H Αλγερινότητά μου, πάει να πει: Να φεύγεις όχι να φτάνεις από την Αλγερία
μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου
στον ιατρό Πιερ Σιξού
Ο τρόπος που σκέφτομαι γεννήθηκε με τη σκέψη πως θα μπορούσα να είχα γεννηθεί αλλού, σε μια από τις είκοσι χώρες όπου είχαν προσγειωθεί τα επιζώντα θραύσματα της οικογένειας της μητέρας μου μετά την ανατίναξή της στο ναζιστικό ναρκοπέδιο. Με τη σκέψη της τυχαιότητας, του ατυχήματος, της πτώσης. Μέσα στη βροχή, τη βροχή των ατόμων του Λουκρήτιου, το άτομο της μητέρας μου συνάντησε το άτομο του πατέρα μου.
Το παράξενο μόριο που αποσπάστηκε από τους σκοτεινούς ουρανούς του βορρά προσγειώθηκε στην Αφρική.
Μέσα στο γελαστό ευτυχισμένο μικρό κορίτσι που ήμουν, έκρυβα (από τους άλλους και τον εαυτό μου) ένα μυστικό, ανήσυχο, λανθάνον κορίτσι που ήξερε καλά πως είχε στ’ αλήθεια γεννηθεί κάπου αλλού. Το αόριστο συναίσθημα πως είχα εμφανιστεί εκεί τυχαία, πως δεν ανήκα σε κανένα εδώ από κληρονομιά ή καταγωγή, το σωματικό συναίσθημα πως ήμουν ένα εύθραυστο μανιτάρι, ένας σπόρος που φύτρωσε μέσα σε μια νύχτα και κρατιέται από τη γη με ρίζες πρόχειρες και ισχνές. Άλλο ένα συναίσθημα μέσα στις σκιές: η ακλόνητη βεβαιότητα πως «οι Άραβες» ήταν τα γνήσια τέκνα αυτής της σκονισμένης και αρωματισμένης γης. Αλλά όταν περπατούσα ξυπόλυτη με τον αδελφό μου πάνω στις καυτές ράγες του Οράν, ένιωθα στις πατούσες μου το χάδι από τις φιλόξενες παλάμες των αρχαίων νεκρών της χώρας, και το βάσανο της ψυχής μου καταλάγιαζε.
Δύο νεκροταφεία
Το μονοπάτι για το σχολείο περνούσε από το νεκροταφείο στην οδό Μπρου. Το νεκροταφείο των καθολικών. Η τσιμεντένια ιστορική σύνοψη του τυχαιότητάς μας στην Αλγερία. Νοέμβριος ο μήνας ο πιο σκληρός: κατεβαίνουμε στη στάση του νεκροταφείου, η αγκαλιά μας γεμάτη με πελώρια χρυσαφένια χρυσάνθεμα και τις τελευταίες ντάλιες, μεταθανάτιους θριάμβους του πατέρα μου που είχε φυτέψει με σπουδή έναν υπέροχο κήπο και έπειτα πέθανε. Ζούσαμε ανάμεσα σε αυτά τα φυτά εκείνου που ήταν νεκρός. Τρώγαμε εκείνα τα λαχανικά και τα φρούτα που είχε καλλιεργήσει για εμάς. Αλλά το χειρότερο ήταν τα λουλούδια. Τα πουλούσαμε.
Ταπεινωμένοι, εξοργισμένοι, πειθήνιοι τα κουβαλούσαμε σαν κατάδικοι. Πηγαίναμε με τα πόδια, κουβαλώντας μεγάλα καλάθια γεμάτα με ψηλά λουλούδια. Στην είσοδο του νεκροταφείου οι μελαχρινές μικρόσωμες καθολικές Σπανιόλες πουλούσαν λουλούδια για τους τάφους των νεκρών εχθρών. Σαν μέσα από παραμύθι του Χόφμαν, άγγιζαν τα κεφάλια των κίτρινων χρυσάνθεμων και μας πλήρωναν εκατό σεντ. Και καθώς φεύγαμε, μπορούσαμε να τις ακούσουμε να μεταπουλούν ακαριαία τα λουλούδια μας πέντε φορές πάνω στις χήρες με τα μαύρα πέπλα. Μεγάλη ήταν η ντροπή που κοκκίνιζε τα μάγουλά μας: ήταν ένα μίγμα από κατάρες για τη μητέρα μας, η οποία, λόγω έλλειψης χρημάτων, μας είχε κάνει εναγώνιους εμπόρους, και αγάπης για τη θαρραλέα πραγματίστρια μητέρα μας, και αηδίας για την πράξη που έκανε εκείνα τα πανέμορφα πλάσματα τα καθαγιασμένα από το χέρι του πατέρα μας σφάγια στο χασάπικο. Κι εμείς οι ίδιοι αμαυρωμένοι από μια αρχαία ανοσιότητα. Την πώληση λουλουδιών! Εδώ πέθανε μέσα μας η αίσθηση του εμπορίου. Αλλά το αληθινό νεκροταφείο, το Εβραϊκό, που το έλεγαν παρεμπιπτόντως Άγιος Ευγένιος, βρισκόταν στην άλλη πλευρά της πόλης. Άφησα τον πατέρα μου εκεί να ανακατέψει τη δική του σκόνη με εκείνη τη σκόνη, έναν φόρο τιμής σε μια δανεισμένη γη.
Να αφήνεις πίσω σου τον τάφο του πατέρα σου: μέσα από τη σκόνη αποκτώ ένα είδος αόρατης αίσθησης του ανήκειν με μια χώρα με την οποία είμαι δεμένη μέσω των ατόμων μου χωρίς εθνικότητα. Εξαιτίας του φαντάσματος του πατέρα μου δεν μπορώ να πατριστώ πουθενά αλλού. Μια εγκατάλειψη διατηρώ στη μνήμη μου για τα απάτητα ύψη της Αλγερίας. Το Εβραϊκό νεκροταφείο είχε μια υπέροχη θέα πάνω από τον κόλπο, αν οι νεκροί μπορούσαν μόνο να την ατενίσουν.
Διαβατήριο: Δεν μπορώ να το κοιτάξω χωρίς να τρέμω από το φόβο μου μήπως αποκαλυφθώ, γιατί είναι πλαστό, πάντα ήταν.
Ψέμα, πλαστογραφία, χρήση πλαστογραφίας, παρά τη θέλησή μου με δική μου συναίνεση.
Είναι αυτό το ρήμα είμαι που από πάντα με ενοχλούσε. Τι είσαι; Είσαι Γαλλίδα; Ποια είμαι; Είμαι αυτή; Και το να απαντώ με μια λέξη ή με έναν σταυρό σε ένα κουτάκι, όταν χρειάζομαι εκατό ή ένα κενό.
Το να είμαι Γαλλίδα, χωρίς να έχει υπάρξει ούτε ένας Γάλλος στο γενεαλογικό μου δέντρο, ομολογουμένως, είναι ένα ωραιότατο θαύμα, αλλά κρατιέται από το δέντρο σαν ένα φύλλο που το δέρνει ο άνεμος.
Βαθιά μέσα μου δεν το πίστεψα ποτέ, και ομολογώ ούτε καν ονειρεύτηκα πως το επιθυμούσα, ούτε φυσικά πως το απαρνιόμουν.
