Mετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης
1. Μία και μοναδική έκθεση
Πρώτο παράδειγμα. Το ποίημα «Έξι νέοι» του Τεντ Χιουζ, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ο αφηγητής στο ποίημα κοιτάζει μια φωτογραφία έξι χαμογελαστών νεαρών, που ποζάρουν σ’ ένα οικείο τους περιβάλλον. (…) Τέσσερις δεκαετίες έχουν σφραγίσει με την πατίνα του χρόνου αυτήν τη φωτογραφία: τραβήχτηκε το 1914. (…) Έξι μήνες μετά, και οι έξι ήταν νεκροί. Βλέποντας τη φωτογραφία, λοιπόν, μπορεί κανείς να σκεφτεί και τον θάνατο εκείνων των νέων: το τρομερότερο «αστραπόβροντο» του πολέμου που ’πεσε πάνω σ’ εκείνα τα χαμόγελα και τα ’σβησε πριν από σαράντα ολόκληρα χρόνια.
Να η στροφή:
Αυτός ο άντρας που στέκεται μπροστά σου
Και του σφίγγεις το χέρι και τον βλέπεις υγιή και τον ακούς να μιλάει με βροντερή φωνή
Δεν είναι πιο ζωντανός από κανένα από εκείνα τα έξι χαμόγελα στη φωτογραφία,
Ούτε κανένα προϊστορικό ή μυθικό τέρας είναι περισσότερο νεκρό·
Καμιά σκέψη δεν είναι πιο δυνατή από το αίμα τους που βράζει:
Κοιτάζοντας αυτή τη φωτογραφία μπορεί και να σου στρίψει,
Τόσες αντιφατικές κι αιώνιες φρίκες που αποτυπώνονται σ’ αυτήν
Χαμογελούν μέσ’ από εκείνη τη μία και μοναδική έκθεση
Εξοστρακίζοντας το ίδιο σου το σώμα απ’ την υπόστασή του κι από τη θέρμη του.
Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ είναι η εμπειρία του νου όταν δεν κατορθώνει να χωρέσει κάτι με το οποίο έρχεται σ’ επαφή. Μπορεί πραγματικά κανείς να τρελαθεί προσπαθώντας να χωρέσει στη σκέψη του αυτό που την ξεπερνάει: ότι είναι αδύνατον να είναι κανείς πιο ζωντανός από εκείνους τους χαμογελαστούς νέους, ενώ συνάμα τίποτα δεν είναι πιο νεκρό από αυτούς. […] Αυτό που μας προσφέρει ο Χιουζ είναι μια περίπτωση αυτού που θα ονομάζω η δυσκολία της πραγματικότητας. Δανείζομαι τον όρο από μια φράση του Τζον Απντάικ, προκειμένου να υποδείξω τα φαινόμενα που με απασχολούν εδώ, δηλαδή εμπειρίες στις οποίες συλλαμβάνουμε κάτι από την πραγματικότητα, το οποίο αντιστέκεται στη σκέψη μας ή μας προξενεί οδύνη, καθώς δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε: κάτι δύσκολο με αυτόν τον τρόπο ή ίσως κάτι που μας καθηλώνει και μας τρομάζει επειδή είναι ανεξήγητο. Έτσι συλλαμβάνουμε κάποια πράγματα. Και τα πράγματα που συλλαμβάνουμε με αυτόν τον τρόπο μπορεί γι’ άλλους ανθρώπους να μην παρουσιάζουν αυτήν τη δυσκολία, τη δυσκολία ότι είναι τρομακτικά σκληρό, ή αδύνατο, ή φοβερά επώδυνο να τα χωρέσει ο νους μας.
2. Ένα πληγωμένο ζώο
Λίγοι από μας δεν είναι κατά κάποιο τρόπο ανάπηροι ή κι άρρωστοι ακόμα. Κι όμως, οι αναπηρίες μας εντελώς απροσδόκητα μάς βοηθούν.
— Γουίλιαμ Τζέιμς, Οι παραλλαγές της θρησκευτικής εμπειρίας.
Δεύτερο παράδειγμα. Αυτό το παράδειγμα είναι σύνθετο: ένα μέρος του έχει να κάνει με σειρά ομιλιών του Νοτιοαφρικάνου μυθιστοριογράφου Τζ. Μ. Κούτσι στο πλαίσιο των Tanner Lectures. Οι διαλέξεις αυτές δημοσιεύτηκαν με τίτλο Οι ζωές των ζώων, με εισαγωγή της Amy Gutmann και σχόλια από πολλούς άλλους. Η εισαγωγή και τα σχόλια αποτελούν και αυτά μέρος του παραδείγματος που θέλω να φέρω τώρα. Οι ίδιες οι διαλέξεις του Κούτσι έχουν τη μορφή ιστοριών. Στην πρώτη ιστορία, μια ηλικιωμένη συγγραφέας, η Ελίζαμπεθ Κοστέλο, έχει προσκληθεί για να δώσει μια διάλεξη στο Appleton College. Είναι μια γυναίκα η οποία βασανίζεται από τις φρικαλεότητες που διαπράττουμε σε βάρος των ζώων. Βλέπουμε να την πληγώνει αυτή η επίγνωση, αυτή η φρίκη, και το γεγονός ότι γνωρίζει πόσο αναίσθητοι είναι οι άλλοι πάνω σε αυτό το ζήτημα. Αυτό το τραύμα τη σημαδεύει και την απομονώνει. Η εικόνα του Ολοκαυτώματος είναι κεντρική στο βάσανό της και στη μοναξιά της. Διότι το να σκέφτεται κανείς αυτήν τη φρίκη μέσα από την εικόνα του Ολοκαυτώματος είναι ή μπορεί να είναι βαθύτατα τραυματικό.
