Το εγχείρημα επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ

ΑΝΘΡΩΠΟΚΑΙΝΟΣ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ

W.S. Merwin

μετάφραση: Γιάννης Δούκας

ΤΟ ΚΥΜΑ

Κατοίκησα στον απόηχο ενός μεγάλου κύματος

Καθώς βουλιάζαμε με προσπερνούσε ακόμη

Ήξερα πού είχε βρεθεί

Γεμάτο αλάτι ήταν το φως και ο αέρας

Ήταν βαρύς από τα κλάματα για εκεί απ’ όπου έφτανε το κύμα

Και γιατί

Τους είχε φέρει

Από πρόσωπα που σε λίγο ήταν μόνο βροχή

Πέρα από τις φωτογραφίες που κουβάλαγαν μαζί τους

Τα λευκά δάση

Γίνονταν αδιαπέραστα μα σε ό,τι τους αφορούσε

Ένιωθαν την άμμο να γλιστρά απ’

Τις υδάτινές τους ρίζες

Με απλωμένα χέρια τα λιμάνια υποχωρούσαν κατά μήκος

Γυάλινων διαδρομών κατόπι

Χάθηκαν κατόπι οι σκιές τους χάθηκαν κατόπι οι

Διάδρομοι χάθηκαν

Φάκελοι έφτασαν ο καθένας εσωκλείοντας μια μικρή κιμωλία

Κατοίκησα στον τόπο όπου τους άνοιξαν

Κατοίκησα στον ήχο της ελπίδας που περπατούσε επί των υδάτων

Χάνοντας τον δρόμο της στο

Πλήθος τόσα πολλά πατήματα στο χιόνι

Κατοικώ στον ήχο των στυλογράφων τους επάνω σε κουτιά

Που γράφουν στους νεκρούς σε

Γλώσσες

Κατοικώ στα περιτυλίγματά τους που επιστρέφουν το σκοτάδι

Και στο βούλιαγμα των φωνών τους που μπαίνει

Στο πουθενά καθώς το κύμα περνά

Και ρωτώντας για πού καθώς σπάει

============================

Τed Hughes, (Τεντ Χιουζ, 1930-1998, H.B.)

Bατομουριές

Όλος ο αέρας, όλη η μέρα
Στροβιλίζεται με τα καλέσματα από τις καρακάξες. Η γενιά των
νεογνών ξεκινάει στο βασίλειο της καρακάξας – αυτόν τον περίπλοκο
αυλικό κόσμο της εθιμοτυπίας

και της ιεραρχίας, του σωβινισμού και των νόμων.
Σχεδόν ένας κόσμος φυλακών — με κάγκελα
από κραυγές και σήματα. Οι δεσμοφύλακες
είναι όλες οι άλλες καρακάξες. Σκίζοντας ένα πέρασμα
μέσα από τα μπλεγμένα βάτα.
Σκέφτηκα και πάλι: το νιώθουν αυτό;
Τα βάτα είναι μια τέτοια επιτυχία, οι άμυνές τους
είναι τόσο αριστοτεχνικές,
οι συνδέσεις τους τόσο σκόπιμες, είναι άραγε ξύπνια;
Σίγουρα κάποιο ψήγμα πόνου και ηδονής
αγκιστρώνεται πάνω στο γυμνό τους στέμμα,
τη σεξουαλική τους προσφορά. Σίγουρα δεν είναι απλώς αναίσθητα,
ένα τυφλό ψηλάφισμα. Όμως γιατί όχι;
Τα αιμοσφαίρια μου δεν είναι το ίδιο;
τι φοβούνται ή αισθάνονται ακόμη και τα εγκεφαλικά κύτταρα
Aπό το νυστέρι, ή το ατύχημα;
στεφανώνουν κι αυτά ένα φυτό
με μια ιδιόμορφη αναισθησία. Κι οι καρακάξες
δουλεύουν στα σκοτεινά για να είναι καρακάξες
σαν να ήταν σπόροι μέσα στη γη.