Παρ’ όλα αυτά πρέπει να πω πως μέσα στην ανεξέλεγκτη πτώση της οποίας ήμουν το αποτέλεσμα, έχω την αίσθηση πως η προσγείωσή μου ήταν ευτυχής. Και συνακολούθως, σαν να υπήρχε κάτι μοιραίο σε αυτή την καλή τύχη, δεν σταμάτησα να προσγειώνομαι ευτυχώς και επίσης εγκαίρως, μόλις πριν το χείλος της αβύσσου ή τον τοίχο της φυλακής.
Ευτυχής προσγείωση: αυτό οφείλεται επίσης στη γεωγραφική και συμβολική ανοιχτοσύνη της Γαλλίας, μιας χώρας που μου φαινόταν πάντα πως τη χαρακτηρίζει κάτι πορώδες – χώρα με θαλασσινές ακτές ορμητήρια, που ξέφυγε επί παραδείγματι όλως τυχαίως τις περίκλειστες δομές της Μεσευρώπης, μια χώρα που την έχουν ταξιδέψει, διασχίσει, κατακτήσει, διασταυρώσει, μια χώρα με λιμάνια, που δεν έχει περιοριστεί ούτε απομονωθεί. Ήμουν χαρούμενη μέσα στο γαλλικό πορώδες διαβατήριο.
***
Το παράδοξο αυτού του διαβατηρίου: η κατοχή του πάντα με έκανε δέσμια ενός διπλού δεσμού.
Από τη μια μεριά το «Είμαι Γαλλίδα» είναι ένα ψέμα ή ένα νομικό επινόημα.
Από την άλλη το να πω «Δεν είμαι Γαλλίδα» είναι παραβίαση της ευγένειας. Και της ευγνωμοσύνης για τη φιλοξενία. Την τρικυμιώδη φιλοξενία του Κράτους και του Έθνους. Αλλά και την ατελεύτητη φιλοξενία της γλώσσας.
Δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ των εγγράφων της ταυτότητας και του αισθήματος οικειότητας.
Η ιστορία μου είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια διπλή αντιφατική ανάμνηση:
• από τη μια η γερμανική μου οικογένεια που μετακόμισε στο γερμανικό Στρασβούργο στις αρχές του 20ού αιώνα, στην οποία παραχωρήθηκε η γαλλική υπηκοότητα από μια νικήτρια Γαλλία το 1918, παρόλο που αυτό δεν εμπόδισε την οικογένεια από το να επιστρέψει τρέχοντας στην «πατρίδα» Γερμανία, και στη συνέχεια αποδείχτηκε ευεργετική για τη μητέρα και τη γιαγιά μου, όταν ο θάνατος έγινε ο αφέντης της Γερμανίας, όπως λέει ο Τσέλαν.
• από την άλλη η ίδια Γαλλία, αν είναι η ίδια, που έσωσε τη Γερμανίδα γιαγιά μου την τελευταία στιγμή το 1938, εξαιτίας της πράξης του 1918, μας αφαίρεσε τη γαλλική υπηκοότητα το 1940 στην Αλγερία και μας στέρησε όλα τα πολιτικά μας δικαιώματα, ξεκινώντας από το δικαίωμα του αδελφού μου και το δικό μου να πάμε στο σχολείο, και για τον πατέρα μου να ασκήσει την ιατρική που μόλις πριν το 1939 είχε ασκήσει ως λοχίας του Γαλλικού Στρατού στο Μέτωπο της Τυνησίας.
Ούτε Γαλλία, ούτε Γερμανία, ούτε Αλγερία. Χωρίς λύπη. Είναι καλή τύχη. Ελευθερία, μια άβολη, αφόρητη ελευθερία, μια ελευθερία που σε υποχρεώνει να εγκαταλείπεις, να υπερβαίνεις, να ανοίγεις τα φτερά σου. Να υφαίνεις ένα ιπτάμενο χαλί. Αισθανόμουν απόλυτα σαν στο σπίτι μου, πουθενά.
Πόλεμοι
Η Βόρεια Αφρική ήταν ένα ξερό αρωματικό θέατρο, αλάτι, γιασεμί, πορτοκαλανθοί, όπου ανέβαιναν βίαια έργα.
Το σκηνικό ήταν πάντα ο πόλεμος, το μόνο που άλλαζε ήταν ποιος πόλεμος, και πάνω από τις ρόδινες και καφετιές πεδιάδες και τα οροπέδια του Τελ, το ουράνιο τόξο ήταν πάντοτε μπλε-άσπρο-κόκκινο.
Από πάντοτε ζούσαμε μέσα στις σκηνές μιας βάρβαρης Αλγεριάδας, ριγμένοι από γεννησιμιού μας μέσα στα στρατόπεδα που είχαν σχηματιστεί χοντρικά από τον δαίμονα της Αποικιοκρατίας. Θα έλεγαν «οι Άραβες», «οι Γάλλοι». Και σε έβαζαν με το ζόρι να παίξεις μέσα στο έργο, με μια πλαστή ταυτότητα. Στρατόπεδα-καρικατούρες. Οι μάσκες να δημηγορούν με τους αρχετυπικούς λόγους τους που συνοδεύουν τους αποφασισμένους αντιπάλους σαν τύμπανα της μάχης.
Η Χορωδία των Γάλλων ανέκραζε με μια φωνή πως οι Άραβες ήταν: βρόμικοι-τεμπέληδες-ανίκανοι-κλέφτες.
Βασίλευε η προσβολή και η αποστροφή.
Οι χαρακτήρες απλοποιούνταν και αποκαθαίρονταν σε εθνικές ομαδοποιήσεις, όπως λεγόταν: οι Άραβες και οι Γάλλοι, και επίσης οι Εβραίοι και οι Καθολικοί (όχι Βερβερίνοι) (και όχι Προτεστάντες). Αλλά στις οικογένειές μας όσον αφορά τους άλλους προφέραμε λέξεις μέσα από τη λάσπη και τον υπόνομο: «Ισραηλίτες», «Μουσουλμάνοι» ή «Ιθαγενείς». Ένας μακρινός γέρος θείος είχε ένα μικρό μαγαζί με ρούχα στην οδό Φιλίπ, που λεγόταν «Ο φτωχός ιθαγενής».
Το ουσιαστικό Αλγερινός γεννήθηκε πολύ πρόσφατα. Προηγουμένως το «Αλγερινός» ήταν μόνο επίθετο.
***
Κατά τη διάρκεια του πολέμου (ο πόλεμος καθόριζε τη σκέψη εξολοκλήρου, ως χρονικός άξονας: σκεφτόσουν πριν-τον-πόλεμο, κατά τη διάρκεια-μόλις-μετά-μετά-τον-πόλεμο) η λέξη από «ε» δεν προφερόταν, ήταν απαγορευμένη, επικίνδυνη, δηλητηριώδης λέξη, σαν τη λέξη «παιδεραστής» που έρπει κάτω από ένα πέπλο αντονομασίας στα Σόδομα και Γόμορρα.
Η μητέρα μου, μέσα στη διπλή άρπαγα της ναζιστικής Γερμανίας και της Αλγερίας του Βισύ, δεν είχε ποτέ πει τη λέξη Εβραίος στον δρόμο. Αφελώς, έλεγε πως ήταν ένας εξορκισμός του Έψιλον. Ταμπού. Ήξερα πολύ καλά τα υποδόρια δηλητήρια της απαγόρευσης: οι απαγορεύσεις απαγορεύουν τον εαυτό τους. Αυτοακρωτηριάζονται. Το μόνο που μας έμεινε ήταν το γράμμα Ε. Το Ε. Έγινε το πρώτο αγαπημένο μου γράμμα: με μεγάλος σθένος έλεγα εγώ.
