ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ (ΩΣ ΣΤΑΣΗ) ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (ΩΣ ΠΡΑΞΗ)
Ο Ώντεν έγραφε πριν από δεκαετίες: «Στην εποχή μας, η απλή κατασκευή ενός έργου τέχνης είναι η ίδια μια πράξη πολιτική. Όσο υπάρχουν καλλιτέχνες που φτιάχνουν ό,τι επιθυμούν και ό,τι νομίζουν πως οφείλουν να φτιάξουν, ακόμη κι αν δεν είναι πάρα πολύ καλό, ακόμη κι αν βρίσκει απήχηση μόνο σε μια δράκα ανθρώπων, θυμίζουν στη Διοίκηση κάτι που πρέπει να υπενθυμίζεται στους διοικούντες, τουτέστιν ότι οι διοικούμενοι άνθρωποι είναι άνθρωποι με πρόσωπα, όχι ανώνυμοι αριθμοί, ότι ο Homo Laborans είναι επίσης Homo Ludens».
Ωστόσο στην ολοένα και δημοφιλέστερη πεποίθηση ότι «καθετί είναι πολιτικό» –άρα και το αισθητικό, άρα και κάθε έργο τέχνης– θα μπορούσε κανείς, επιστημολογικώς νομίμως, να αντιτείνει πως, αν αυτό όντως συνέβαινε, η κατηγορία του πολιτικού θα εξαφανιζόταν ως διά μαγείας: θα καθίστατο περιττή.
Από την άλλη, αν η πολιτική προϋποθέτει και απαιτεί τη λήψη αποφάσεων περί του πρακτέου, η τέχνη –η ποίηση– (έχοντας, φυσικά, ήδη λάβει τις δικές της καλλιτεχνικές αποφάσεις) αφήνει το «δέον πράττειν» ανοικτό: δεν την ενδιαφέρει – όταν κιόλας δεν το περιφρονεί. Η ποίηση είναι τρόπος ορισμού της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν υπόκειται σε επιστημονικούς (ή άλλους) περιορισμούς και προϋποθέσεις, αλλά κινείται σ’ ένα πεδίο απόλυτης ελευθερίας. Συχνά, ακόμη και ένα μόνο ποίημα μπορεί να φάσκει και να αντιφάσκει – πράγμα ανεπίτρεπτο στο πολιτικό πεδίο. Ένας ποιητής δικαιούται να μη δηλώνει (αντίθετα, με το τι υποχρεούται να κάνει κάθε πολιτικός) αλλά μόνο να υπαινίσσεται και να διερευνά. (Κάποιοι θα έφθαναν να πουν πως κάθε δήλωση εμπεριέχει κάτι το –πολιτικώς– ολοκληρωτικό, ενώ, αντιθέτως, η διερεύνηση είναι μια κατ’ εξοχήν δημοκρατική πράξη.) Τέλος, η χρήση της γλώσσας στην ποίηση –η ενάργειά της, η ακρίβειά της– αντιτίθεται στην κατάχρησή της από τους πολιτικούς. Συνεπώς, ακόμη και όταν αρνείται την πολιτική (πράξη ή θεωρία), η ποιητική πράξη συνιστά πολιτική στάση.
Παραταύτα, μιλώντας για τη «μακρά, ερωτική, ατέρμονη πάλη της ποίησης και της πολιτικής», η Αίηντριεν Ριτς είπε: «Το να ψάχνουμε σ’ ένα ποίημα μιαν άμεση πολιτική λειτουργία είναι τόσο λανθασμένο όσο και το να προσπαθούμε να διακηρύξουμε αμέσως τι »πέτυχε» μια συγκεκριμένη διαδήλωση ή συγκέντρωση διαμαρτυρίας. […] Θέλω ένα είδος ποίησης που δεν μπαίνει στον κόπο ούτε να επαινέσει ούτε να καταραστεί κόμματα και ηγέτες, και συστήματα ακόμη, αλλά που αποκαλύπτει πώς είμαστε –εσωτερικά όσο κι εξωτερικά– υπό συνθήκες τεράστιας ανισορροπίας και κατάχρησης της ένυλης εξουσίας. Πώς ταλαντεύονται και μωλωπίζονται οι ιδιωτικές διαπραγματεύσεις και οι ευαισθησίες μας, πώς κάνουμε έρωτα –με την προσωπικότερη και με την ευρύτερη έννοια– πώς (με κάθε έννοια) αισθανόμαστε; Πώς προσπαθούμε να βγάλουμε νόημα; […] Ενώ κάθε δημόσια απόφαση πρέπει να δικαιολογείται πάνω στη ζυγαριά του εταιρικού κέρδους, η ποίηση αποσταθεροποιεί αυτές τις φαινομενικά προφανείς προτάσεις – όχι μέσω της ιδεολογίας, αλλά διά της ίδιας της τής παρουσίας και των τρόπων ύπαρξής της, της ενσάρκωσης καταστάσεων προσδοκίας και επιθυμίας».