Ολόκληρη η κλάκα είναι μια απογοητευμένη θρησκεία
γύρω από τη θεϊκή σύνταξη και το λεξιλόγιο
ενός βωβού κυττάρου, που δεν ξέρει ποιοι είμαστε
και ούτε καν ότι είμαστε εδώ,
απροσπέλαστοι όπως κάθε λουλούδι βατομουριάς.
(μετάφραση, Κατερίνα Ηλιοπούλου)

(από το Flowers and insects, 1986)

============================

Kiril Vasilev

Ηλιοπληξία στο Ντούρες

Μετάφραση: Γιάννα Μπούκοβα

1

Λασπωμένη θάλασσα δίχως λάμψη

κύμα δεν έχει

παρ’ όλο που έχει αέρα

που γυρίζει τα γείσα των καπέλων

και κυματίζει τα ρούχα στα μπαλκόνια

τα αγόρια στην προκυμαία πετάνε τα αγκίστρια τους

ακολουθώντας με το βλέμμα τους το τόξο

που σχηματίζει το μολυβδαίνιο δάκρυ

πριν στάξει στη λάσπη

αγαπώ αυτήν την ώρα

όταν το φως είναι ακόμα εδώ

μα η φωτιά έχει φύγει

και τα πράγματα μένουν στη ησυχία τους

δεν τ’ αναγκάζει κανένας να αλλάζουν

ας ξεγελάσω τον εαυτό μου

ότι η βία κόπασε

έστω αυτό το βράδυ

2

και αυτός ο κόσμος είναι

κόσμος μετά την καταστροφή

υπάρχουν μήπως άλλοι κόσμοι

στα πρόσωπα ακόμα φαίνεται ο φόβος

τα μάτια πονάνε από το φως

η ομορφιά είναι στα χαλάσματα

των εργοστασίων και των μπούνκερ

αυτή η ξαναεπικυρωμένη σύμβαση

ανάμεσα στην εργασία και τον θάνατο

στύλοι ηλεκτροδότησης

απ’ όπου τα καλώδια πέφτουν λοξά

προς την γη

όπως η βροχή στις γκραβούρες του Χιροσίγκε

μα δεν υπάρχουν προσκυνητές

και ο δρόμος

εδώ είναι το συγκρατημένο χάος

στην χώρα του τρελού δικτάτορα

που έκανε την ανεξαρτησία του θανάτου

όραμα πολιτικό

το πέτυχε

και είναι αξέχαστα νεκρός

στο μολυβδαίνιο του φέρετρο

δύο φορές θαμμένος

(…)

============================

David Harsent (Νταίηβιντ Χάρσεντ, γεν. 1942, H.B.)