Στις πόλεις η οικεία παρουσία του πολέμου, μιας ζωής με τον πόλεμο, οι εκρήξεις, οι πραγματικές, από το 1939 έως το 1942 οι αντιαεροπορικές σειρήνες τη νύχτα στο Οράν υπνοβατούσαμε τυλιγμένοι μέσα στις ρόμπες του συναγερμού στο υγρό υπόγειο του διπλανού κτιρίου. Κεριά, ουρλιαχτά από τον ουρανό οι βρυχηθμοί της Αντιαεροπορικής Άμυνας. Και στην εξώπορτα του διαμερίσματος της θείας μου τα μαύρα ρύγχη δύο σφαιρών σφηνωμένα εκεί για πάντα – μάρτυρες ενός σπουδαίου γεγονότος, διαστρεβλωμένου και συγκεχυμένου όπως όλα τα γεγονότα εκεί πέρα: η «Απόβαση στη Βόρεια Αφρική». Η είσοδος, για εμάς μεγαλειώδης, των Αμερικανών η άφιξη των ταγμάτων στην Πλας ντ’ Αρμ την οποία χαιρέτησαν οι κάτοικοι του Οράν -στην πραγματικότητα υπέρ του Βισύ- με πυροβολισμούς από τα γύρω κτίρια στους οποίους απάντησαν με βροχή από σφαίρες οι απελευθερωτές που τους είχαν υποδεχτεί ως εισβολείς. Τα μικρά μαύρα κεφάλια στόλιζαν την πόρτα, σαν μικροσκοπικά φοβισμένα ανθρωπάκια του Τζακομέτι, και ήταν αμερικάνικα. Έκλαψα στον θάνατο του Ρούζβελτ.
Το όνομα της Αΐσα
Οι οικογένειες του Οράν είχαν Ισπανίδες υπηρέτριες.
Μαρέσκες. Στο Αλγέρι είχαν μαυριτανές υπηρέτριες. Η Μαρέσκα ήταν συνώνυμο της υπηρέτριας. Στο Κλος Σαλαμπιέρ, είχαμε μια περίπλοκη σχέση με την Αΐσα και όλη της την οικογένεια.
Η Αΐσα ήταν μια ελκυστική γυναίκα, καλή και δυνατή, η θηλυκότητα η ίδια, πάντα έγκυος και χαμογελαστή. Ώριμη και μεγαλόσωμη. Ο σύζυγος που δεν είδα ποτέ ήταν ογδόντα. Την Αΐσα αντικαθιστούσε, σε κάθε εγκυμοσύνη, μία από τις κόρες της. Υπήρχε η Μπαχία που κούτσαινε και τη φρόντιζε ο πατέρας μου. Η Ζουίνα που ήταν άσχημη, μαυριδερή, επιφυλακτική. Όλα τα παιδιά διαφορετικά, ξανθά, μελαχρινά, μαύρα. Η Αΐσα έμπαινε στον κήπο σαν μια κληματαριά με τσαμπιά από παιδιά στα χέρια της, στη φούστα της, στα στήθη της.
Το απαλό και θωπευτικό της όνομα.
Ενώ όλες οι υπηρέτριες στην Αλγερία ονομάζονταν Φάτμα. Αλλά όχι η δική μας. Η Αΐσα ήταν μοναδική. Ως τη μέρα, πολύ αργότερα, μετά την ανεξαρτησία, που το ανακάλυψα: το όνομα της Αΐσα ήταν Μεσάουντα. Τι; Και τη φώναζα Αΐσα για είκοσι χρόνια; Μάλιστα. Υπήρξε δεν ξέρω πώς ένα αρχικό σφάλμα, μια παράπραξη, και η Μεσάουντα είχε ευπειθώς αφεθεί να την απαλλοτριώσουν και να την επαναδιαθέσουν. Δεν τόλμησε. Εμείς που την αδικήσαμε και τη Φατιμοποιήσαμε για είκοσι χρόνια. Θέλουμε να αποφύγουμε να προκαλέσουμε το κακό, αλλά το κακό μας προλαβαίνει. Όταν η Ρόζα μπήκε στην υπηρεσία της αδελφής του Φρόιντ, αναγκάστηκε να απαρνηθεί το όνομά της και να ονομαστεί Ντόρα. Ο Φρόιντ είχε στενοχωρηθεί βαθιά γι’ αυτό. «Αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι, δεν τους επιτρέπεται ούτε το όνομά τους να κρατήσουν…» σκεφτόταν.
Το όνομα Σιξού
Το άγριο θυμωμένο σεξουαλικό μου όνομά ακάθαρτο ανάρμοστο αγκαθωτό σαν φραγκόσυκο, ευάλωτο, βαλλόμενο, βαρβαρικό.
Τι είδους πράγμα είναι αυτό;
Τι σημαίνει ένα όνομα;
Ακόμη και σήμερα ο τρόπος που το μεταχειρίζονται το γδέρνουν το παραποιούν το φτύνουν οι αντιδράσεις, οι προβολές, οι παραμορφώσεις. Ένα όνομα απαράδεκτο.
Και κάτι που έρχεται ή βρίσκεται μέσα στη γαλλική γλώσσα που το κάνει δυσπρόφερτο και δυσκολόγραπτο: ακόμα και υπαγορευμένο είναι ανάκουστο και άτοπο. Ένα μη γαλλικό όνομα. Ένα αλλόκοτο και άγνωστο όνομα. Χωρίς προέλευση. Ούτε γαλλικό, ούτε καν εβραϊκό. Ένα ασχημόπαπο ανάμεσα στα εβραϊκά πατρώνυμα της Αλγερίας. Ένα όνομα χειρότερο από εβραϊκό, ή ακόμα περισσότερο εβραϊκό από ένα συνηθισμένο εβραϊκό όνομα. Ένα είδος «έκθετου». Σχεδόν ανωνυμικό. Ακόμα και οι Εβραίοι της Αλγερίας δεν ξέρουν τι να το κάνουν. «Ένα όνομα που πρέπει να μένει έξω τη νύχτα». Μας έδιωξαν μέσα στη νύχτα. Ένα βράδυ ο αδελφός μου ανέβηκε στη σκεπή. Από εκεί μπορούσες να δεις την καινούργια μικρή εκκλησία που είχε χτιστεί στην άκρη της αραβικής παραγκούπολης, για να τη χλευάσει. Ένας νεαρός ιερέας βγήκε έξω συνοδευόμενος από μια ομάδα Γάλλων. Οι νεαροί Γάλλοι του φώναξαν Βρομοεβραίε! βλέποντάς τον πάνω στην σκεπή του σπιτιού του. Ο νεαρός παπάς έβαλε τα γέλια, μου είπε ο αδελφός μου.
Έπειτα σιγά πολύ σιγά προς μεγάλη μας έκπληξη μια φήμη έφτασε στα αυτιά μου: μια μέρα κάποιος μου λέει: Το Σιξού είναι όνομα αραβικό. Αραβικό; Μετά η φήμη εξανεμίστηκε πάλι. Για να επιστρέψει με σταθερό τόνο: κάποιοι φίλοι Βερβερίνοι αναγνώρισαν τον βαρβαρικό νεοσσό. Σιξού, είπαν είναι το όνομα μιας φυλής Βερβερίνων.