Ίσως όλα ή κάποια απ’ αυτά ν’ ακούγονται –στα υποψιασμένα αυτιά, τουλάχιστον– λίγο έως πολύ γνωστά, έως και τετριμμένα. Ωστόσο ζούμε εκ νέου σε μιαν εποχή όπου τίποτε δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο ή κατοχυρωμένο. Είναι αναμενόμενο, κατά συνέπειαν, οι ποιητές/τριες –είναι σχεδόν καθήκον τους– να επιθυμούν να επανορίσουν πώς εννοούν την τέχνη τους και, ανάμεσα στα άλλα, πώς εννοούν την έκφραση του «πολιτικού» μέσω αυτής: πέρα από το (προφανές) περιεχόμενο, και διά της μορφής, και διά της ίδιας της πράξης τού να γράφεις ποιήματα σήμερα.
Το θέμα μας –και το κριτήριό μας– δεν είναι, συνεπώς, «η πολιτική ποίηση» αλλά «το πολιτικό-ως-στάση στην ποίηση-ως-πράξη». Και αυτή η πολλαπλότητα σχέσεων και «αντιπαλότητας» μεταξύ του ποιητικού και του πολιτικού, καθώς και η συνεπακόλουθη αμφιθυμία για τους τρόπους αλληλοαποκλεισμού ή συμπλοκής τους, χαρακτηρίζουν –κατέστη ήδη, πιστεύουμε, εμφανές– και τη δική μας στάση απέναντι σε αυτές τις δύο κατηγορίες∙ σε αυτούς τους δύο τρόπους του σκέπτεσθαι, του πράττειν, του υπάρχειν. Και έτσι σκοπεύουμε να συνεχίσουμε: ταλαντευόμενοι∙ διερευνώντας∙ μη καταλήγοντας.
ΟΙ ΠΟΙΗΤ(ΡΙ)ΕΣ ΩΣ ΑΝΘΟΛΟΓΟΙ
Πέραν του ειδικού κριτηρίου του «πολιτικού», η παρούσα πρόταση ενέχει μιαν ακόμη τριπλή ιδιαιτερότητα: α) η επιλογή των ποιημάτων έγινε από μιαν ομάδα ανθολόγων, αντί του συνηθέστερου ενός ή δύο∙ β) οι ανθολόγοι είναι οι ίδιοι/ες ποιητές/τριες∙ που γ) ανθολογούν αποκλειστικώς συγχρόνους τους.
Μια απόπειρα κατάταξης
Όσον αφορά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, η μεταμοντέρνα συνθήκη αποδοχής όλων των κινημάτων, η νομιμοποίηση κάθε μέσου και τρόπου, η κρίση της Ιδεολογίας είχε εδώ και καιρό ως αποτέλεσμα μια ενδιαφέρουσα και κάποτε ίσως χαοτική πανσπερμία. Όπως έχει πει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, κάθε καλλιτέχνης αποτελεί ένα μοναχικό πείραμα, δεν υπάρχουν πλέον κινήματα ή ομάδες συγκροτημένες γύρω από αισθητικά μανιφέστα.