Η Μπεθ του Μπόουλαντ

Ότι έγραφε σχήματα στον αέρα

Ότι έβλεπε τον κόσμο ως σχέδιο και φως

από τα χερσοτόπια ώς τα γυμνά βουνά οδηγημένη απ’ το ένστικτο

Ότι εμφανιζόταν ξαφνικά στην άκρη του ματιού σου

σαν φάντασμα του εαυτού της που σιωπά στον άνεμο

Ότι η μουσική του αυλακιού που άφηνε ήταν σκοτεινή ροή

βόμβος ψιθύρου περασμένος στα ακρόφτερα

Ότι ο καιρός ήταν ενός είδους έκσταση

Ότι το μόνο όνειρό της ήταν πέταγμα που το ξεχνούσε

στιγμή με τη στιγμή καθώς τ’ ονειρευόταν

Ότι το χαμηλό της γλίστρημα πάνω απ’ τα ρείκια επιθεωρώντας τα λημέρια της

θα ’φερνε δάκρυα στον καθένα

Ότι άνοιγε το θήραμά της με πλήρη αθωότητα

και ούτε ίχνος θυμού ή θλίψης

Ότι η ομορφιά της ήταν προεικονισμένη

Ότι ο ουράνιος χορός της πήγε στράφι

φλόγα σε άδειο αέρα και δεν φούντωσε

Ότι το όνομά της δεν σημαίνει τίποτε

αφήνει άδειο το στόμα σου άδειο τον νου

Ότι ο πυροβολισμός ήτανε άλλος ένας ήχος μες στων πουλιών τα καλέσματα

τράνταγμα αν τον έβλεπες, κόπηκε η γραμμή της πτήσης της

Ότι συνέχισε για μίλια πριν στραγγίξει από αίμα

Σημ.: «Μπεθ του Μπόουλαντ» ήταν το όνομα ενός θηλυκού βαλτόκιρκου (Circus cyaneus, ημερόβιο αρπακτικό το υποείδος cyaneus είναι χειμερινός επισκέπτης της Ελλάδας), από τους τελευταίους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Zούσε στο δάσος του Μπόουλαντ, στο Λάνκασαϊρ, όπου είχε γεννηθεί το 2011. Την πυροβόλησαν –παρανόμως, καθότι ο βαλτόκιρκος είναι προστατευόμενο είδος– τον Ιούνιο του 2013, πριν προλάβει να ζευγαρώσει.

(μετάφραση.: Παναγιώτης Ιωαννίδης)

από τα Τραγούδια της Φωτιάς [Fire Songs, 2014] (πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά: «ΦΡΜΚ», τ. 4, Φθιν.-Χειμ. 2014-2015)

============================

Robinson Jeffers (Ρόμπινσον Τζέφφερς, ΗΠΑ, 1887-1962)

ΓΥΠΑΣ

Περπατούσα απ’ το χάραμα και ξάπλωσα να ξαποστάσω στην γυμνή πλαγιά ενός λόφου

Πάνω από τον ωκεανό. Είδα μέσα από μισόκλειστα μάτια έναν γύπα να φέρνει γύρους ψηλά στον ουρανό,

Και σύντομα πέρασε πάλι, αλλά πιο χαμηλά και κοντύτερα, μίκραινε η τροχιά του, τότε κατάλαβα

Πως ήμουν υπό παρακολούθηση. Έμεινα σαν νεκρός ακίνητος κι άκουσα τις φτερούγες

Να σφυρίζουν πάνω μου και να γράφουν τον κύκλο τους και να πλησιάζουν.

Έβλεπα το κόκκινο γυμνό κεφάλι ανάμεσα στα μεγάλα φτερά

Να κλίνει προς τα κάτω με προσήλωση. Είπα, «Καλό μου πουλί, χάνουμε τον καιρό μας εδώ πέρα.

Τούτα τα γέρικα κόκκαλα ακόμα λειτουργούν· δεν είναι για σένα.» Μα πόσο ωραίος φαινόταν, γλιστρώντας προς τα κάτω

Μ’ αυτά τα μεγάλα πανιά· πόσο ωραίος φαινόταν, στρίβοντας πέρα μες στο πελαγίσιο φως, πάνω απ’ τον γκρεμό. Ειλικρινά σας λέω

Πως λυπήθηκα που τον απογοήτευσα. Να σε φάει το ράμφος αυτό και να γίνεις κομμάτι του, να μοιράζεσαι αυτά τα φτερά και αυτά τα μάτια –

Τι μεγαλόπρεπο τέλος για το σώμα σου, τι ενουράνησις· τι ζωή μετά θάνατον.

(μετάφραση: Παναγιώτης Ιωαννίδης)

============================

Joy Harjo

Μετάφραση: Αυγή Δαφερέρα

H πολυβραβευμένη ποιήτρια Joy Harjo γεννήθηκε στην Τούλσα της Οκλαχόμα και είναι μέλος της φυλής των Muscogee (Creek). Η ποίησή της αντλεί από τις αφηγήσεις των αυτοχθόνων και ενσωματώνoντας μύθους, σύμβολα και αξίες των ιθαγενών στη γραφή της, καθώς και από τις ποιητικές παραδόσεις της φεμινιστικής και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ένας χάρτης για τον επόμενο κόσμο

Για την Desiray Kierra Chee

Τις τελευταίες μέρες του τέταρτου κόσμου, θέλησα να φτιάξω έναν χάρτη για

αυτούς που θα περνούσαν μέσα από την τρύπα στον ουρανό.

Τα μόνα μου εργαλεία ήταν οι επιθυμίες των ανθρώπων όπως αναδύονταν

από τα πεδία γης μάχης, από τα υπνοδωμάτια και τις κουζίνες.