Θέλω, λοιπόν, να περιγράψω τις διαλέξεις του Κούτσι, λέγοντας ότι φανερώνουν ένα είδος τραυματισμού ή βάσανου, ένα γδάρσιμο των νεύρων. Αυτό που πληγώνει εκείνη τη γυναίκα, αυτό που κατατρύχει τον νου της είναι αυτό που κάνουμε στα ζώα. Αυτή η φρίκη είναι εκεί, στον κόσμο μας. Πώς μπορεί κανείς να ζήσει βλέποντάς την; Και βλέποντας το γεγονός ότι για όλο σχεδόν τον κόσμο είναι σαν να μην υπάρχει, είναι κάτι το μηδαμινό, ένα αποδεκτό υπόβαθρο της ζωής; Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο δίνει μια διάλεξη, όμως πρόκειται για μια ομιλία που με διάφορους τρόπους απέχει πολύ απ’ όσα προσμένει το ακροατήριο μιας διάλεξης. Περιγράφει τον εαυτό της σαν ένα ζώο το οποίο, μπροστά σε ένα πανεπιστημιακό ακροατήριο, δείχνει χωρίς να δείχνει μια πληγή που κρύβεται κάτω από τα ρούχα του, όμως η κάθε του λέξη την ψηλαφεί. Έτσι, η ζωή αυτού του ομιλούντος, πληγωμένου και ενδεδυμένου ζώου, είναι μία από τις «ζωές των ζώων» για τις οποίες μιλάει αυτή η ιστορία. Αν είναι αλήθεια ότι σε γενικές γραμμές δεν έχουμε συνείδηση της ζωής των άλλων ζώων, είναι επίσης αλήθεια ότι, διαβάζοντας αυτή την ιστορία, μπορεί να μη συνειδητοποιήσουμε (όπως, άλλωστε, δεν συνειδητοποιεί ούτε το ακροατήριό της) τη ζωή του ομιλούντος ζώου που βρίσκεται στο επίκεντρό της. […]
Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο λέει πως δεν θέλει να την ταυτίζουν με την παράδοση της επιχειρηματολογίας. Μας αφήνει να τη δούμε έτσι όπως είναι η ίδια. Είναι μια γυναίκα με πλήρη συνείδηση των ορίων του σκέπτεσθαι, των ορίων της κατανόησης, μπροστά σε όλα αυτά που με τόση οδύνη συνειδητοποιεί. Ποιος είναι, λοιπόν, ο ρόλος των επιχειρηματολογικών θραυσμάτων που περιέχονται στις διαλέξεις του Κούτσι; Ως προς αυτό δεν μπορώ εδώ να καταλήξω σε κανένα συμπέρασμα, όμως τα σχόλιά μου έχουν στόχο να αναδείξουν την ιδέα ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον ρόλο τους στις διαλέξεις του Κούτσι αν δεν δούμε προηγουμένως σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο η Ελίζαμπεθ Κοστέλο αντιμετωπίζει την επιχειρηματολογία σε τούτη την ιστορία. Δεν εμπλέκεται σε ανταλλαγή επιχειρημάτων με τους άλλους, όπως κάνουν οι φιλόσοφοι. Οι αντιδράσεις της στα επιχειρήματα των άλλων βρίσκονται μακριά από την αναμενόμενη εμπλοκή σε ένα είδος επιχειρηματολογίας. Σχολιάζει μεν τα επιχειρήματα που της απευθύνουν, αλλά τα ωθεί προς κατευθύνσεις που υποδηλώνουν τη μεγάλη διαφορά της δικής της προσέγγισης. Δεν παίρνει στα σοβαρά τις συμβάσεις της επιχειρηματολογίας ενός φιλοσοφικού κειμένου, κι αυτό είναι ολοφάνερο όταν επιστρατεύει την εικόνα της νεκρής κότας που μιλάει μέσα στα γραπτά του Καμύ για τη λαιμητόμο. (Από τη σκοπιά των συμβάσεων της επιχειρηματολογίας, αυτό σίγουρα δεν είναι τρόπος απάντησης στο επιχείρημα ότι τα ζώα δεν μπορούν να μιλήσουν για λογαριασμό τους και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους όπως εμείς. Η ίδια η εικόνα θυμίζει την εικόνα του Βίτγκενσταϊν για το τριαντάφυλλο, που έχει δόντια μέσα στο στόμα μιας αγελάδας, η οποία τρώει την τροφή της και κοπρίζει το τριαντάφυλλο.) Οι αντιδράσεις της Ελίζαμπεθ Κοστέλο στα επιχειρήματα μπορούν να διαβαστούν ως «απαντήσεις» με τη φιλοσοφική έννοια του όρου, μόνο αν αγνοήσουμε σημαντικά χαρακτηριστικά της αφήγησης, και ιδιαίτερα το βάρος που έχουν αυτές οι αντιδράσεις στη σκέψη της Κοστέλο. Στη ζωή του ζώου που η ίδια είναι, η επιχειρηματολογία δεν έχει το βάρος που θεωρούμε ότι έχει στο είδος του ζώου που νομίζουμε πως είμαστε. Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο βλέπει την εμπιστοσύνη μας στην επιχειρηματολογία ως έναν τρόπο για να αποξενωνόμαστε από αυτό που αισθανόμαστε πως είναι το ζωντανό ζώο. Και θεωρεί ότι η ποίηση μάλλον, παρά η φιλοσοφία, έχει την ικανότητα να μας επαναφέρει σε μιαν αίσθηση αυτού που είναι η ζωώδης ζωή. (Ένας άλλος τρόπος, με τον οποίο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα, είναι ο εξής: αν σκεφτόμαστε τις διαλέξεις του Κούτσι ως συνεισφορές στη «διαμάχη» για τη μεταχείριση των ζώων, τότε κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά στο γεγονός ότι η «διαμάχη», όπως συνήθως την εννοούμε, εμπεριέχει την αποστασιοποίησή μας από αυτό που αισθανόμαστε στην ένσαρκη ζωή μας και στην ικανότητά μας ν’ ανταποκρινόμαστε και να φανταζόμαστε την ένσαρκη ζωή των άλλων.)
Δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο βοηθάει να πούμε ότι «οι διαλέξεις του Κούτσι πρέπει, πάνω απ’ όλα, να διαβαστούν ως λογοτεχνία», διότι δεν είναι σαφές τι σημαίνει αυτό. Τουλάχιστον, όμως, είναι αρκετά σαφές αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε: δεν πρέπει ν’ αποσπούμε απ’ αυτές διάφορες ιδέες και επιχειρήματα, λες και ο Κούτσι δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να τα ντύσει με μια μυθοπλαστική μορφή για να μας τα παρουσιάσει. Αυτό είναι ίσως ιδιαίτερα σαφές με την εικόνα του Ολοκαυτώματος, όπου η επιθυμία να δούμε πού θέλει να καταλήξει ο Κούτσι χρησιμοποιώντας την, οδηγεί σε διάφορες γενικολογίες, όπως ότι ο Κούτσι θέλησε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει ένας τρόπος επίλυσης των ηθικών* διενέξεων στις περιπτώσεις όπου οι ευαισθησίες των ανθρώπων αποκλίνουν (Gutmann)1· ή ότι τον ενδιέφερε να διατυπώσει μια επιχειρηματολογία υπέρ του ριζοσπαστικού εξισωτισμού, την οποία ο ίδιος μπορεί να δέχεται ή να μη δέχεται (Singer)2. — Στο τέλος της ιστορίας, η Ελίζαμπεθ Κοστέλο αναρωτιέται μήπως χτίζει παλάτια στην άμμο, μήπως υψώνει ένα ολόκληρο βουνό από το τίποτα. Όμως «ο νους μας έχει τα όρη του» και «τους τρομακτικούς και απύθμενους γκρεμούς του»: «Κι ασήμαντους τους βρίσκει μόνον όποιος ποτέ του δεν κρεμάστηκε σ’ αυτούς». Πώς είναι να κρέμεσαι εκεί; Ποια παρηγοριά της δίνει ο γιός της; Ότι «εκεί, εκεί, σύντομα θα τελειώσει»; «Εδώ! Διπλώσου αξιοθρήνητα κάτω από μια παρηγοριά που παρασέρνει ο ανεμοστρόβιλος: σε κάθε ζωή ο θάνατος τέλος βάζει και κάθε μέρα με τον ύπνο πεθαίνει». Αν δεν βλέπουμε με ποιον τρόπο η εικόνα του Ολοκαυτώματος δίνει ένα νόημα στο τι σημαίνει να κρέμεσαι σε αυτούς τους γκρεμούς, στο τι σημαίνει να μην έχεις τίποτε άλλο παρά την παρηγοριά του ύπνου και του θανάτου καθώς κρέμεσαι εκεί, νομίζω πως δεν έχουμε αληθινά αρχίσει να διαβάζουμε εκείνες τις διαλέξεις. Όμως είναι εξίσου πιθανόν να οδηγηθούμε ή να νομίσουμε ότι οδηγούμαστε σε μια τέτοια ανάγνωση μέσω της φιλοσοφίας, αν την ακούσουμε καθώς προσπαθεί να μας επιβάλλει την επίμονη ιδέα ότι αυτή η εικόνα δεν είναι παρά μια συγκινητική βέβαια αλλά πάντοτε εικόνα μιας υποκειμενικής αντίδρασης, το νόημα της οποίας οφείλουμε να θέσουμε υπό εξέταση.
Αν στο επίκεντρο της ανάγνωσής μας βάλουμε την εικόνα μιας βαθιάς ψυχικής αναταραχής, την οποία μας δίνει ο Κούτσι, τότε θα φανεί μάλλον φυσικό να προτείνουμε στη συνέχεια κάτι σαν κι αυτό:
Από την «άρρωστη ψυχή» μπορούμε να μάθουμε πώς να βλέπουμε την πραγματικότητα, όπως το είπε ο Γουίλιαμ Τζέημς στις Gifford Lectures. Η «άρρωστη ψυχή» των διαλέξεων του Κούτσι μάς επιτρέπει να δούμε μία από τις δυσκολίες της πραγματικότητας, τη δυσκολία της ανθρώπινης ζωής στη σχέση της με τη ζωή των ζώων, τις φρικαλεότητες που διαπράττουμε σε βάρος τους και τη φρίκη του γεγονότος ότι τις διαγράφουμε από τη συνείδησή μας.
Το πρόβλημα με αυτή την ανάγνωση είναι ότι στηρίζεται ολοκληρωτικά στην οπτική της Ελίζαμπεθ Κοστέλο, αποδίδοντάς τη σιωπηρά στον Κούτσι. Όμως μας δείχνει επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο η Κοστέλο καταλαβαίνει τη σχέση μας με τα ζώα αφήνει στο σκοτάδι την απέραντη φρίκη αυτών που εμείς κάνουμε ο ένας στον άλλον — σαν να μην μπορεί κανείς να εστιάσει στο Ολοκαύτωμα ως εικόνα γι’ αυτό που κάνουμε στα ζώα, χωρίς να χάσει την ικανότητα να βλέπει αυτό το ίδιο το Ολοκαύτωμα και αυτό που αποκαλύπτει για εμάς τους ίδιους. Υπάρχει, λοιπόν, εδώ ένα μέρος της δυσκολίας της πραγματικότητας που η Κοστέλο δεν βλέπει: φαίνεται πως όσο εστιάζουμε την προσοχή μας σε μια δυσκολία τόσο εμποδιζόμαστε να δούμε μιαν άλλη. Και υπάρχει ακόμα ένα σημαντικό θέμα στις διαλέξεις, το οποίο μας διαφύγει όσο παραμένουμε στον τρόπο με τον οποίο η Κοστέλο καταλαβαίνει τα πράγματα: είναι η δυσκολία να εστιάσουμε σε μια δυσκολία της πραγματικότητας, στον βαθμό που κάθε τέτοια απόπειρα συμπλέκεται άρρηκτα με τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των ανθρώπων. Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο αντιδρά στους ισχυρισμούς ότι οι διατροφικοί περιορισμοί και τα επιχειρήματα υπέρ τους είναι ο τρόπος με τον οποίο μια ομάδα ανθρώπων διεκδικεί την ανωτερότητά του έναντι των υπόλοιπων. Όμως οι ίδιες οι διαλέξεις μάς αφήνουν με την εικόνα μιας πολυσύνθετης δυναμικής μέσα στην οικογένειά της, όπου η ευαισθησία των εγγονιών της απέναντι στα ζώα και στο να τρώμε μικρά ζωάκια δεν μπορεί να διαχωριστεί από την πίκρα και τη μνησικακία που υπάρχει ανάμεσα στην ίδια και τη νύφη της.
Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο λέει για τον Τεντ Χιουζ ότι οι συγγραφείς μάς λένε πολύ περισσότερα απ’ όσα συνειδητοποιούν. (…) Και o Κούτσι μάς δίνει την εικόνα μιας βαθιάς ψυχικής αναταραχής και την τοποθετεί σε ένα περίπλοκο πλαίσιο. Δεν μπορεί να μας πει τι κατάφερε με αυτό, δεν το γνωρίζει. Η όποια ανταπόκρισή μας στις δυσκολίες των διαλέξεών του, στις δυσκολίες της πραγματικότητας, δεν είναι κάτι που μπορούν να επιβάλλουν οι διαλέξεις. Κι αυτό εκφράζει από μόνο του έναν τρόπο κατανόησης του τι είδους ζώο είμαστε, καθώς και της ηθικής ζωής αυτού του ζώου.