Σήμερα, ενώ και το μεταμοντέρνο μοιάζει να έχει εκπνεύσει, ενώ ο πληθωρισμός της ποιητικής παραγωγής και κυκλοφορίας ποιητικών κειμένων είναι μεγαλύτερος από ποτέ, ελλείψει αναγνωρισμένων ισχυρών ποιητικών αλλά και θεωρητικών φωνών, επιχειρούμε να ανιχνεύσουμε μια σύγχρονη ποιητική, η οποία αναγνωρίζει τη συμβιωτική σχέση πολλών ειδών στην ποίηση, αλλά αρνείται να παραιτηθεί από την αναζήτηση κριτηρίων και προϋποθέσεων για μια ενεργή, ζωντανή ποιητική τέχνη. Πρόκειται για διακήρυξη πίστης στην ποίηση και ταυτόχρονα μια πράξη χειραφέτησης έναντι στην απαξίωσή της – από τη μια μεριά από τους κύκλους του εμπορεύματος που θεωρούν την ποίηση άχρηστη και από την άλλη από μια μερίδα φιλολόγων, ακαδημαϊκών και ποιητών που, όντας προσκολλημένοι σε στερεότυπα του παρελθόντος, αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν τα χαρακτηριστικά μιας εξαιρετικά γόνιμης νέας ελληνικής ποίησης.
Πριν ξεκινήσουμε αυτήν τη συνοπτική αναφορά στις κεντρικές τάσεις που χαρακτηρίζουν τη νέα ελληνική ποίηση, ίσως είναι χρήσιμο να παρεμβάλλουμε μια αποφατική θέση, που ορίζει τα σημεία που προσπαθήσαμε να αποφύγουμε.
1. Τον στείρο νεοφορμαλισμό. Τον αυτοματισμό στη μίμηση παλαιικών τρόπων με παλαιικό αποτέλεσμα.
2. Τον ιμπρεσιονιστικού τύπου λυρισμό και τον γλυκό πόνο της ποίησης «του καθρέφτη». Τη διακοσμητική γλώσσα των σχημάτων λόγου.
3. Τη «δημοσιογραφική» προσέγγιση. Τη φτηνή περιγραφή «επικαιρότητας» και τον συναισθηματικό εκβιασμό.
Κατά τη γνώμη μας, οι περισσότερο ενδιαφέροντες ποιητές και ποιήτριες των τελευταίων χρόνων είναι εκείνοι-ες που κινήθηκαν πέρα από τα λογοτεχνικά στερεότυπα των προγόνων τους –Ελλήνων ή ξένων– και σχετίστηκαν μαζί τους με πιο περίπλοκους και ανορθόδοξους τρόπους, χωρίς προκαταλήψεις και θολά φίλτρα. Διεκδίκησαν την αναγνωστική και καλλιτεχνική τους χειραφέτηση, που περνάει ακόμη και από τη βεβήλωση για να φτάσει σε μια νέα σχέση. Ανέπτυξαν δημιουργική συνομιλία αλλά και αναμετρήθηκαν μαζί τους, αναδεικνύοντας την πολλαπλότητα των συσχετισμών και των συνάψεων αλλά και την πληθυντικότητα της απεύθυνσης. Η διευρυμένη γενεαλογία και η αφομοιωμένη διακειμενικότητα είναι πλέον συστατικά στοιχεία της σύγχρονης τέχνης και απόρροια της ζωής των δικτύων, του πορώδους των ορίων, των διαρκών μετακινήσεων και των ρευστών ταυτοτήτων του καιρού μας. Με τρόπους αντίστοιχους αυτών με τους οποίους η εφεύρεση του τηλεφώνου, του μαγνητοφώνου, του κινηματογράφου κ.ο.κ άλλαξαν δραστικά τη λογοτεχνία, τόσο ως μορφή όσο και ως περιεχόμενο, η ποίηση όπως και η πεζογραφία γράφονται επηρεαζόμενες από την κουλτούρα που διαμορφώνεται στο Διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: μια κουλτούρα αποσπασματική, τεμαχισμένη, πιο λιγόλογη, παρ’ όλα αυτά με άλλους τρόπους συνενωμένη και ενωτική.