Γιατί η ψυχή είναι ένας περιηγητής με πολλά χέρια και πόδια.

Ο χάρτης πρέπει να είναι από άμμο και δε γίνεται να διαβαστεί με συνηθισμένο φως. Πρέπει να κουβαλήσει τη φωτιά στην επόμενη πόλη της φυλής, για την αναγέννηση του πνεύματος.

Ο θρύλος περιέχει οδηγίες για τη γλώσσα της γης, πώς ξεχαστήκαμε και δεν

αναγνωρίσαμε το δώρο, λες και δεν ήμασταν μέσα του και μέρος του.

Πρόσεξε την ταχεία εξάπλωση των σουπερμάρκετ και των εμπορικών, των

βωμών του χρήματος. Αποτυπώνουν τέλεια την παράκαμψη από την πορεία του φωτός.

Πρόσεξε τα λάθη της αφηρημάδας μας· η ομίχλη κλέβει

τα παιδιά μας όταν κοιμόμαστε.

Λουλούδια της οργής φυτρώνουν στον λάκκο. Τέρατα γεννιούνται

εκεί από πυρηνικό θυμό.

Στάχτινα δέντρα αποχαιρετούν το αντίο και ο χάρτης φαίνεται να εξαφανίζεται.

Δεν ξέρουμε πια τα ονόματα των πουλιών εδώ, πώς να τους μιλήσουμε

χρησιμοποιώντας τα μικρά τους ονόματα.

Κάποτε ξέραμε τα πάντα σ’αυτή την πλούσια υπόσχεση.

Αυτό που σου λέω είναι αλήθεια και το γράφει η προειδοποίηση πάνω

στον χάρτη. Η αφηρημάδα μας μάς ακολουθεί, είναι πίσω μας, αφή-

νοντας ίχνη από χάρτινες πάνες, βελόνες και σπαταλημένο αίμα.

(…)

============================

Natalie Diaz

μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου

Η ιθαγενής Αμερικανίδα ποιήτρια Νάταλι Ντίαζ (γεν. 1978) κατάγεται από τη φυλή των Ινδιάνων Μοχάβε και μεγάλωσε στο ινδιάνικο καταυλισμό Fort Mojave Indian Village, στην Καλιφόρνια. «για μένα το γράψιμο είναι ο τρόπος μου να εξερευνήσω το γιατί θέλω κάποια πράγματα, γιατί φοβάμαι και γιατί ανησυχώ για κάποια άλλα. Και για μένα αυτά τα πράγματα αντιπροσωπεύουν ένα είδος πείνας που προέρχεται από την εμπειρία του να μεγαλώνεις σε ένα μέρος όπως αυτό όπου μεγάλωσα εγώ»

Ήταν τα ζώα

Σήμερα ο αδερφός μου έφερε σπίτι ένα κομμάτι της κιβωτού

τυλιγμένο σε μια λευκή πλαστική σακούλα παντοπωλείου.

Έβαλε τη σακούλα πάνω στο τραπέζι μου, την ξέδεσε,

την τράβηξε, αποκαλύπτοντας ένα κομμάτι ξύλο μήκους ενός ποδιού.

Έκανε ένα βήμα πίσω και άπλωσε τα χέρια του για να μου το δείξει

με ανοιχτές τις παλάμες -

Είναι η κιβωτός, είπε.

Εννοείς την κιβωτό του Νώε; ρώτησα.

Ποια άλλη κιβωτός υπάρχει; απάντησε.

Διάβασε την επιγραφή, μου είπε,

λέει τι πρόκειται να συμβεί στο τέλος.

Ποιο τέλος; ήθελα να μάθω.

Γέλασε, Τι εννοείς, «ποιο τέλος»; Το τέλος τέλος.

Μετά το έβγαλε έξω. Η πλαστική σακούλα έτριξε.

Στα δάχτυλά του υπήρχαν σημάδια από παλιές φουσκάλες.

Κρατούσε το σπασμένο κομμάτι ξύλου τόσο τρυφερά.