Πώς, μέσα από ποια ιστορία έρωτα, προσηλυτισμού, πολέμου, πάθους, πώς η παλιά ισπανική μου οικογένεια ήταν ή έγιναν ή έπαψαν να είναι Βερβερίνοι – μόνο η λήθη το ξέρει.
Σχεδόν το θυσίασα: όταν επρόκειτο να εκδοθεί το πρώτο βιβλίο μου, με συμβούλεψαν να χρησιμοποιήσω ένα λιγότερο αποτροπαϊκό όνομα. Σκέφτηκα το Γιόνας, το πατρικό όνομα της Όμι, της γιαγιάς μου από την πλευρά της μητέρας μου. Τα ονόματα της γερμανικής εβραϊκής μου οικογένειας: Κλάιν, Μέγιερ, Έρενστάιν, Γιόνας ή Φεουχτβάγκνερ. Εύκολα ονόματα.
Πρόλαβα τον εαυτό μου την τελευταία στιγμή: το όνομά μου, η μύτη μου πολύ μεγάλη πολύ γαμψή, οι προεξοχές μου. Τα υπερβολικά μου χαρακτηριστικά. Την τελευταία στιγμή απαρνήθηκα την απάρνηση των σημαδιών μου. Δέξου το πεπρωμένο. Εκείνο που απέφυγα, κρατώντας το όνομα και τη μύτη μου, ήταν ο πειρασμός της απάρνησης.
Στην Αλγερία ζούσαμε με την εγγύτητα της απάρνησης: πάντοτε υπάρχει αυτός ο πειρασμός κυρίως για εκείνους που διώκονται, επαναπροσδιορίζονται. Κυρίως για το εβραιόπουλο που η ευαίσθητη ψυχή του βασανιζόταν από τη βία και τη χυδαιότητα μέρους της ίδιας της εβραϊκής κοινότητας, και το οποίο ήθελε πολύ να γλιτώσει την περιτομή, την αναπότρεπτη και αφόρητη εκλογή που φυλακίζει το σώμα του αγοριού σε μια ταυτότητα που δεν έχει επιλέξει.
Η αγανάκτηση τον οδήγησε να αλλάξει στρατόπεδο, να έρθει σε ρήξη με την ενδογαμία, να απορρίψει τη μοίρα που προοικονομούσε τον λόγο και τις αποφάσεις του. Ποτέ δεν θα παντρευτώ Εβραία έλεγε ο αδελφός μου. Κι εγώ που δεν ήμουν ένας Εβραίος (σημαδεμένος) άντρας, καταλάβαινα την εξέγερσή του. Εγώ που δεν είχα σημαδευτεί από το μαχαίρι και που το σώμα μου δεν είχε προαποφασιστεί. Εγώ είχα επιλογή.
(Ο βαθμός στον οποίο οι Εβραίοι της Αλγερίας, εκτός από εξαιρέσεις, είχαν υποχρεωθεί να αποξενωθούν, να ξεχάσουν την κουλτούρα τους, να γίνουν αναλφάβητοι στην ίδια τους τη γλώσσα, τα Χίμπρου, υπήρξε πάντοτε μια οδυνηρή εμπειρία που θα απαιτούσε την εκτεταμένη ανάλυση που κατόρθωσε να κάνει ο Ζακ, αλλά την οποία μπορούσα να προσμετρήσω μέσα στο σπίτι μου εξαιτίας της διαφοράς: η οικογένεια της μητέρας μου προερχόταν από τη Γερμανία, κ.λπ., έχοντας χάσει τα πάντα αλλά με μια αποσκευή μνήμης παράδοσης γνώσης, γλώσσας – η οποία ήταν μακροχρόνια και εντελώς άθικτη παρόλη τη συντριβή.
Ενώ η εβραϊκή κοινότητα στην Αλγερία φαινόταν να έχει πουλήσει την ψυχή της στους Γάλλους και για το τίποτα, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο πια, και ζώντας στην πλειονότητά της με πολιτισμικούς αυτοσχεδιασμούς και προσομοιώσεις. Η μητέρα μου ήταν εκείνη που έμαθε στον πατέρα μου τον συμβολισμό των εβραϊκών τελετών, για τις οποίες εκείνος ήξερε μόνο τα ονόματα και το τυπικό.)
Φοβόμουν να ακούω τον φόβο. Τον φόβο των αδελφών μου.
Φοβόμουν επίσης την πονηρία και τον πειρασμό, και τον πειρασμό της πονηρίας.
Ήθελα να παραμείνω πιστή στην τυχαιότητα, στο μυστήριο και πάνω απ’ όλα στη δυσκολία.
***
«Το σπίτι μου είναι περικυκλωμένο», είναι η πρώτη πρόταση στο πρώτο μου μυθοπλαστικό βιβλίο, Εντός [Inside]. Χίμηξε πάνω μου όταν άρχισα να γράφω.
Ο πρώτος κήπος από τον οποίο αποβλήθηκα ήταν της Στρατιωτικής Λέσχης του Οράν. Το 1940 μάς έδιωξαν επειδή ήμασταν Εβραίοι.
Η περικύκλωση, ο Κύκλος, η πολιορκία, είναι πρωτόγονες εικόνες τoυ Αλγερινού μου σκηνικού. Οι οικογενειακές και κοινωνικές κινήσεις μας ήταν απόπειρες να εισχωρήσουμε, να γίνουμε δεκτοί, να περάσουμε τις πόρτες, τα κατώφλια της μισαλλοδοξίας. Έπρεπε να προσέχεις ποιος ήταν αριστερά δεξιά πίσω σου και μπροστά σου. Ο numerusclausus(ανώτατο όριο υποδοχής) ήταν ο συνηθισμένος δαίμονας όλων των αποκλεισμών μας. Ήταν μια μετριοπαθής έκφραση, ένα λατινικό περίζωμα. Έπρεπε να γίνεις φύκι για να περάσεις από το πλέγμα του διχτυού ή να εξεγερθείς με ιπποτική πανοπλία.
Οι κύκλοι διασταυρώνονταν. Να είσαι μέσα σήμαινε να είσαι και έξω. Η είσοδος οδηγούσε στον αποκλεισμό. Αυτή είναι η λογική του ΝumerusClausus.
Μετά τον πόλεμο το 1946 ο πατέρας μου μας έφερε στο Αλγέρι για να γλιτώσει τον εντοπισμό από τους στρατιωτικούς κύκλους του Οράν. Ζούσαμε στο Κλος Σαλεμπιέρ στην άκρη της πόλης, ούτε έξω ούτε μέσα. Το Κλος Σαλαμπιέρ ήταν το μη κατοικήσιμό μας. Κάτω από το εντελώς γαλλικό του όνομα ήταν πολύ αραβική και πολύ εξαθλιωμένη γειτονιά.
Ζώντας στο μη κατοικήσιμο Κλος Σαλαμπιέρ ήταν χειρονομία μεγάλης ελευθερίας από την πλευρά του πατέρα μου.