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, το μάλλον προσωπικό και κάπως κλειστοφοβικό ποιητικό τοπίο που κυριάρχησε στην ποίηση των προηγούμενων το έχει διαδεχθεί ποίηση που χρησιμοποιεί πιο ανοιχτές φόρμες και αφηγηματική δομή, και η οποία μπορεί να υποδεχθεί και να αναδείξει μορφές του συλλογικού, καθώς και θεωρητικές, φιλοσοφικές και πολιτικές νύξεις. Από την άλλη μεριά, η προσωπική ποίηση ή ποίηση του υποκειμένου στις πιο ενδιαφέρουσες εκφάνσεις της ανοίγεται σε τολμηρές και άμεσες αναφορές στην υλικότητα και στο σώμα, και στη διαχείριση θεμάτων φύλου, ταυτότητας και εθνικότητας, δίδοντας έμφαση στην υποβολή, στην ειρωνεία, στο θαύμα, στην απόλαυση και στο χιούμορ. Η ποίηση του υποκειμένου συχνά πλέον απομακρύνεται από όλο το δοκιμασμένο φάσμα της «λαογραφίας» του συναισθήματος και έρχεται να συντονιστεί με την εποχή μας, υποδεχόμενη το πείραμα, την υβριδικότητα και την επιτελεστικότητα. Κάποιες φορές εγγίζει την ανερυθρίαστη, επιθετική περιαυτολογία, άλλες πάλι χρησιμοποιεί τη «συγκάλυψη» μέσω πολλαπλών προσωπείων – κατά έναν τρόπο, πάντως, που δεν συνέβαινε στο παρελθόν και που συνιστά ακόμα πεδίο ανοιχτό προς διερεύνηση.
Λιγότεροι σε αριθμό, αλλά άξιοι λόγου, είναι οι ποιητές που ανοίγουν το έργο τους στο γλωσσικό παιχνίδι και στον πειραματισμό πάνω στα είδη και τις μορφές του ποιητικού. Οι κατακτήσεις της οπτικής ποίησης, του λετρισμού, της συγκεκριμένης ποίησης, αλλά και της εννοιακής τέχνης ενώνονται με τις νέες δυνατότητες του διαδικτύου, και έτσι η «γλωσσοκεντρική» ή «λεξικεντρική» ποίηση επιχειρεί την επαναδιαπραγμάτευση της οπτικής, ηχητικής ή ακόμη και «απτικής» λειτουργίας ενός λόγου στα όρια του λόγου, σε έναν μετεωρισμό μεταξύ αποδόμησης και αναδόμησης.
Άξια συζήτησης είναι και η δημιουργία ποιητικών συνθέσεων από τους σύγχρονους ποιητές που φέρνει στο φως την αναρώτηση για την ανάγκη μεγάλων αφηγήσεων, που δεν είναι πια ολοποιητικές αλλά ανομοιογενείς και πολυφωνικές, όπου γίνεται μία προσπάθεια για νέες αναγνώσεις του ιστορικού παρόντος και τις ποικίλες φανερώσεις του μέσα από τη μορφή, τη γλώσσα, την παράδοση, την αστική εμπειρία και τη δυνατότητα του μύθου. Αυτή η κατεύθυνση υποδεικνύει το αέναο ποτάμι του λόγου που μας παρασέρνει σε ένα είδος δύσκολης αποδοχής, μουρμουρίζοντας πως, παρ’ όλες τις καταρρεύσεις, το καράβι της συμφοράς είναι συστατικό του κόσμου χωρίς να καταλύει τον κόσμο. Οι ποιητικές συνθέσεις της εποχής μας αποδέχονται την αποσπασματικότητα και τον κατακερματισμό της εμπειρίας, προσβλέποντας σε μία άλλου τύπου ένωση. Το κολλάζ και η συγκατοίκηση ετερόκλιτων υλικών είναι ένας τρόπος, η απουσία γραμμικότητας και η υπερκειμενικότητα επίσης. Παρ’ όλα αυτά, η σύνθεση στην οποία αναφερόμαστε δεν έχει καμία σχέση με την απλή παράθεση ιδεών και αντικειμένων, αλλά προκύπτει πάντοτε, ανεξάρτητα από τη μορφή του έργου, από τη συστηματική έρευνα στον πυρήνα του υλικού του καλλιτέχνη.