3. Παράκαμψη
Πρότεινα ότι οι διαλέξεις του Κούτσι παρουσιάζουν
[…] Χρειάζομαι έναν όρο για να περιγράψω αυτό που διακυβεύεται εδώ, και θα τον δανειστώ από το «Knowing and Acknowledging» του Στάνλεϊ Κάβελ [Stanley Cavell]3. Ο Κάβελ γράφει για τον φιλόσοφο, ο οποίος, όπως φανταζόμαστε, ξεκινάει από τη βαθιά συνειδητοποίηση κάποιου τρομακτικού πράγματος: ότι μπορεί να υποφέρω και κανείς να μη ξέρει, ούτε να νοιάζεται για τον πόνο μου· «και ότι και οι άλλοι μπορεί να υποφέρουν κι εγώ να μην το ξέρω». Όμως η κατανόηση του φιλοσόφου αποτελεί παράκαμψη: το ζήτημα παρακάμπτεται, διότι ο φιλόσοφος το σκέφτεται ή το ξανασκέφτεται στη γλώσσα του φιλοσοφικού σκεπτικισμού —και οι φιλοσοφικές απαντήσεις σε αυτόν τον σκεπτικισμό, για παράδειγμα οι αποδείξεις ότι είναι προϊόν σύγχυσης, παρακάμπτουν ακόμα περισσότερο την αλήθεια που διακυβεύεται εδώ. Θα επιστρέψω αργότερα στις ιδέες του Κάβελ. Προς το παρόν χρειάζομαι την έννοια της παράκαμψης, προκειμένου να περιγράψω τι συμβαίνει όταν περνάμε από τη βαθιά συνειδητοποίηση (ή την προσπάθεια για μια βαθιά συνειδητοποίηση) μιας δυσκολίας της πραγματικότητας σε ένα υποτιθέμενα παραπλήσιο φιλοσοφικό ή ηθικό πρόβλημα.
Επιτρέψτε μου να επιστρέψω στο πρώτο παράδειγμά μου, στο ποίημα του Τεντ Χιουζ. Αυτό που εκφράζεται εκεί είναι η αίσθηση μιας δυσκολίας που μας σπρώχνει πέρα από αυτό που μπορούμε να σκεφτούμε. Αν προσπαθήσουμε να τη σκεφτούμε, αισθανόμαστε τη σκέψη να παραπαίει. Οι έννοιές μας, η συνηθισμένη ζωή μας με τις έννοιές μας, παρακάμπτουν αυτήν τη δυσκολία σαν να μην υπάρχει: αν προσπαθήσουμε να τη δούμε κατάματα, η δυσκολία αυτή μας εξοστρακίζει από τη ζωή, είναι θανάσιμα παγερή. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να περιγράψουμε τη φιλοσοφική παράκαμψη μιας δυσκολίας της πραγματικότητας όπως τη βλέπουμε στην Gutmann και τον Singer; Έχω κυρίως κατά νου ότι είδαν στον Κούτσι μια επιχειρηματολογία γύρω από ένα ηθικό ζήτημα: Πώς θα έπρεπε να μεταχειριζόμαστε τα ζώα. Θα πρέπει να τα τρώμε; Θα πρέπει να τους αναγνωρίσουμε δικαιώματα; Αυτό η φιλοσοφία ξέρει να το κάνει καλά. Είναι πολύ δύσκολο, σύμφωνοι, αλλά γι’ αυτό υπάρχουν τα πανεπιστημιακά τμήματα φιλοσοφίας: για να μας μάθουν πώς να συζητάμε δύσκολα προβλήματα, πώς στήνεται μια καλή επιχειρηματολογία και τι αλλοιώνεται από το συναίσθημα όταν λέμε πράγματα χωρίς να θεμελιώνουμε γερά. Αυτό, λοιπόν, που ήθελα να πω, δανειζόμενη τον όρο «παράκαμψη» από τον Κάβελ, είναι ότι το δύσκολο εδώ, στη φιλοσοφική επιχειρηματολογία, δεν είναι η συνειδητοποίηση ή η προσπάθεια συνειδητοποίησης μιας δυσκολίας της πραγματικότητας. Σε αυτήν την περίπτωση, η δυσκολία βρίσκεται στην έκδηλη αντίσταση της πραγματικότητας απέναντι στον συνηθισμένο τρόπο ζωής μας και στους συνηθισμένους τρόπους με τους οποίους σκεφτόμαστε. Συνειδητοποίηση της δυσκολίας σημαίνει να νιώθεις ότι έχει κλονιστεί ο τρόπος σκέψης σου, ο τρόπος με τον οποίο υποτίθεται ότι πρέπει να σκέφτεσαι, ή να έχεις το αίσθημα της αδυναμίας της σκέψης να χωρέσει αυτό που προσπαθεί να σκεφτεί. Μια τέτοια συνειδητοποίηση μπορεί να επιφέρει την άκρα απομόνωση που αισθάνονται άνθρωποι όπως η Ελίζαμπεθ Κοστέλο. Ας θυμηθούμε εδώ που αναφέρεται στο σώμα της σαν ένα πληγωμένο σώμα: αισθάνεται τη μοναξιά της στο ίδιο της το σώμα, όπως ο αφηγητής στο ποίημα του Χιουζ αισθάνεται σαν ένα σώμα εκτοπισμένο από τη φωτογραφία. Οι διαλέξεις του Κούτσι μάς ζητούν να κατοικήσουμε ένα σώμα. Όμως, όπως ακριβώς όταν θεωρούμε τι είναι ο θάνατος για ένα ζώο, μπορεί να αρνηθούμε την ικανότητά μας να κατοικήσουμε το σώμα του με τη φαντασία μας, έτσι μπορεί επίσης, καθώς διαβάζουμε τις διαλέξεις, να αρνηθούμε την ικανότητά μας να κατοικήσουμε με τη φαντασία μας το σώμα αυτής της γυναίκας, η οποία έρχεται αντιμέτωπη, ή προσπαθεί να έρθει αντιμέτωπη, με τη δυσκολία αυτού που κάνουμε στα ζώα. Η παράκαμψη της δυσκολίας, μέσω της συζήτησης ενός ηθικού προβλήματος, είναι μια παράκαμψη που μετατρέπει τα ίδια μας τα σώματα σε απλά γεγονότα — γεγονότα που μπορούμε ή όχι να κρίνουμε ότι έχουν νόημα από ηθικής άποψης για τον άλφα ή βήτα λόγο, ανάλογα με το ιδιαίτερο ηθικό ζήτημα που έχουμε κατά νου (για παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η ευαισθησία μας φανερώνει ότι έχουμε «ηθική υπόσταση»).