– κανείς δεν έμενε στο Κλος Σαλαμπιέρ δεν γινόταν, οι Ευρωπαίοι οι Γάλλοι ζούσαν στην πόλη
έμενες στο Μπαμπ Ελ Κουέντ, στο Μπελκούρ, στην οδό Μισελέ, ή στις πιο ευυπόληπτες συνοικίες, Ελ Μπιάρ ή Χίντρα
αλλά πέρα από τη λεωφόρο Μπρου, όχι, δεν γινόταν εκεί ήμασταν μόνο εμείς και απέναντί μας ένας ξεπεσμένος Γάλλος κόμης, ο γιος μιας εκπεσούσης οικογένειας του δεκάτου ενάτου αιώνα, ένας στιβαρός άντρας που έθαβε τα νεκρά γατιά και σκυλιά που μας πετούσαν συχνά μέσα στον κήπο μας να σαπίσουν και που η δυσωδία τους δεν τον άφηνε να κοιμηθεί-
-αλλά αυτή η χειρονομία είχε νόημα μόνο για τον πατέρα μου, τον γιατρό των φτωχών, τον πατέρα μου που επιπλέον δεν επέζησε.
Γιατί ποτέ εμείς δεν ήμασταν «κάτοικοι» σε αυτή τη γειτονιά, ποτέ δεν καταφέραμε, στα δεξιά αρχίζει το Ραβέν ντε λα Φαμ Σοβάζ [Ravin de la Femme Sauvage], και εκεί δεν περάσαμε ποτέ, οι 50.000 ιθαγενείς στα πενήντα μέτρα από το σπίτι μας ήταν αδιαπέραστοι. Στα τρία μέτρα η φτώχεια μας ήταν πλούτος.
Όταν η μητέρα μου, που είχε γίνει μαμή μετά τον θάνατο του πατέρα μου, πήγαινε να ξεγεννήσει γυναίκες στην παραγκούπολη, ακόμα και τότε δεν την αποδέχονταν, παρά μόνο πέρναγε το κατώφλι στα γρήγορα και συχνά ξεγεννούσε «κάτω από τα σεντόνια». Αλλά από την άλλη πλευρά, μου λέει ο αδελφός μου, κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας τα σπίτια των Γάλλων στο δρόμο μας πυρπολήθηκαν όλα (από το FNL1). Εκτός από το σπίτι της μητέρας μου. Ήταν η μαμή στο κάτω κάτω.
– Αλλά μόνο και μόνο επειδή ήταν η μαμή λέω εγώ.
Κάθε σκηνή είχε πάντα άλλες αντιφατικές πλευρές.
Αλλά
Το να ζεις στο Κλος Σαλαμπιέρ ήταν κάτι αδύνατο, ήταν σαν να ζεις στο χείλος της αβύσσου
Αλλά δεν υπήρχε κάτι ανώτερο ή δυσκολότερο από αυτό.
Μας έδωσε ένα ανεκτίμητο πεπρωμένο. Το πεπρωμένο των αποκλεισμένων ανθρώπων, οι οποίοι, παράξενο θαύμα, μας έμοιαζαν. Έτσι ήταν.
Χωρίς να το θέλουμε, δεν βρισκόμασταν στον πλανήτη, και ζούσαμε με τη βία και με τη συγκατάθεσή μας σε έναν άλλο πλανήτη.
Κάθε μέρα κατεβαίναμε από τον Άρη στους δρόμους του Αλγερίου.
Βγαίναμε από το περικυκλωμένο σπίτι. Για να πάρουμε το τρόλεϊ Κ, έπρεπε να διασχίσουμε την κενή έρημη αλάνα, περιφραγμένη με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Το πέρασμα στο έλεος της τύχης: μερικές φορές η συμμορία των μικρών Αράβων έπεφταν πάνω μου μέσα στην τρεχάλα και κατρακυλούσαμε ουρλιάζοντας με αμοιβαία οργή πάνω στο χώμα. Κάποια άλλη φορά ήμουν γεμάτη φτυσιές και ήθελα να πεθάνω. Μερικές φορές με άφηναν να περάσω αδιάφοροι.
Θυμάσαι τον Kίννα τον ποιητή; Για μένα δολοφονήθηκε στην Αλγερία γύρω στα 1950, ίσως στο Κλος Σαλαμπιέρ. Έγινε κάπως έτσι: νωρίς ένα πρωί βγαίνει έξω. Είναι οι Ειδοί του Μαρτίου, πράξη ΙΙΙ σκηνή 3 του Ιούλιος Καίσαρ. Αυτός ο άνθρωπος που κανείς δεν γνωρίζει (ποιος γνωρίζει τον ποιητή;) κάνει ένα βήμα στον δρόμο: Ονειρεύτηκα λέει πως γλεντούσα με τον Καίσαρα…
Κίννας
Χτες βράδυ ονειρεύτηκα ότι γλεντούσα με τον Καίσαρα… κάτι με σπρώχνει έξω από το σπίτι.
(Μπαίνουν οι Αλγερινοί πολίτες.)
– Πώς σε λένε; Πού πας; Πού μένεις;
Κίννας
– Πηγαίνω στην κηδεία του Καίσαρα.
– Ως φίλος ή εχθρός;
– Ως φίλος.
– Το όνομά σου;
– Το όνομά μου είναι Κίννας
– Σφάξτε τον!
– Είμαι ο Κίννας ο ποιητής!
(Τον σφάζουν.)
Αυτός ο ελάσσων εφήμερος χαρακτήρας, ο ποιητής που πλήρωσε με τη ζωή του την ατυχία της συνωνυμίας του με τον Κίννα, τον πολιτικό φίλο του Βρούτου και του Κάσσιου, αυτός ήμασταν εμείς. Τα παιδιά των Σιξού που δεν ήταν ακριβώς Εβραίοι ψευτογάλλοι παράξενοι ανάξιοι άνθρωποι που αγαπούσαν τους Αλγερινούς οι οποίοι μας απέρριπταν ως εχθρούς Φράγκους, Ρούμιδες και Εβραίους.
Στο Κλος Σαλαμπιέρ ήταν μάταιο να φωνάζουμε Φίλος, Φίλος, το συνθηματικό shiboleth2 δεν περνούσε. Τυφλωμένοι από οργή εδώ και τόσα χρόνια οι κάτοικοι του Ravin de la Femme Sauvage επιτίθονταν με αγριότητα. Το όνομα Γάλλος και ακόμα περισσότερο Γάλλος Εβραίος ηχεί ακριβώς σαν το όνομα Κίννας ο δολοφόνος. Πώς μπορούσαμε να τους κατηγορήσουμε; Όταν κουβαλάς τόση οργή, λαχταράς αίμα από οποιονδήποτε, η δίψα σε τρελαίνει.
– Αλλά από την άλλη πλευρά, λέει ο αδελφός μου, ήταν κι εκείνος ο μικρός Βερβερίνος Καμπίλ, που σε προστάτεψε θυμάσαι;
Από μακριά θυμάμαι: από το βάθος, την άλλη άκρη, ερχόταν ένα ξανθό και ευγενικό αγόρι, πολύ πράο για να είναι αληθινό. Ήμουν δεκατέσσερα. Ένα αγόρι Καμπίλ, ανοιχτόχρωμο, ειρηνικό. Ένας αγγελιοφόρος του μέλλοντος. Τέτοια καλοσύνη δεν ήταν του κόσμου τούτου, κανένας από τους τρεις μας δεν είχε τολμήσει να τη διανοηθεί. Δεν αναγνωρίζουμε τους αγγέλους όταν εμφανίζονται έτσι δεν είναι; Αλλά αισθανόμαστε την απαλή τους λάμψη. Ήρθε στο σπίτι μας. Έμοιαζε σχεδόν σαν μυστικό. Ήμασταν τόσο ντροπαλοί
– Νομίζω πως το όνομά του ήταν Ιντίρ, λέει ο αδελφός μου.