Δεν είναι σπάνιο σήμερα ειδικά οι ποιητικές συνθέσεις να ανοίγονται προς την επιτέλεση της ποίησης (ένα είδος επιτελεστικών αναγνώσεων), ώστε να παραχθεί ποίηση και διά των λέξεων, αλλά και εξωλεκτικά, στον χώρο, πέραν του βιβλίου και της κατά μόνας ανάγνωσης (που όμως δεν καταργείται ούτε αντικαθίσταται): μία αόρατη αλλά πυκνή ύλη γεννιέται και κοινωνείται μεταξύ πομπού και δέκτη εκείνη τη στιγμή.
Δεν ξέρουμε αν μπορούμε να μιλήσουμε για πολιτική ποίηση ως αμιγές κεφάλαιο της αξιόλογης σύγχρονης παραγωγής, αλλά σίγουρα μπορούμε να καταγράψουμε μία τάση νεότερων ποιητών να περιλαμβάνουν τάσεις διαχείρισης τέτοιων θεμάτων με δυναμικό τρόπο, ώστε η «πολιτικότητα» να παραχθεί μέσα από την πολλαπλότητα των οπτικών, την επιμονή στην αναζήτηση του νοήματος, τον συγκερασμό της ατομικής με τη συλλογική εμπειρία. Η σημερινή πολιτική ποίηση αντιμετωπίζει την κρίση ως συστατικό της ποίησης και εν γένει της τέχνης. Κινείται μεταξύ της αναγωγής και της μεταφοράς αλλά και της ‘‘in-yer-face’’ τακτικής του σοκ. Ταυτόχρονα, η εγκόλπωση της ανοικείωσης και στοιχείων του παράδοξου δείχνουν πως οι νεότεροι ποιητές τείνουν να αντλούν την καταγωγή τους από έως τώρα παραμελημένες μονάδες του ποιητικού κανόνα (ή ακόμη και από περιπτώσεις εξορισμένες από αυτόν)
Τέλος, σημαντικό χαρακτηριστικό της νέας ποίησης είναι η σχέση των ποιητών με την ιστορία και τον μύθο. Επιστρατεύοντας την αφηγηματικότητα, την ειρωνεία και τη σύνδεση με τη σύγχρονη εμπειρία, αναδεικνύουν τη διαχρονική διάσταση του μύθου και τη συνεχή παρουσία του παρελθόντος στο παρόν, ενώ ταυτόχρονα ανιχνεύουν μια νέα σχέση με την ιδέα της εντοπιότητας, όσον αφορά το τοπίο, την ιστορία και την εθνική γλώσσα, μια νέα σχέση δύσκολης αγάπης, απενοχοποιημένης από προκαταλήψεις. Η νέα αυτή σχέση που απαιτεί ενεργό ιστορική συνείδηση και ηθική εγρήγορση, δεν αρκείται στη δοξολογία, ούτε στις πικρές διαπιστώσεις, είναι συχνά ανελέητη, αλλά δομεί σιγά σιγά ένα πεδίο θέασης και κατοίκησης του τόπου εξαιρετικά σημαντικό για τη συνέχεια∙ μια εντοπιότητα που τείνει στο οικουμενικό.
ΠΩΣ ΕΡΓΑΣΤΗΚΑΜΕ
Ξεκινήσαμε ξαναδιαβάζοντας ποιητ(ρι)ες που εκτιμούμε, ασχέτως της συνάφειας του έργου τους με το πολιτικό. Ξαναβρίσκοντας τα καλύτερά τους ποιήματα, αναρωτηθήκαμε ποια από αυτά ανταποκρίνονται στο αίτημα της παρούσας ανθολογίας. Και από αυτά επιλέξαμε όσα θα χωρούσαν σε μία, το μέγιστον, σελίδα του περιοδικού (με εξαίρεση ποιήματα από τα οποία δεν μπορούσε ευχερώς να απομονωθεί απόσπασμα). Η τελική απόφαση ήταν αποτέλεσμα συναίνεσης (που δεν σημαίνει αναγκαστικά απόλυτη συμφωνία: μία από τις αρετές μιας λειτουργικής ομάδας είναι η αλληλοπαραχώρηση προτιμήσεων εντός, φυσικά, προκαθορισμένου πλαισίου) μεταξύ των μελών της συντακτικής επιτροπής, την οποία και συνολικά εκφράζει η τελική επιλογή. Δεν διατεινόμεθα, δηλαδή, ούτε ότι κάθε ανθολογούμενη/ος είναι κατεξοχήν «πολιτική/ός» ποιήτρια/τής, ούτε ότι τα επιλεχθέντα ποιήματα είναι κατ’ ανάγκην «αντιπροσωπευτικά» του έργου των ανθολογουμένων. Είναι καλά ποιήματα που δείχνουν τους ποικίλους –και συχνά αντιφατικούς μεταξύ τους– τρόπους με τους οποίους, κατά τη γνώμη μας, η ποιητική πράξη μπορεί να συμπλέκεται, να συμπλέει ή και να υπερβαίνει το πολιτικό.
