσο πλήρους, που έμοιαζε να υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη δυνατότητα». Ο Φιλίπ Σουπώ επιμελήθηκε αρκετές εκδόσεις του Μαλντορόρ, και ο Λουί Αραγκόν έγραψε το δοκίμιο Lautréamont et nous [Ο Λωτρεαμόν και εμείς]. Δίχως αμφιβολία, ο Μπρετόν, ο Σουπώ και ο Αραγκόν κυριεύθηκαν από τις συχνά εντυπωσιακές αντιπαραθέσεις του κειμένου, πιο γνωστή από τις οποίες είναι η φράση: «είναι ωραίος… σαν την απρόοπτη συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας». Όμως τα σχόλια του Μπρετόν σημειώνουν μια άλλη όψη του Μαλντορόρ, η οποία ευρύνει τη ζωικότητα του κειμένου, που δεν είναι άλλη από τον σθεναρό και επίμονο αντι-ανθρωπισμό του. Μολονότι ήταν αταλάντευτοι κριτικοί της θρησκείας, οι σουρεαλιστές εισήγαγαν, με τον διαβόητο τρόπο, ολόκληρη πληθώρα μυστικών και ερμητιστικών θεμάτων στη δουλειά τους. Μικρή έκπληξη προκαλεί, επομένως, ότι ο Μαλντορόρ –ένα κείμενο που έμελλε να γίνει μέρος του σουρεαλιστικού κανόνα– περιγράφεται συχνά με μυστικιστικό τρόπο: ο Μπρετόν αναγόρευσε τον Λωτρεαμόν «εκθαμβωτική μορφή μαύρου σκότους»· ο Αρτώ εγκωμίασε τον Μαλντορόρ για την οιονεί μυστική, «εντελή ενάργεια», ένα «όργιο του συλλογικού ασυνειδήτου που παρεισφρέει στην ατομική συνείδηση»· ο Ρενέ Νταμάλ υποστήριξε ότι ο Μαλντορόρ δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν «ιερό πόλεμο» ενάντια στην ανθρωπότητα.
Αυτές οι δύο όψεις του Μαλντορόρ –η ζωικότητα και η πνευματικότητα– συχνά εφαρμόζουν πλήρως μεταξύ τους, γινόμενες σχεδόν αδιαχώριστες, καταλήγοντας σε ό,τι ο Γκαστόν Μπασελάρ ανέφερε ως «μακαριότητα της μεταμόρφωσης». Αυτό το σημείο έχει αναδειχθεί αρκετά από τη σύγχρονη λογοτεχνική ακαδημαϊκή έρευνα επί του Μαλντορόρ. Υπάρχει ένα ζήτημα πατρότητας του κειμένου – που αφορά το πραγματικό πρόσωπο Ιζιντόρ Ντυκάς που χρησιμοποίησε το φιλολογικό ψευδώνυμο Κόμης του Λωτρεαμόν, για τον οποίο ελάχιστα πράγματα ξέρουμε, πλην του ότι γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο, στην Ουρουγουάη, το 1846, και πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες στο δωμάτιο ενός παριζιάνικου ξενοδοχείου, το 1870. Κάποιοι φιλολογικοί ερευνητές έχουν σημειώσει την ομοιότητα μεταξύ του ονόματος Λωτρεαμόν και του Latréaumont, ενός γοτθικού διηγήματος του Ευγένιου Σου, που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του 1830. Ως προς τον τίτλο, ο Μαλντορόρ έχει συχνά παραλληλισθεί με τη γαλλική φράση ‘‘mal d’aurore’’, πράγμα που φαίνεται να ενισχύεται από ένα από τα λίγα γράμματα του Ντυκάς που σώζονται: «Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω την κατάστασή μου. Τραγούδησα το κακό όπως έκανε ο Misckiéwickz, ο Βύρωνας, ο Μίλτον, ο Southey, o Α. de Musset, o Μπωντλέρ, κ.ά.» (Lautréamont 258).