Σας προσκαλώ, λοιπόν, εδώ να σκεφτούμε τι θα σήμαινε να μην «παρακάμπτουμε» το ότι κατοικούμε ένα σώμα (το δικό μας ή κάποιο άλλο που φανταζόμαστε) όταν ερχόμαστε σε επαφή με μια δυσκολία της πραγματικότητας. Αυτό που λέω είναι πιθανόν να δίνει την εντύπωση πως η φιλοσοφία παρακάμπτει αναπόφευκτα το είδος δυσκολίας που εξετάζω, (δηλαδή) ότι η φιλοσοφία δεν ξέρει πώς να κατοικήσει ένα σώμα (δεν ξέρει να κοιτάξει ένα πληγωμένο σώμα παρά μόνο σαν γεγονός). Θα επανέλθω αργότερα σε αυτό το ζήτημα, και στον Κούτσι, σχετικά με το πώς φαντάζεται κανείς τον ίδιο του τον θάνατο και πώς είναι μια αυθεντικά ένσαρκη γνώση της εκμηδένισής μας.
4. Ομορφιά και καλοσύνη, και πρόκληση
Είπα αρχικά ότι θα με απασχολήσει ένα ευρύ φάσμα φαινομένων, και μέχρι στιγμής δεν έχω δώσει παρά δύο παραδείγματα, τα οποία από μόνα τους δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν επαρκώς αυτό το φάσμα. Θα αναφέρω, λοιπόν, με συντομία μερικά άλλα παραδείγματα, ώστε να καλύψω εν μέρει αυτήν την έλλειψη.
Το πρώτο παράδειγμά μου ήταν ένα ποίημα για τη ζωή και τον θάνατο. Το δεύτερο αφορούσε τη φρίκη αυτού που κάνουμε στα ζώα. Όμως σε αυτό που ονομάζω «δυσκολία της πραγματικότητας» συμπεριλαμβάνω και πράγματα που είναι εντελώς διαφορετικά. Παραδείγματα καλοσύνης ή ομορφιάς, που κι αυτά μπορούν να μας κλονίσουν. Θέλω να πω ότι μπορούν να μας δώσουν την αίσθηση ότι αυτό δεν είναι δυνατό να υπάρχει, ότι δεν μπορούμε να το χωρέσουμε σε αυτό που θεωρούμε πως είναι ο κόσμος. Είναι εντελώς ανεξήγητο ότι υπάρχει, και όμως υπάρχει. Πρόκειται γι’ αυτό που λέει ο Τσέσλαβ Μίλος για την ομορφιά: «Δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπάρχει, ούτε και επιχείρημα εναντίον της ύπαρξής της. Κι όμως, χωρίς καμιά αμφιβολία υπάρχει …». Και γράφει για το μυστήριο που μοιάζει να είναι παρόν στην αρχιτεκτονική ενός δέντρου, στη «λεπτότητα μιας στήλης σκεπασμένης με πρασινάδα», ή «στο κελάηδισμα των πουλιών που καλωσορίζουν το ξημέρωμα έξω απ’ το παράθυρο». Πώς μπόρεσε να υπάρξει αυτή η ομορφιά; — Στην περίπτωση της σχέσης μας με τα ζώα, μια αίσθηση της δυσκολίας της πραγματικότητας μπορεί να εμπλέκει όχι μόνο τον τρόμο που νιώθει η Ελίζαμπεθ Κοστέλο στις διαλέξεις του Κούτσι, αλλά εξίσου και μια αίσθηση κατάπληξης και ακατανόητου μπροστά στο γεγονός ότι υπάρχουν πλάσματα που μας μοιάζουν τόσο πολύ και συνάμα τόσο λίγο, πλάσματα τόσο εκπληκτικά ικανά να είναι σύντροφοί μας και την ίδια στιγμή τόσο απόμακρα. Το αίσθημα ότι είναι αδύνατον να τα τρώμε συμπορεύεται με το καθηλωτικά παράδοξο αίσθημα ότι μοιραζόμαστε τόσα μαζί τους, κι όμως ταυτόχρονα δεν μοιραζόμαστε τίποτα· ότι μπορούν να εκδηλώσουν μιαν ασύγκριτη λεπτότητα και ομορφιά και συνάμα μια τρομακτική σκληρότητα· ότι κάποια από αυτά ζουν μια ζωή τόσο ξένη προς εμάς ή τόσο απεχθή, που ταράζει το μυαλό μας. Θα επιστρέψω αργότερα στις παρατηρήσεις του Κάβελ για την ανθρώπινη χωριστότητα, που «στρέφεται κι αυτή προς το μεγαλείο και προς τη φρίκη, αναμειγνύοντας την ομορφιά με την ασχήμια»· όμως αυτές οι λέξεις, τις οποίες χρησιμοποιεί για να μας βοηθήσει να αισθανθούμε το χαρακτήρα της ανθρώπινης χωριστότητας, μοιάζουν πάρα πολύ με τις λέξεις με τις οποίες θα μπορούσαμε να εκφράσουμε τον εκπληκτικό χαρακτήρα της ζωής των ζώων στη σχέση της με τη δική μας. (…)
Στην αυτοβιογραφία της Still Alive: A Holocaust Girlhood Remembered, η Ruth Klüger4 περιγράφει την κατάπληξή της και το δέος που ένιωσε όταν μια νεαρή κοπέλα στο Άουσβιτς την ενθάρρυνε, αυτήν, ένα τρομοκρατημένο κοριτσάκι, να πει ψέματα για να σώσει τη ζωή της — και στη συνέχεια την υπερασπίστηκε, βοηθώντας την να γλυτώσει. Η Klüger λέει πως αφηγείται έκπληκτη αυτήν την ιστορία και ότι δεν ξεπέρασε ποτέ την κατάπληξη που της προξένησε η πράξη εκείνης της κοπέλας, η «ασύγκριτη και ανεξήγητη» καλοσύνη που την άγγιξε τη μέρα εκείνη. Συζητώντας το ποίημα του Τεντ Χιουζ, είπα πως δεν θα έπρεπε να νομίσουμε πως η φωτογραφία και αυτό που δείχνει μπορούν να ταράξουν τον καθένα. Οι άνθρωποι ήταν ζωντανοί και τώρα πέθαναν, πού είναι το πρόβλημα; Η Klüger λέει πως όταν αφηγείται έκπληκτη την ιστορία της,
υπάρχουν άνθρωποι που παραξενεύονται με την κατάπληξή μου. Εντάξει, λένε, κάποιοι άνθρωποι είναι αλτρουιστές. Πού είναι το παράξενο; Προς τι η κατάπληξη; Η νεαρή γυναίκα που σε βοήθησε ήταν τέτοιος άνθρωπος.