Είχα ξεχάσει ότι ο αδερφός μου μπορούσε να είναι τρυφερός.

Το ακούμπησε στο τραπέζι όπως οι άνθρωποι στην τηλεόραση

ακουμπάνε κάτω πράγματα που φοβούνται ότι μπορεί να εκραγούν

ή να εκπυρσοκροτήσουν–το ακούμπησε ακριβώς δίπλα στο άδειο φλιτζάνι του καφέ μου.

Δεν ήταν κιβωτός—

ήταν το σπασμένο άκρο μιας κορνίζας

με ένα σχέδιο από λουλούδια σκαλισμένο στην επιφάνειά του.

Έπιασε το κεφάλι του με τα χέρια του–

Δεν έπρεπε να σου το δείξω αυτό -

Θεέ μου, γιατί της το έδειξα αυτό;

Είναι αρχαίο–Ω, Θεέ,

είναι τόσο παλιό.

Εντάξει λοιπόν, ενέδωσα, Από πού το πήρες;

Το κορίτσι, είπε. Ω, το κορίτσι.

Ποιο κορίτσι; ρώτησα.

Θα εύχεσαι να μην το είχες μάθεις ποτέ, μου είπε.

Τον είδα να σέρνει τα πληγιασμένα του δάχτυλα

πάνω στο λουλουδάτο μοτίβο του ξύλου -

Πρέπει να το διαβάσεις. Αλλά, ω, δεν μπορείς να το καταλάβεις—

όσα βιβλία κι αν έχεις διαβάσει.

Έκανε λάθος. Μπορούσα να καταλάβω την κιβωτό.

Μπορούσα να καταλάβω ακόμη και τα εντυπωσιακά γαμημένα δάχτυλά του.

Τον τρόπο που σχεδόν έλαμπαν. Ήταν τα ζώα——τα ζώα που δεν μπορούσα να καταλάβω——

έφτασαν ως το κατώφλι μου,

έσπασαν την κάσα της πόρτας με τις οπλές και τους γοφούς τους,

παρέλασαν δίπλα μου, μέσα στην κουζίνα μου, μέσα στον αδελφό μου,

ουρές να σέρνονται στα πόδια μου προτού εξαφανιστούν

σαν εισελκόμενα καλώδια ηλεκτρικής σκούπας μέσα στις κοιλότητες

των ώμων του αδελφού μου, χαυλιόδοντες να ξύνουν τους τοίχους,

απλώνοντάς του το χέρι — γκνου, γουρούνια,

οι όρυγες με τα μαύρα ασορτί κέρατά τους,

αγριόχοιροι, ιαγουάροι, πούμα, αρπακτικά. Οι οσελότοι

με τα μαθηματικά τους πρόσωπα. Τόσα πολλά είδη κατσίκας.

Τόσα πολλά είδη πλασμάτων.

Ήθελα να τα ακολουθήσω, να φτάσω στο βάθος των πραγμάτων,

αλλά ο αδερφός μου με σταμάτησε–

Αυτό είναι σοβαρό, είπε.

Πρέπει να καταλάβεις.

Μπορεί να σε σώσει.

Κάθισα λοιπόν, με τον αδερφό μου έτσι ανοιγμένο στα δύο,

και δυο-δυο τα φανταστικά θηρία

παρέλαυναν από μέσα του. Κάθισα, καθώς το νερό κυλούσε γύρω από τους αστραγάλους μου,

με περικύκλωσε, γέμισε το φλιτζάνι του καφέ μου

προτού το παρασύρει μακριά από το τραπέζι.

Ο αδερφός μου—τυλιγμένος στις σκιές—

ένα κύτος από κόκαλα, φωτισμένο μόνο από δόντι και χαυλιόδοντα,

να σηκώνει την κιβωτό του ψηλά στον αέρα.

============================

Robert Hass, (Ρόμπερτ Χασς ΗΠΑ, γεν. 1941)

μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

Από τον Αίνο [Praise, 1979]

[προμετωπίδα]

Ρωτήσαμε τον καπετάνιο ποια

τακτική θα πρότεινε έναντι

ενός θηρίου τόσο μεγάλου, τρομακτικού, και

απρόβλεπτου. Δίστασε να

απαντήσει, κι ύστερα είπε με σύνεση:
“Θαρρώ θα το υμνήσω”.