– Έτσι λες;
Το αληθινό του όνομα διέφυγε μαζί του. Ήταν νωρίς ακόμη για να μείνει. Ίσως και αυτός ονειρευόταν έναν κόσμο πέρα από το μίσος.
Δύο μίση μοιράζονταν τις καρδιές με διαφορετικό τρόπο μεταξύ τους. Το ένα από αυτά, που δεν θα συγχωρήσω ποτέ, το μίσος των αποικιοκρατών, ήταν φτιαγμένο από τη χλεύη με την οποία οι κλέφτες και οι σφετεριστές, όπως όλοι οι τύραννοι, κατασκευάζουν δόλια όπλα. Σε απάντησή του υπήρχε το άλλο, που το συγχωρώ, ακόμη και σήμερα, το μίσος στα μάτια που καίνε με δάκρυα των ταπεινωμένων και στερημένων, το μίσος των «Αράβων» για όλα όσα καταλόγιζαν στην ομάδα «Γ». Πρώτα απ’ όλους εγώ συντασσόμουν με αυτό το εξεγερτικό μίσος, φώναζα Φίλος! Φίλος! Κι αυτοί μ’ έκαναν κομμάτια.
Φίλος ή εχθρός; Και με ποιον; Η Αλγερία, γη της φιλίας και της έχθρας, σφοδρή και η μία και η άλλη.
Ποιος είχε δίκιο; το δίκιο, οι νόμοι, αμφιταλαντεύονται, αλλάζουν. Τι είναι ο νόμος; Πώς γίνεται, αναρωτιόμουν, οι «Άραβες», οι πρώτοι «αφιχθέντες» σε αυτή τη γη, να είναι ακριβώς αυτοί που αποκλείονται από την υπηκοότητα; Οι παράνομοι.
Όλη αυτή η «νομιμότητα», τι ιστορία!
Το γεγονός ότι δόθηκε γαλλική υπηκοότητα στους Εβραίους της Αλγερίας από το διάταγμα του Κρεμιέ, πράγμα που ήταν ένα αληθινό Δώρο, ένα δηλητηριώδες δώρο, τις διαστροφές του οποίου έχει αναλύσει ο Ζακ Ντερριντά.
Αρχίζει κάπως έτσι: Στις αρχές του έτους ’70 ο Ναπολέων ο τρίτος προσφέρει γαλλική υπηκοότητα στους ιθαγενείς Εβραίους και Άραβες. Την έλαβαν 400 Άραβες και 900 Εβραίοι από τις 100.000. Στο τέλος του ίδιου χρόνου, η δημοκρατία, το κράτος που δημιουργήθηκε από τα ερείπια της Αυτοκρατορίας, απέδωσε γαλλική υπηκοότητα στην εβραϊκή κοινότητα με το διάταγμα του Κρεμιέ της 24ης Οκτωβρίου 1870 (ο Κρεμιέ ήταν Εβραίος). Είναι ξεκάθαρο πως οι Εβραίοι δεν ζητούσαν να γίνουν Γάλλοι. Από αυτό το εντελώς αντιφατικό μείγμα Αυτοκρατορίας και Δημοκρατίας, αποικιοκρατικού, συγχωνευτικού καταστροφικού πνεύματος, καλής πρόθεσης και βαθύτατης ακατανοησίας, αναδύθηκαν ενδοκοινοτικοί ανταγωνισμοί που δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Παρά τη θέληση τους, οι Εβραίοι είχαν γίνει ένα πολιτικό χαρτί που το χρησιμοποιούσε πότε η δεξιά και πότε η αριστερά.
Οι δημοκρατικοί, διαπνεόμενοι από το πνεύμα της γαλλικής επανάστασης, ήθελαν να επεκτείνουν τη γαλλική υπηκοότητα στις αποικίες, ανεξάρτητα από τις αυτόχθονες κοινωνικοπολιτικές ιδιαιτερότητες.
Η οικογένεια του πατέρα μου είχε υποβάλει αίτηση για γαλλική υπηκοότητα πολύ πριν από το διάταγμα του Κρεμιέ,3 την άνοιξη του 1867. Ανακάλυψα πριν από έναν χρόνο ότι υπήρχαν μόνο 144 Εβραίοι στην Αλγερία που την είχαν ζητήσει στα τέσσερα χρόνια πριν από το διάταγμα.
Έχω ένα αντίγραφο αυτού του πιστοποιητικού, στο οποίο ένα κάποιος Γιόνας Σιξού, γεννηθείς στο Γιβραλτάρ και διερμηνέας του γαλλικού στρατό, έγινε και ξέγινε «Γάλλος», ένα πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον Ναπολέοντα τον τρίτο. Με αυτόν τον τρόπο κάποιοι Εβραίοι είχαν έναν δεσποτικό αυτοκράτορα για νονό για την ιστορική τους βάπτιση. Οι αριστεροί ποτέ δεν τους συγχώρεσαν γι’ αυτή την είσοδο από την πίσω πόρτα. Ο Γκαμπέττα4 που συμπαθούσα δεν μας συμπαθούσε. Η δεξιά μάς μισούσε ως συνήθως. Από την αριστερή και από τη δεξιά πλευρά υπήρχε εχθρική ατμόσφαιρα. Οι αντισημίτες δεν έχασαν ποτέ τη δύναμή τους στη Αλγερία. Οι Άραβες μέμφονταν τους συντρόφους τους για προδοσία. Για τους Γάλλους αυτοί οι Εβραίοι ήταν εξαγορασμένοι ψηφοφόροι. Ωστόσο κάποιοι Εβραίοι ήθελαν πραγματικά να αγαπήσουν την Γαλλία. Ήταν όμως αγάπη με το ζόρι. Εμείς θέλαμε να αγαπάμε την Αλγερία. Αλλά ήταν πολύ νωρίς ή πολύ αργά.
Κι εμείς οι Εβραίοι, οι πάντοτε παράνομοι, ήμασταν νόμιμοι; Ασταθώς, αλλά παρ’ όλα αυτά νόμιμοι; Σύγχυση και βία. Στο Κλος Σαλαμπιέρ ζούσα μέσα στον τρόμο εκείνων που ξέρουν ότι είναι παράνομοι αλλά θέλουν και οι ίδιοι να είναι παράνομοι, που θέλουν να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους στην παρανομία και που βρίσκονται κατά λάθος, όταν η ειρωνεία ανακατεύει την τράπουλα της ιστορίας, μερικές φορές αναμιγμένοι με το πάκο των νομίμων.
«Οι νόμιμοι»: οι Γάλλοι από την Αλγερία, πολύ περισσότερο ακλόνητα νόμιμοι από τους «Γάλλους από τη Γαλλία», οι οποίοι συχνά αποδέσμευαν τους εαυτούς τους από αυτή την κατάρα. (Μιλούσαμε για τους «Γάλλους από τη Γαλλία», «το βοδινό από τη Γαλλία», κι ακόμα περισσότερες υποομάδες που συνέχιζαν να κατακερματίζουν το ηθικό και πολιτικό μας κριτήριο.)
Οι «Γάλλοι» ή οι «Καθολικοί». Δεν ξέρω γιατί αυτοί οι δύο χαρακτηρισμοί συγχωνεύθηκαν με τέτοια στενομυαλιά στην αποικιοκρατική επιθετικότητα και μια γενεαλογία της δεξιάς που επαναλάμβανε τον εαυτό της.