Περαιτέρω ερευνητική εργασία έχει επισημάνει τις διάφορες κειμενικές οικειοποιήσεις που αποτελούν μέρος του Μαλντορόρ, από λογοτεχνικές οικειοποιήσεις του Όμηρου, της Βίβλου, του Σαίξπηρ, του Δάντη, του Μπωντλαίρ, του Maturin, μέχρι σχοινοτενή αποσπάσματα από εγχειρίδια μαθηματικών και φυσικών επιστημών – με πλέον σημαντικό ανάμεσά τους την Encyclopédie d’histoire naturelle (1850-61) του Jean-Charles Chenu. Όλα τα «στοιχεία» γύρω από το Μαλντορόρ φαίνεται να υποδεικνύουν ένα κείμενο που επιχειρεί σε κάθε επίπεδο να απανθρωποιήσει τον εαυτό του, αποστερώντας του την πατρότητα, την αυθεντική φωνή, ακόμα και το ίδιο του το νόημα του. Το κείμενο του Μαλντορόρ είναι ληστρικό σε ό,τι αφορά τα εκτεταμένα δάνειά του, και, όπως ακριβώς το λέει και ο Praz, στο τέλος μετατρέπεται σε αυτοφαγία, καταβροχθίζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Όπως θα δούμε, αυτή η τάση προς την αυτο-αποκήρυξη –σωματική και κειμενική συνάμα– επιτρέπει στον Μαλντορόρ να καταρρίψει την απόσταση που χωρίζει το κτηνώδες από το πνευματικό.
Δόντι και νύχι, σάρκα και αίμα
Μεταξύ των σύγχρονων μελετών του Μαλντορόρ υπάρχει ένα σημαντικό σώμα εργασιών που πραγματεύεται τον ρόλο των ζώων και της ζωικότητας εντός του κειμένου. (…)
Το κρίσιμης σημασίας έργο που αντιλήφθηκε πλήρως το άνωθεν σημείο είναι η μελέτη του Γκαστόν Μπασελάρ Lautréamont (1939). Στην ανάλυση που κάνει για το «πλέγμα της ζωικής ζωής» στον Μαλντορόρ, ο Μπασελάρ προτείνει να κατανοήσουμε τη ζωικότητα σε φαινομενολογικό επίπεδο, ως «ρωμαλέα ποίηση της επιθετικότητας» (2). Για τον Μπασελάρ, αυτό σημαίνει να κατανοήσουμε τα ζώα όχι τόσο ως επιστημονικά είδη ή πολιτισμικά σύμβολα, όσο από την άποψη της επηρεαστικότητάς τους. Όπως σημειώνει, «ο Λωτρεαμόν αντιλαμβάνεται τα ζώα όχι ως μορφές αλλά ως άμεσες λειτουργίες – και πιο συγκεκριμένα ως τις επιθετικές λειτουργίες τους» (3). Τα ζώα ποτέ δεν είναι, μόνο κάνουν – ελίσσονται, θεριεύουν, μουντάρουν, καταβροχθίζουν. Υπ’ αυτή την έννοια, το Μαλντορόρ είναι ένας λεπτομερής κατάλογος επηρεασμών: «Μια πλήρης ταξινόμηση των ζωοφοβιών και των ζωοφιλιών θα απέφερε ένα είδος επηρεαστικού ζωικού βασιλείου, το οποίο θα είχε ενδιαφέρον να αντιπαραβάλλουμε με το ζωικό βασίλειο που περιγράφεται στα μπεστιάρια της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα» (79).