Έτσι, αυτή η ανθολογία είναι ταυτόχρονα πράξη χειραφέτησης και αισθητική πρόταση. Με φόντο τις πολλαπλές χρηστικές (πολιτικο-ιδεολογικές στην πλειονότητά τους) τοποθετήσεις γύρω από τον ρόλο της ποίησης σήμερα, εκπροσωπεί μια επιθυμία αυτοπροσδιορισμού. Εκφράζει την επείγουσα ανάγκη μετατόπισης της συζήτησης προς την ίδια την ποίηση του τώρα και προς το τι είναι λειτουργικό στους τρόπους της, έξω από «επίκαιρες» θεματολογίες και πολιτικοκοινωνικές απαιτήσεις που οδηγούν σε παραμορφωτικές αναγνώσεις των έργων.
Άλλωστε, αν η ποίηση είναι μια δημιουργική πράξη μέσα στη γλώσσα, τότε όσο πιο ακριβής, διεισδυτική και διερευνητική είναι, τόσο πιο πολιτική – με την έννοια του αναστοχασμού και της αντανάκλασης της ατομικής και της κοινωνικής ζωής. Υπάρχει πάντοτε μια εγγενής σύγκρουση του καλλιτέχνη με την εποχή του (μια σύγκρουση που οι σύγχρονες κοινωνίες της συναίνεσης τείνουν να ξεχνούν υποκριτικά, συγχέοντας την καλλιτεχνική δράση με την επιβράβευση και την αναγνώριση που ενδέχεται να ακολουθήσουν), αφού η τέχνη δεν υποδέχεται μόνο το κριτικό πνεύμα, αλλά αποτελεί το πεδίο εκδήλωσης νέων τρόπων και δυνατοτήτων για την ίδια τη ζωή. Η ποίηση, λοιπόν, δεν δίνει απαντήσεις; Πιστεύουμε ότι δίνει, αλλά οι απαντήσεις δεν είναι οριστικές. Η γνώση που παράγει η ποίηση είναι λοξή, περιθωριακή, πιο περίπλοκη και γι’ αυτό πιο συμφιλιωτική αλλά και ταυτόχρονα λυτρωτική.
Ο μεγάλος αριθμός των συμπεριλαμβανομένων ποιητών (πάνω από 45) είναι ενδεικτικός ότι η πρότασή μας ορίζει ένα ευρύτερο πεδίο αναζήτησης, πολύμορφο, πολύτροπο, με έντονο το προσωπικό στίγμα, που δύσκολα υπάγεται σε κοινό παρονομαστή. Παρ’ όλα αυτά, διαγράφει καθαρά έναν κοινό άξονα πορείας: μια ποίηση της διερεύνησης και όχι της δήλωσης, της σημαίνουσας εικόνας και όχι της περιγραφής, της νοητικής έκπληξης και όχι της ρητορείας. Βεβαίως, όπως κάθε ανθολογία, δεν είναι εξαντλητική, αλλά ελπίζουμε πως είναι αρκούντως ενδεικτική του τι συμβαίνει αυτή την στιγμή στη νέα ελληνική ποίηση.
Άλλωστε δεν διεκδικούμε κάποια αυθεντία, δηλώνουμε ωστόσο το ένθερμο ενδιαφέρον μας για την υπόθεση της ποίησης, αναλαμβάνοντας και την δική μας ευθύνη συμμετοχής, μέσω του περιοδικού, στην ανανέωση του διαλόγου για την σύγχρονη ποίηση, την οποία επιχειρούμε.
(για το ΦΡΜΚ) Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Γιάννα Μπούκοβα
Σχολιάστε