Εδώ, όπως και στην περίπτωση του ποιήματος του Χιουζ, αυτό που σε κάποιους μπορεί να φανεί ακατανόητο και να τους καταπλήξει, δηλαδή ότι πρόκειται για κάτι που δεν κολλάει με τον κόσμο όπως τον καταλαβαίνουμε, κάποιους άλλους μπορεί να μην τους εκπλήσσει καθόλου. Η Klüger ζητάει από τους αναγνώστες της να μη κοιτάξουν απλώς τη σκηνή, αλλά να την ακούσουν και να μην αμφισβητήσουν αυτό που συνέβη, να μην «το απορροφήσουν» καθώς τους το αφηγείται (σ. 108-109). Ζητάει ένα είδος φαντασίας, η οποία μπορεί να κατοικήσει τη δική της αδιάκοπη κατάπληξη. Η «αμφισβήτηση» που μας ζητάει ν’ αποφύγουμε θα σήμαινε μιαν αποστασιοποίηση από την ιστορία της, μια τακτοποίηση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αυτού που συνέβη, μια παράκαμψη της αλήθειας (…)
6. Διόρθωση και έκθεση
Στη δεύτερη διάλεξη του Κούτσι βρίσκουμε την αντίδραση ενός φανταστικού φιλόσοφου, του Τόμας Ο’ Χερν, στις ιδέες της Ελίζαμπεθ Κοστέλο. Πρόκειται για υπόρρητη απάντηση και σε ορισμένα από τα επιχειρήματα υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, που εκφράζουν φιλόσοφοι όπως ο Singer, ο Tom Reagan και ο Michael Leahy. Η επιχειρηματολογία του Leahy προσπαθεί να προσδιορίσει το γλωσσικό παιχνίδι, μέσω του οποίου μιλάμε για τα ζώα, τις οδύνες τους, τις επιθυμίες τους κ.ο.κ. Το επιχείρημά του είναι ότι οι υποστηρικτές της απελευθέρωσης των ζώων αποτυχαίνουν να αναγνωρίσουν ότι το γλωσσικό παιχνίδι μέσω του οποίου μιλάμε για τη νοητική ζωή των ζώων, ενός σκύλου που φοβάται κάτι ή ενός χιμπαντζή που νομίζει αυτό ή εκείνο, είναι «ζωτικά διαφορετικό» από το γλωσσικό παιχνίδι στο οποίο εφαρμόζουμε αυτούς τους ίδιους όρους στα ανθρώπινα όντα.[…]
Στις φωνές που ακούμε στη διαμάχη για τα δικαιώματα των ζώων, φωνές ανθρώπων όπως ο Singer από τη μια μεριά και ο Leahy ή το φανταστικό πρόσωπο του Ο’ Χερν από την άλλη, υπάρχει η κοινή επιθυμία ενός «επειδή»: επειδή τα ζώα είναι όντα αυτού του είδους ή επειδή είναι όντα του άλλου είδους, ορίστε επομένως η θέση τους μέσα στην ηθική σκέψη μας. Αν ακούσουμε αυτές τις φωνές με τον τρόπο που μας δίδαξε ο Κάβελ, μπορούμε άραγε να διαπιστώσουμε σε αυτές μια μορφή σκεπτικισμού; Δηλαδή μια μορφή σκεπτικισμού απέναντι στην επιθυμία για κάτι καλύτερο από αυτό στο οποίο είμαστε καταδικασμένοι (ως το είδος ζώου που είμαστε); Αλλά για ποιο πράγμα μπορούμε να σκεφτούμε πως είμαστε «καταδικασμένοι»; Στο The Claim of Reason, όταν ο Κάβελ συζητάει την κατάστασή μας, χρησιμοποιεί τη λέξη «έκθεση»: να είμαι εκτεθειμένος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της «έννοιας που έχω για τον άλλον», σημαίνει πως δεν μου δίνεται καμιά βεβαιότητα για το πώς θα εφαρμόσω αυτή την έννοια. «Ο άλλος μπορεί να μη μου παρουσιαστεί με κανένα σημάδι, κανένα χαρακτηριστικό, πάνω στα οποία θα μπορούσα να εδράσω τη στάση μου». Λέει πως το να αποδεχτώ την έκθεσή μου στην περίπτωση της γνώσης των άλλων «συνεπάγεται ότι αποδέχομαι την πιθανότητα αυτή η γνώση να εκμηδενιστεί, έστω κι αν πρέπει να υπάρχει»· συνεπάγεται ότι αποδέχομαι πως μπορεί να μη βρίσκομαι σε αυτό που θεωρώ πως είναι η ιδεώδης θέση, αυτό που θέλω ή νομίζω ότι θέλω. Η «έκθεσή» μας στην περίπτωση των ζώων συνίσταται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από τη δική μας ευθύνη να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Δεν βρισκόμαστε ούτε εδώ στην ιδεώδη θέση. […] Με άλλα λόγια, θα θέλαμε να είναι δεδομένη η παρουσία ή η απουσία μιας ηθικής κοινότητάς μας (ή αυτός ο βαθμός ή το είδος κοινότητας) με τα ζώα. Όμως είμαστε εκτεθειμένοι, δηλαδή έχουμε ριχτεί στην αναζήτηση κάποιου πράγματος με το οποίο θα καταφέρναμε να ζήσουμε, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση δεν είναι παρά κάτι σαν πικρός συμβιβασμός. Δεν υπάρχει παρά μόνο το πως διαχειριζόμαστε την έκθεσή μας, κι αυτό το γεγονός αφήνει τεράστιο περιθώριο για παρασπονδίες και ψευτιές. Η έκθεση είναι ολοφάνερη στις διαλέξεις του Κούτσι, τη στιγμή όπου ρωτούν την Ελίζαμπεθ Κοστέλο αν η χορτοφαγία της πηγάζει από μια ηθική πεποίθηση, και εκείνη απαντά: «Πηγάζει από τον πόθο μου να σώσω την ψυχή μου», και προσθέτει πως φοράει δερμάτινα παπούτσια και βαστάει δερμάτινη τσάντα. (…)