Μία από τις πλέον διδακτικές αναλύσεις του Μπασελάρ προέρχεται από την αντιπαραβολή που κάνει ανάμεσα στον Λωτρεαμόν και στον Λα Φονταίν. Ο τελευταίος, δημοφιλής συγγραφέας μεγάλου αριθμού μύθων με κτήνη, τείνει να απεικονίζει τους ανθρώπους με τη μορφή ζώων. Στους Μύθους του Λα Φονταίν, τα ζώα έχουν εμφάνιση ζώων, αλλά αποκάτω δεν είναι παρά υποδείγματα ανθρώπινων τύπων και χαρακτήρων. Για τον Λωτρεαμόν, ισχύει, μάλλον, το αντίστροφο – οι άνθρωποι, όπου εμφανίζονται στο κείμενο, έχουν την τάση είτε να μοιάζουν με ζώα είτε να ζωοποιούνται ταχέως μέσω του πώς ενεργούν. Αν ο Λα Φονταίν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα για τον άνθρωπο μέσα στο ζώο, τότε ο Λωτρεαμόν ενδιαφέρεται για το ζώο μέσα στον άνθρωπο. Επιπροσθέτως, στον Μαλντορόρ οι άνθρωποι δεν έχουν απλώς κοινά γνωρίσματα με τα ζώα, αλλά συχνά υποβάλλονται σε μεταμόρφωση και μετατρέπονται σε ζώα. Ο Μπασελάρ τονίζει αυτή την ενεργή, δυναμική, «επιθετική» ζωικότητα στον Μαλντορόρ, όπου η ζωικότητα ισοδυναμεί με λειτουργία. Τούτο βρίσκεται σε αντίθεση με τον Λα Φονταίν, για τον οποίο η ζωικότητα είναι φυσιογνωμία, αναπαράσταση και μορφή. Στα αναρίθμητα υβρίδια, τις τερατολογίες και τις μεταμορφώσεις που συνιστούν τον Μαλντορόρ, ο Λωτρεαμόν διεκδικεί μιαν αντίληψη της ζωικότητας που παράγει συνεχώς ζωή, τη ζωή ως παράσταση. Σε αντίθεση, στον χαρακτηρισμό και τις καρικατούρες των ανθρώπινων ζώων στους Μύθους, ο Λα Φονταίν παρουσιάζει τη ζωή όπως αυτή γίνεται κατανοητή ως αναπαράσταση. Ενώ ο Λωτρεαμόν κατανοεί τη ζωικότητα ως έκρηξη επηρεασμών, ο Λα Φονταίν την κατανοεί ως σύνολο συμπεριφορών. Ο Μπασελάρ συνοψίζει αυτά τα επιχειρήματα με έναν ρομαντικό απόηχο που διέπει όλη τη μελέτη του: «ο Λα Φονταίν έχει γράψει για την ανθρώπινη ψυχολογία μέσα από τη μορφή του ζωολογικού μύθου, αλλά ο Λωτρεαμόν έχει γράψει ένα μη ανθρώπινο μύθο ζωντανεύοντας ξανά αυτές τις κτηνώδεις διεγέρσεις που παραμένουν ισχυρές στις καρδιές των ανθρώπων» (3).
Συγκρίσεις όπως αυτές, επιτρέπουν στον Μπασελάρ να σκιαγραφήσει τη μείζονα αναλυτική συνεισφορά του στη μελέτη του Μαλντορόρ, επισημαίνοντας, πιο συγκεκριμένα, τόσο τη ζωικότητα εντός του κειμένου όσο και τη ζωικότητα του ίδιου του κειμένου. Ο κατάλογος των μειζόνων εμφανίσεων των ζώων και των ενεργειών τους αποκαλύπτει για τον Μπασελάρ δύο μείζονες όψεις της ζωικότητας του Μαλντορόρ. Από τη μία υπάρχει η ενέργεια του ξεσκίσματος, και η συνάφειά της με τη φυσιολογία του νυχιού, του ράμφους, του κέρατος, και από την άλλη η ενέργεια του ρουφήγματος και η φυσιολογική συνάφειά της με τον απομυζητήρα, τον κυνόδοντα και το στόμα. Για τον Μπασελάρ, αυτές οι ενέργειες συνιστούν τους δίδυμους πόλους της ζωικότητας του Μαλντορόρ: «Πραγματικά πιστεύω ότι ο Λωτρεαμονισμός καταπιάνεται σχεδόν αποκλειστικά με δύο θέματα: με το νύχι και με τον απομυζητήρα, τα οποία αντιστοιχούν στα δίδυμα θέλγητρα της σάρκας και του αίματος» (16).