*

από το Ήλιος κάτω από ξύλο [Sun under wood, 1996]

Λιμπελλούλες ζευγαρώνουν[απόσπ.]

2.

Ο Χάιμε δε Άνγκουλο (1934) μιλούσε με έναν Ινδιάνο Τσάννελ Άιλαντ

σ’ ένα μπαρ στην Σάντα Μπάρμπαρα. Για πες μου πώς λέγαν στην φυλή σου

ότι φτιάχτηκε ο κόσμος. Λοιπόν, είπε ο τύπος. Το Κογιότ ήτανε στο βουνό

και τού ‘ρθε κατούρημα. Μια στιγμή, είπε ο Χάιμε,

μιλούσα μ’ έναν Πόμο τις προάλλες κι αυτός είπε

πως η Κόκκινη Αλεπού έφτιαξε τον κόσμο. Αυτοί λένε Κόκκινη Αλεπού, είπε ο τύπος ανασηκώνοντας τους ώμους,

εμείς λέμε Κογιότ. Λοιπόν, τού ‘ρθε κατούρημα

και δεν ήθελε να πνιγεί κανείς, οπότε γύρισε προς τη μεριά

που θα γινόταν ωκεανός. Μια στιγμή, είπε ο Χάιμε,

αν δεν υπήρχαν άνθρωποι ακόμα, πώς θά έπνιγε κάποιον;

Ο Τσαννελένιο έκανε μια παράξενη γκριμάτσα. Κοίτα,

είπε, όταν ήμουν πιτσιρίκι, αναρωτιόμουν γι’ αυτό,

και ρώτησα τον πατέρα μου. Μέναμε πέρα κατά την Σάντα Υνέζ.

Καθόταν σ’ έναν πάγκο στην αυλή σκίζοντας παλούκια για τον φράχτη

με το τσεκούρι, και του είπα, πώς γίνεται το Κογιότ να ανησυχούσε για τους ανθρώπους

όταν τού ‘ρθε κατούρημα και δεν υπήρχαν άνθρωποι; Ο τύπος γέλασε.

Κι ο γέρος μου σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε μ’ αυτό το παράξενο χαμόγελο

και είπε, Κοίτα, όταν ήμουν πιτσιρίκι, αναρωτιόμουν γι’ αυτό.

============================

Τζαίην Χέρσφηλντ (Jane Hirshfield, ΗΠΑ, γεν. 1953)

μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

από το Κατάστιχο [Ledger, 2020] (πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά: «ΤΑ ΝΕΑ», 17.04.2020)

Να μην Πουν

Να μην πουν: δεν το είδαμε.
Είδαμε.

Να μην πουν: δεν το ακούσαμε.
Ακούσαμε.

Να μην πουν: δεν το γεύτηκαν.
Φάγαμε, τρέμοντας.

Να μην πουν: δεν ειπώθηκε, ούτε και γράφτηκε.
Μιλήσαμε,
ήμασταν μάρτυρες με φωνές και με χέρια.

Να μην πουν: δεν έκαναν τίποτα.
Κάναμε όχι αρκετά.

Ας πουν, μιας και κάτι πρέπει να πούνε:

Κηροζίνη – μια ομορφιά.
Κάηκε.

Ας πουν πως καθήσαμε να μας ζεστάνει,
στο φως της διαβάσαμε, ψάλλαμε,
και κάηκε.

*

============================

Jorie Graham

μετάφραση: Δήμητρα Κωτούλα

ΔΙΔΑΧΤΗΚΑ ΤΡΙΑ

ονόματα για το δέντρο έξω από το παράθυρό μου

σχεδόν να το αγγίζω, ελαστικό

γεμάτο σκίουρους, κοιλότητες για μνήμη, κατοικίσιμο.