Το Βισύ, για παράδειγμα, ήταν καθολικό, το μπλε-μαρέν χρώμα που φορούσαν οι Ταξιαρχίες της Νεολαίας του Πεταίν ήταν ίδιο με αυτό της Καθολικής Νεολαίας, και από τότε δεν μπορώ παρά να το συνδέω με αυτές.
Μέχρι σήμερα με απωθεί ο προσηλυτισμός της Εκκλησίας. Αυτή η εικόνα: πώς περνούσα μπροστά από της εκκλησία της Αγίας Άννας στο Αλγέρι σαν να ήταν ο μυστικός ναός των κονκισταδόρων. Πάντα έστελνα με τη σκέψη μου ένα ξόρκι προς το κτίριο. Έτσι λοιπόν οι «Καθολικοί» είχαν αρπάξει τη χώρα για να εγκαθιδρύσουν εκεί μια συνθήκη κατοχής αδιαπέραστη για άλλους κατοίκους. Ένα τυπικό φαινόμενο αποικιοκρατίας: κλειστοί κύκλοι, κλαμπ, παραλίες, πισίνες. Όλα για τους Γάλλους. (Οι Εβραίοι αποκλείονται.)
Και στο τέλος ένα είδος γραφής γεννιέται που δεν μπορεί να βολευτεί, δεν κατοικεί στο σπίτι του, δραπετεύει, φεύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω…
***
Εντυπώσεις, αποτυπώματα, κάτοπτρα
Ήταν αδύνατον να μη βλέπεις, να μην έχεις δει ποτέ τίποτα, να μη βλέπεις τη φτώχεια, να μην βλέπεις τις γυναίκες, να μη βλέπεις τους συφιλιδικούς και τους φυματικούς το πύον και το φλέμα.
Για μένα ήταν η χώρα των βλεμμάτων: ανταλλάσσαμε βλέμματα, κοιταζόμασταν, δεν μπορούσαμε να μη βλέπουμε, γνωρίζαμε και γνωρίζαμε ότι γνωρίζουμε, ήμασταν γυμνοί, ήμασταν αποκηρυγμένοι, τρομοκρατημένοι, πετάγαμε κοροϊδίες, εισπράτταμε βλέμματα. Ήταν η χώρα του άλλου, όχι του συνανθρώπου. Ο άλλος: με προβλέπει, με προειδοποιεί, με προφητεύει, με αναστατώνει, με αλλάζει. Με εντυπωσιάζει, όπως λέει ο Μονταίνιος, «Αρπάζω το κακό που παρατηρώ και το τοποθετώ μέσα μου» (De la force de l’imagination, I, 2.1). Μόλις έβγαινα στο δρόμο κολλούσα Αλγερία.
Ήμουν μυωπική, αλλά μου έλειπε η τυφλότης. Θα ήθελα πραγματικά να μην έβλεπα. Ήταν αδύνατον. Η αγωνία των συνανθρώπων μου με διαπερνά. Ήμουν χτυπημένη, πληγωμένη, σημαδεμένη, χαρακωμένη.
Θα ήθελα να μην έβλεπα τους ζητιάνους, τα παιδιά μες στα κουρέλια, τους τυφλούς, τους ανάπηρους χωρίς πόδια, αλλά τους έβλεπα και με στοίχειωναν.
Η πικρή γεύση του κολατσιού μου που ήθελε να μου αρπάξει ο μικρός Άραβας και το να τρως έξω χωρίς να μοιράζεσαι ήταν αδύνατον.
Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν μοιραζόμουν: Πλήρωνα ασταμάτητα τον τόκο σε ένα τεράστιο και ατέρμονο χρέος, δεν υπήρχε δωρεά, μόνο η απαίσια ανημποριά ενός παιδιού που έχει ένα σπίτι και μια σχολική τσάντα.
Στο Οράν έμενα στην οδό Φιλίπ 54. Έναν στενό κατουρημένο δρόμο που οδηγούσε στο λιμάνι μέσα από κάθε είδους είσοδο. Ήταν κατήφορος. Ακολουθώντας τον έφτανες στο σχολείο των μοναχών, αλλά δεν το ήξερα, δεν το θυμάμαι. Ακόμα πιο κάτω κατρακυλούσε στη Ναυτική συνοικία. Ο κόσμος των ναυτικών και τα μεγάλα κορμιά των καραβιών, που σάλπαραν, σαν ξένοι που ήταν. Κατά καιρούς ανηφόριζαν προς τα πάνω λιγοστοί τύποι, γοητευτικοί με τις φούντες των μπερέδων τους, αγγελιοφόροι από μακριά. Εμφανίζονταν ξαφνικά στην κορυφή της οδού Φιλίπ μέσα από το σκοτεινό σοκάκι, για να εισέλθουν στο πλούσιο ηλιόφως. Βλέπαμε κάποιους από αυτούς σαν λουλούδια πάνω στους μίσχους τους διάσπαρτους στην Πλας ντ’ Αρμ. Πήγαιναν στο καπνοπωλείο της θείας μου στη γωνία της Πλας ντ’ Αρμ και της οδού Σερκλ Μιλιτέρ. Ήταν ένα μαγαζί σαν τη σπηλιά του Αλί Μπαμπά και πάνω στην πρόσοψη έγραφε το όνομά του: Aux Deux Mondes, Οι δύο Κόσμοι. Οπότε το μαγαζί ήταν αφιερωμένο, κι εγώ μαζί του, σε ένα σύμπαν δύο κόσμων. Αλλά ποτέ δεν ήξερα με έναν ξεκάθαρο, σαφή ή οριστικό τρόπο ποιοι ήταν αυτοί οι δύο. Ο κόσμος ήταν δύο. Όλοι οι κόσμοι ήταν δύο και ήταν δύο από πάντα. Υπήρχαν τόσοι πολλοί διπλοί κόσμοι.
Μέσα από αυτούς τους όμορφους ναύτες συνέβη αργότερα η οργανική μου σύνδεση με το έργο του Ζαν Ζενέ. Οι ναύτες ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά είδη της οδού Φιλίπ. Ήταν Γάλλοι, δηλαδή ήταν ξένοι επισκέπτες, κομψοί νομάδες που κατέφθαναν στο μαγαζί της θείας μου για να προμηθευτούν υπέροχα εκλεπτυσμένα αντικείμενα: γαλόνια για τις στολές τους και γυαλιστερές ροζ κάρτες. Επειδή οι ναύτες ήταν αρραβωνιαστικοί που έστελναν ροζ καρδιές σαν τα αυτιά του Μίκυ Μάους στις Γαλλίδες αρραβωνιαστικιές τους.