Ο τίτλος αυτού του δοκιμίου είναι «Η δυσκολία της πραγματικότητας και η δυσκολία της φιλοσοφίας», αλλά θα ήθελα να προσθέσω μια λέξη σε αυτόν: έκθεση. Το ποίημα του Τεντ Χιουζ μιλάει για μια μοναδική έκθεση, όμως η μοναδική έκθεση είναι η δική μας έκθεση, καθώς ανακαλύπτουμε, ή καλούμαστε να ανακαλύψουμε, μέσα μας μια ανατριχιαστική επίγνωση του θανάτου και της ζωής ταυτόχρονα. Ίσως στο βάθος να βρίσκεται μια αναφορά στο ποίημα ‘‘Exposure’’, του Wilfred Owen, όπου η αίσθηση της απόλυτης ανοησίας του πολέμου συνδέεται με τον θάνατο λόγω έκθεσης, της έκθεσης στο ψύχος που μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε παγωμένο στερεό. Όμως υπάρχουν αρκετά περισσότερα στις ιδέες που διατυπώνονται μέσα από τις διαλέξεις του Κούτσι. Στην πρώτη διάλεξη, η Ελίζαμπεθ Κοστέλο μιλάει για τη δική της επίγνωση του θανάτου σε ένα απόσπασμα, όπου στο παρόν συγκείμενο μας οδηγεί στις «αντιφατικές και αιώνιες φρίκες» για τις οποίες μιλάει το ποίημα του Τεντ Χιουζ. «Για παράδειγμα», λέει, «κάποιες στιγμές ξέρω πώς είναι να είσαι ένα κουφάρι, κι αυτή η γνώση με ανατριχιάζει. Με γεμίζει με τρόμο και φεύγω τρέχοντας μακριά της, αρνούμαι να την αποδεχτώ». Και συνεχίζει λέγοντας πως όλοι έχουμε τέτοιες στιγμές και ότι η γνώση που έχουμε δεν είναι αφηρημένη αλλά ενσώματη. «Για μια σύντομη στιγμή είμαστε αυτή η γνώση. Ζούμε το αδύνατο: ζούμε ενώ έχουμε πεθάνει και γυρίζουμε να δούμε τον θάνατό μας, όμως κοιτάμε πίσω όπως μόνο ένας πεθαμένος μπορεί να το κάνει». Κι αμέσως μετά φέρνει όλη την αντίφαση στο φως: «Αυτό που ξέρω είναι αυτό που κανένα κουφάρι δεν μπορεί να γνωρίζει: ότι έχει σβήσει, ότι δεν γνωρίζει τίποτα και ότι ποτέ πια δεν θα γνωρίσει τίποτε άλλο. Για μια στιγμή, πριν ολόκληρη η δομή της γνώσης μου καταρρεύσει από τον πανικό, είμαι ζωντανή μέσα σε αυτήν την αντίφαση, νεκρή και ζωντανή την ίδια στιγμή».
Η επίγνωση που έχει ο καθένας μας, ότι είμαστε ένα ζωντανό σώμα, ότι «ζούμε μέσα στον κόσμο», φέρει μαζί της την έκθεση στο ένσαρκο αίσθημα της τρωτότητάς μας απέναντι στον θάνατο, της καθαρά ζωώδους τρωτότητας, της τρωτότητας που μοιραζόμαστε με τα ζώα. Αυτή η τρωτότητα μπορεί να μας πανικοβάλλει. Και μόνο να την αναγνωρίσεις, πόσο μάλλον ως κοινή, πληγώνει. Όμως το να την αναγνωρίσεις ως τρωτότητα κοινή με τα άλλα ζώα, κι ενώ τους κάνουμε όσα τους κάνουμε, μπορεί όχι μόνο να σε πανικοβάλλει, αλλά και να σε απομονώσει, όπως συμβαίνει με την Ελίζαμπεθ Κοστέλο. Είναι, άραγε, δύσκολο να δούμε τώρα για ποιον λόγο δεν θα έπρεπε να προτιμήσουμε μια επιστροφή στην ηθική διαμάχη, όπου η ζωή και ο θάνατος των ζώων υπεισέρχονται σαν γεγονότα που τα βρίσκουμε σημαντικά με τον άλφα ή βήτα τρόπο και όχι ως παρουσίες που μπορεί να κλονίσουν τη λογική μας;
7. Η δυσκολία της φιλοσοφίας
Μπορεί να υπάρξει φιλοσοφία που να μην παρακάμπτει αυτές τις πραγματικότητες; Αυτό το ερώτημα απασχολούσε έντονα τη Σιμόν Βέιλ. Γράφει:
Η ανθρώπινη σκέψη είναι ανίκανη ν’ αναγνωρίσει την πραγματικότητα της δυστυχίας. Εάν κάποιος αναγνωρίσει την πραγματικότητα της δυστυχίας, θα πρέπει να πει στον εαυτό του: «Ένα απλό παιχνίδι περιστάσεων που δεν ελέγχω μπορεί να μου πάρει το οτιδήποτε οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα και πράγματα τόσο πολύ δικά μου, ώστε να τα θεωρώ σαν να είναι ο ίδιος μου ο εαυτός. Δεν υπάρχει τίποτα δικό μου που να μη μπορώ να το χάσω. Ένα τυχαίο συμβάν μπορεί οποτεδήποτε να εκμηδενίσει αυτό που είμαι και να βάλει στη θέση του οτιδήποτε χυδαίο κι αξιοκαταφρόνητο. Να το σκεφτείς αυτό με όλη σου τη ψυχή σημαίνει να ζήσεις την εμπειρία του μηδενός» (Το πρόσωπο και το ιερό, Πόλις, 2018, σ. 37).
Τα γραπτά της Βέιλ δείχνουν πως έβλεπε τη δυσκολία αυτού που έκανε ως τη δυσκολία να παραμείνει σε μια τέτοια επίγνωση, να μη την παρακάμψει. Την αναφέρω ως παράδειγμα φιλοσόφου που την απασχόλησε το ζήτημα της παράκαμψης της πραγματικότητας, μιας φιλοσόφου όμως πολύ διαφορετικής από τον Κάβελ. Στις δύο παραγράφους με τις οποίες κλείνει το The Claim of Reason, ο Κάβελ μιλάει για τον Οθέλλο και τη Δεισδαιμόνα που κείτονται νεκροί ο ένας πλάι στον άλλον.