Castagnoπου μπήγονταν στην καρδιά του, τα σκληρά περιβλήματα των καρπών του

σαν αχινοί να προσκολλώνται εκεί που πρωτόπεσαν

διεκδικώντας και την παραμικρή σκιά

στο κράσπεδο. Chassagneγια τις μέρες του αέρα

αδέξιο μέσα στα ταφταδένια του ενδύματα,

να ψιθυρίζει –λίγο ακόμη και θα ξέσπαγε

έξω από κάθε τάξη- ωστόσο με ανατροφή υποδειγματική.

Κι ύστερα chestnutγδαρμένο ωχρό και καθαρό-

τα εσωτερικά αποθέματά του

όταν κλήθηκαν ανέλαβαν το καθένα άψογα το μερίδιό του στο καθήκον.

Δεν ήταν το είδος του δέντρου που

θα συναντούσες ερήμην σου –φαντάσου το αυτό- δεν ήταν από εκείνα

που μόνο το εναπομείναν τελευταίο φυλλαράκι

ήτανε πιστό. Όχι, αυτό το δέντρο

ήταν ολόκληρο πρώτο πρόσωπο, κι εγώ

ήμουνα το κλαράκι, κρατώντας σφιχτά μέσα μου όλο το

μπουκετάκι των τριών,

με το που μου το έδιναν να το λαμβάνω: αδιόρατες διαδρομές

στον χάρτη της συνείδησης. Ποια είναι η ιδέα

που καθορίζει την ανθοφορία; Το ανθρώπινο δέντρο

να ενδύεται τα ουσιαστικά του, ή αυτό εδώ

έξω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου να υπόσχεται πιο επιτακτικά

απ’ ότι γίνεται

ότι θα φτάσει τελικά το περβάζι μου, τα φύλλα

σιωπηλά σαν επιθυμίες που πνίγηκαν, κι εγώ

ένα όνομα ανάμεσά τους.

(Υβρίδια Φυτών και Φαντασμάτων, 1980)

============================

Coral Bracho

μετάφραση: Μάριος Χατζηπορκοπίου

Ατέρμονη σταλαγματιά στο πρόσωπο της νύχτας

Μια πτώση αργή.

Ένα βαθύ και πυκνό

πέφτω

δίχως χειρολαβές

δίχως απάγκιο,

δίχως φωνή.

Αναποφάσιστο

πέφτω και πέφτω

στο σκοτάδι.

Σαν στάλα

σαν ατέρμονη σταλαγματιά

στο πρόσωπο της νύχτας. Βρέχει

η νύχτα και μπαίνει στα κόκκαλα,

στα χαντάκια.

Βυθίζει

στο κουφάρι της τη θλίψη

και το άπειρο.

Ένας θόλος απέραντος και μαύρος, κάτι άστρα –

το γαληνεμένο της φως.

============================

Nicanor Parra

μετάφραση: Σταμάτης Πολενάκης

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΆΠΑ ΜΑΣ ΑΝΗΣΥΧΕΙ

Κανείς δεν έχει δικαίωμα να χαμογελά

σ` έναν τόσο σάπιο κόσμο

εκτός κι αν τα` χει κάνει πλακάκια με τον Διάβολο

ο Ποντίφικας θα` πρεπε να χύνει ποτάμι τα δάκρυα

και να ξεριζώνει τα λιγοστά μαλλιά που του έχουν απομείνει

μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες

αντί να σκορπά χαμόγελα δεξιά κι αριστερά

λες και δε συμβαίνει τίποτα στη Χιλή

Αυτό είναι ύποπτο κυρίες και κύριοι!

Ο Ποντίφικας θα` πρεπε να καταδικάζει

τον δικτάτορα αντί να κάνει την πάπια

ο Ποντίφικας θα` πρεπε να ρωτά

που βρίσκεται το εξαφανισμένο του ποίμνιο

γι` αυτό το λόγο υποτίθεται οι καρδινάλιοι

τον έστεψαν βασιλέα των Ιουδαίων

κι όχι για να χαριεντίζεται με τον λύκο

ας γελάει και με την ίδια την Παναγία αν θέλει

αλλά ας πάψει να μας δουλεύει εμάς

Σχολιάστε