Επιπροσθέτως, οι ενέργειες του ρουφήγματος και του ξεσκίσματος δεν αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στα αντίστοιχα ανατομικά όργανα. Η ενέργεια του ξεσκίσματος (ή του ρουφήγματος) μπορεί να μεταβιβαστεί πλαγίως από το νύχι σε ένα ελεφαντόδοντα, ένα ράμφος, ή ένα κεντρί. Παρομοίως, το αντικείμενο του ξεσκίσματος (ή του ρουφήγματος) μπορεί επίσης να μεταφερθεί από τη σάρκα ενός αμφίβιου δέρματος σε ένα λείο μάρμαρο ενός αγάλματος. Αυτή η πλάγια μεταβίβαση είναι τόσο γόνιμη στον Μαλντορόρ, που γίνεται μάλλον δεσποτική, αποκτώντας σχεδόν ανιμιστική ροπή στη διαμόρφωση και την παραμόρφωση των μορφών. Όπως σημειώνει ο Μπασελάρ, στον Μαλντορόρ «το όμορφο δεν μπορεί πλέον απλώς να αναπαραχθεί. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να παραχθεί. Δανείζεται από τη ζωή –από την ίδια την ύλη– στοιχειακές δυνάμεις που πρώτα μεταμορφώνονται και μετά εξευγενίζονται μορφικά» (60).
Σε ένα στιγμιότυπο που περιγράφει ο Μπασελάρ, το ασώματο «πνεύμα» του Μαλντορόρ μεταμορφώνεται πρώτα σε αετό, μετά σε ολόκληρο σμήνος και τέλος σε παράξενο στοιχειό, ένα «απολεσθέν σώμα», απαρτιζόμενο από ένα κομμένο ζεύγος φτερουγών από άλμπατρος συμφυρμένων με μια ψαροουρά, που πραγματοποιεί μια απειλητική πτήση δείχνοντας ανυπακοή στον «Πλάστη». Για τον Μπασελάρ, τέτοιες στιγμές φανερώνουν λιγότερα πράγματα για τα ζώα και περισσότερα για την αφηρημένη διαδικασία της ζωοποίησης, σηματοδοτώντας «ένα είδος ιλίγγου της ζωοποιητικής ικανότητας, η οποία σε αυτό το σημείο ζωοποιεί το οτιδήποτε. Ο ίδιος ο ανεπαρκής χαρακτήρας αυτής της στιγμιαίας βιολογικής σύνθεσης δείχνει ξεκάθαρα προς μια ανάγκη για ζωοποίηση που βρίσκεται στις απαρχές της φαντασίας» (27). Έτσι ενώ υπάρχουν πολυάριθμα ζώα στον Μαλντορόρ, για τον Μπασελάρ υπάγονται βασικά σε μια επηρεαστική φυσιολογία του ξεσχίσματος και του ρουφήγματος, του νυχιού και του δοντιού, της σάρκας και του αίματος.
Στον Μαλντορόρ η ζωικότητα δεν είναι κατά κανέναν τρόπο ταυτόσημη με τα ζώα καθαυτά, και όμως το κείμενο είναι γεμάτο από ζώα, ζώα που έρχονται απευθείας από τα βιβλία φυσικής ιστορίας αλλά και από τους φανταστικούς κόσμους της λογοτεχνίας, του μπεστιαρίου και του μύθου. Αυτού του τύπου η διάκριση επιπέδων –τα ζώα εντός του κειμένου και τα ζώα ως κείμενο– είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο συμφώνως προς την «αντι-γενική» ποιητική ενός κειμένου όπως το Μαλντορόρ, με τις πολλές αναφορές, τα δάνεια, τις οικειοποιήσεις και με τους διάφορους τρόπους συρραφής τους. Με μια πρόταση: ζωικότητα είναι αυτό το σημείο όπου συγκλίνουν τα ζώα εντός του κειμένου και το κείμενο ως ζώο.
*Ο Eugene Thacker είναι συγγραφέας και καθηγητής στο The New School (Νέα Υόρκη). Η σκέψη του κινείται στο πλαίσιο των φιλοσοφικών παραδόσεων του μηδενισμού και του πεσιμισμού, αναδεικνύοντας επίκαιρες πτυχές του αντιουμανιστικού ρεύματος ιδεών. Μείζον έργο του θεωρείται το After Life (2010).
Σχολιάστε