Ένα άγαλμα, μια πέτρα, είναι κάτι που η ύπαρξή του προσφέρεται ολάνοικτη στη δοκιμασία του βλέμματος. Δεν συμβαίνει το ίδιο με το ανθρώπινο ον. Τα δυο νεκρά σώματα, που κείτονται μαζί, αποτελούν το έμβλημα αυτού του γεγονότος, που είναι η αλήθεια του σκεπτικισμού. Από αυτό τον άνδρα δεν έλλειψε η βεβαιότητα. Ήξερε τα πάντα, αλλά δεν μπόρεσε να τ’ αντέξει, να καθοδηγηθεί από αυτά που ήξερε. Ήταν πολύ το βάρος τους για να το σηκώσει ο νους του. Δεν ήταν πολύ λίγο. Οι διαφορές ανάμεσα στον Οθέλλο και τη Δεισδαιμόνα, όπου ο καθένας ήταν όλα όσα δεν ήταν ο άλλος, συνθέτουν ένα σύμβολο της ανθρώπινης χωριστότητας, την οποία μπορεί κανείς ν’ αποδεχτεί και ν’ αναγνωρίσει, ή να την αρνηθεί.
Ο Κάβελ στρέφεται προς το ακροατήριο: «Να ’μαστε λοιπόν εδώ, εμείς που ξέρουμε πως εκείνοι έφυγαν για την πυρά της κολάσεως». Ρωτάει: «Μπορεί, άραγε, η φιλοσοφία να τους ξαναπάρει από τα χέρια της ποίησης;» Και απαντά: «Σίγουρα όχι, για όσο καιρό θα συνεχίσει η φιλοσοφία ν’ απαιτεί (όπως έκανε εξαρχής) τον εξοστρακισμό της ποίησης από την Πολιτεία. Θα το μπορούσε ίσως αν μπορούσε να γίνει η ίδια λογοτεχνία. Όμως μπορεί η φιλοσοφία να γίνει λογοτεχνία και ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό της ως φιλοσοφία;».
Όσα ακολουθούν εδώ δεν ισχυρίζομαι πως απαντούν σε αυτήν την τελευταία ερώτηση· όμως την αφορούν.
Μοιάζει σαν ο Κάβελ να θεωρεί δεδομένο ότι η λογοτεχνία μπορεί ν’ αποδεχτεί (κανένα πρόβλημα!) τις πραγματικότητες που αφήνει απ’ έξω η φιλοσοφία. Δεν το νομίζω, αλλά δεν θα το συζητήσω. Αντί γι’ αυτό, θέλω να εξετάσω το ερώτημα του Κάβελ, αν η φιλοσοφία μπορεί να πάρει πίσω τον Οθέλλο και τη Δεισδαιμόνα από τα χέρια της ποίησης. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε να αποδεχτεί η φιλοσοφία την ανθρώπινη χωριστότητα, που «στρέφεται εξίσου προς το μεγαλείο και τη φρίκη, προς το πριν και το μετά, προς τη σάρκα και το αίμα». Αν η φιλοσοφία δεν τους πάρει πίσω από την ποίηση, αυτό σημαίνει ότι δεν σκύβει πάνω στις μορφές που παίρνει η έκθεσή μας στη χωριστότητα, αλλά τις παρακάμπτει. (…)
Όταν στο πρώτο μέρος εισήγαγα τη φράση «μια δυσκολία της πραγματικότητας», είπα ότι στις περιπτώσεις που είχα κατά νου η πραγματικότητα που είχαμε μπροστά μας έμοιαζε ν’ αντιστέκεται στη σκέψη μας. Το γεγονός ότι η σκέψη μας και η πραγματικότητα μπορεί ν’ αποτύχουν να συναντηθούν, αποτελεί καθαυτό το περιεχόμενο μιας από τις οικογένειες του σκεπτικισμού, στην οποία μια απάντηση που μπορούμε να δώσουμε είναι πως η ιδέα αυτής της αποτυχίας είναι συγκεχυμένη και πως αυτό για το οποίο μίλησα σαν να είναι περιεχόμενο αυτών των μορφών σκεπτικισμού, δεν είναι διόλου περιεχόμενο. Μια γλώσσα, μια μορφή σκέψης, δεν μπορεί (ίσως μας πουν) ν’ αδράξει τα πράγματα επακριβώς ή ανεπαρκώς, να εναρμονιστεί ή να μην εναρμονιστεί με αυτά. Μπορεί μόνο να είναι περισσότερο ή λιγότερο χρήσιμη. Αυτό με το οποίο θέλω να κλείσω εδώ δεν είναι ακριβώς μια απάντηση σε αυτό το ζήτημα. Είναι να επισημάνω σε ποιο βαθμό αυτό το διαζύγιο της σκέψης με την πραγματικότητα έχει να κάνει με τη σάρκα και το αίμα.
Βιογραφικό
Η Cora Diamond (1937) είναι Αμερικανίδα φιλόσοφος η οποία δραστηριοποιείται στα πεδία της ηθικής φιλοσοφίας, της πολιτικής φιλοσοφίας και της φιλοσοφίας της γλώσσας. Έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με το έργο του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν. Σε ένα από τα πιο διάσημα άρθρα της με τον τίτλο «Eating meat and Eating People» εξετάζει τη ρητορική και φιλοσοφική φύση των σύγχρονων απόψεων σχετικά με τα δικαιώματα των ζώων.
1ΣτΜ. H Amy Gutmann είναι σύγχρονη Αμερικανίδα φιλόσοφος και πρόεδρος στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας. Το έργο της αφορά κυρίως την πολιτική θεωρία και την ηθική.
2ΣτΜ. Ο Daniel Singer είναι επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας.
3ΣτΜ. O Stanley Cavell (1926-2018) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος. Δίδαξε στο Harvard University. Το φιλοσοφικό έργο του, το οποίο χαρακτηρίζεται από πλήθος αναφορών στη λογοτεχνία, περιλαμβάνει μελέτες ευρείας επιρροής πάνω στο έργο των Wittgenstein, Austin, Emerson, Thoreau, και Heidegger.
4ΣτΜ. Η Ruth Klüger (1931) είναι επίτιμος καθηγήτρια Γερμανικών Σπουδών στο University of California, Irvine και επιζών του ολοκαυτώματος.
Σχολιάστε