Οι αυτόχθονες της οδού Φιλίπ ήταν με κάθε τρόπο διαφορετικοί από τους ναύτες. Βγαίνοντας από άντρα και σπηλιές, ανέβαιναν αργά, αδιαχώριστοι ακόμη από το χώμα και τις πέτρες, οι νερουλάδες, φορτωμένοι με τα κατσικίσια τομάρια τους. Ένας άνεμος παρέσερνε μακριά τα πέταλα των ναυτών. Αλλά οι νερουλάδες ήταν οι αρχαίοι θεοί με διπλό σώμα, ένα σώμα ανθρώπου και ένα σώμα κατσίκας, χωρίς τους οποίους η Πόλη δεν θα μπορούσε να ζήσει, μας έδιναν νερό να πιούμε από τα χρόνια της Βίβλου, κι έτσι βαριοί κουρασμένοι καταδικασμένοι γαλήνιοι στωικοί κήρυκες πόσιμου νερού ανάγγελλαν τον εαυτό τους κουρασμένα στα γαλλικά μέσα στον σκοτεινό δρόμο: “porteur d’eau”. Oι περαστικοί τούς σταματούσαν για να πάρουν ένα κύπελλο δροσερό νερό. [Μια μέρα θα μιλήσω για το νερό, τη λαχτάρα, τη δίψα, το ρήμα désaltérer (ξεδιψώ), αυτή τη χώρα πηγή των πηγών που δεν λεγόταν Αλγερία αλλά Γαλλία.] Ο πόθος για το κύπελλο με το κρύο νερό. Το νερό που αναβλύζει από την κατσίκα με έναν καθησυχαστικό πίδακα. Υδάτινη υπόσχεση και εκπλήρωση.
Στην οδό Φιλίπ, τα υγρά αναμιγνύονταν. Το σώμα του Οράν, που περιείχε Άραβα, Ισπανό, Εβραίο, Καθολικό, στρατιώτη, Γάλλο, δεν ήταν ελεύθερο. Ήταν ένα πολιτικό, διογκωμένο σώμα, με φλεγμαίνουσες αρθρώσεις, ένα τερατώδες πλάσμα, με τα στόματά του να λαχανιάζουν, με τις γλώσσες του φορτωμένες με φλέματα για να φτύσουν ροχάλες πάνω στο ίδιο του το πρόσωπο, τα γόνατα πρησμένα, τις φλέβες πεταγμένες στους λαιμούς από απώτερα κίνητρα, ξένα προς το ίδιο, εξοργισμένο. Η χαρά ξέμεινε στο βουνό. Κάτω, βρομούσε, δεν ήταν δυνατόν να παραβλεφθεί, αυτό το μίσος, η θηριωδία που ξέσπασε ανάμεσα σε όλους αυτούς τους διπλούς κόσμους.
Ολόκληρη η ιστορία του αιώνα είχε ήδη γραφτεί, στους τοίχους, στις πλατείες, στις σκάλες έγραφε 2000, αλλά οι κάτοικοι δεν ήθελαν να διαβάσουν την ημερομηνία, έλεγαν πως βρίσκονταν στο 1940.
Bερνίκι παπουτσιών
Βρισκόμαστε στο 1941, ο πατέρας μου δεν είναι πια ούτε γιατρός, ούτε αξιωματικός, ούτε Γάλλος, ούτε τίποτα. Το γεγονός πως ήμασταν παρίες, μου γεννούσε ένα αίσθημα ακαθόριστης ανακούφισης, σαν μια αλήθεια, σαν να είσαι ξυπόλυτος στους δρόμους του λόφου Πλάντερς ανάμεσα στους μουσουλμανικούς τάφους. Για να επιβιώσει ο πατέρας μου έγινε ποδίατρος. Το Βισύ, που του είχε απαγορεύσει τη φροντίδα των σωμάτων, του είχε αφήσει, παρ’ όλα αυτά, τους κάλους των ποδιών. Δεχόταν σε ένα πόστο ωρολογοποιού που δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα επιδαπέδιο ρολόι το οποίο ήταν τοποθετημένο πλάι στους Δύο Κόσμους. Επιτέλους είχαμε βρεθεί ανάμεσα στους δίκαιους: δεν συγκαταλεγόμασταν πια με τους καταπιεστές. Γνώριζα την ειρήνη μεταξύ των φτωχών και την ευφορία των παρανόμων. Χωρίς πατρίδα, χωρίς φρικτή κληρονομιά, με μια κότα στο μπαλκόνι, ήμασταν απίστευτα ευτυχισμένοι, σαν άγριοι απαλλαγμένοι από την αμαρτία.
Εμφανίστηκε στο σπίτι ένα ζευγάρι λευκά δερμάτινα πέδιλα. Μια γυναίκα από την οδό Ζαρντίν, η κόρη της δεν τα φορούσε, ήταν καινούργια.
Και να ’μαι στην οδό Φιλίπ, με τα πόδια να λάμπουν λες και ήμουν στεφανωμένη με δάφνες, σαν να με τσιγκλούσαν με σπιρούνια και να μου είχαν φυτρώσει δύο λειριά. Με αυτό τον μεθυσμένο βηματισμό πήγαινα να δείξω το καμάρι μου στον πατέρα μου, αλυσοδεμένο με το γειτονικό ρολόι. Επειδή ο θρίαμβος, για να είναι θριαμβικός, χρειάζεται να αντανακλάται στα ανοιχτοπράσινα μάτια του πατέρα.
Και τότε ήταν που ο κρότος από το σφυρί του Ανώτατου Δικαστή ήχησε ξερός και απειλητικός, στη μέση της οδού Φιλίπ. Οι μικροί λούστροι (με μια λέξη: petitscireurs) δεν έστελναν τις φωνές τους προς τα παράθυρα σαν τους νερουλάδες. Δεν φώναζαν, δεν καλούσαν. Χτυπούσαν. Χτυπούσαν τα ξύλινα κουτιά τους με την ανάποδη των βουρτσών τους. Το κουτί έβγαζε έναν επίμονο, επιτακτικό ήχο. Το κουτί γάβγιζε: εδώ! Και το παπούτσι υπάκουε, κατέβαζε τη μύτη του. Έλα εδώ! Ξάπλωσε!– Σταμάτα! Εδώ! Η προσταγή με χτύπησε. Κεραυνοβολήθηκα από υπακοή. Αλλά γιατί; Χωρίς να το θέλω, είχα ήδη διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο εκείνο που ήταν γραμμένο στους τοίχους και ποτέ πια δεν θα μπορούσα να παριστάνω ότι δεν ήξερα τι θα έπρεπε να γίνει και τι θα γινόταν. Και δεν ήμουν η μόνη. Το αγόρι που έπαιζε τον ρόλο του λούστρου σε αυτό το θεατρικό έργο για παιδιά, κι εγώ που δεν ήμουν ακόμα τέσσερα, και αυτός ούτε καν εφτά, ήδη πρόβαρε τον ρόλο που θα έπαιζε όταν θα ανέβαινε το Τέλος των Δύο Κόσμων. Ήξερα. Αλλά ήμουν πολύ μικρή για να πιστέψω ότι ένα κορίτσι τεσσάρων χρονών μπορούσε να έχει διαβάσει ολόκληρο το Βιβλίο και δεν τολμούσα να πιστέψω τον εαυτό μου.
Ξαφνικά ήμουν μια ενήλικη γυναίκα, και βιαζόμουν να κρύψω αυτή την τεράστια απρέπεια ακόμα και από τα δικά μου μάτια. Προσποιήθηκα αποφασιστικά πως ήμουν το μικρό κορίτσι που μου είχε ζητηθεί να είμαι.
Είδα το πρόσωπο του μικρού λούστρου και στα μάτια του αναγνώρισα το λαμπύρισμα: ήταν η λαγνεία του μίσους, η πρώτη σπίθα της επιθυμίας.
Τρέμοντας έβαλα το πόδι μου στο κουτί όπως με πρόσταξε ένα δυνατό χτύπημα της βούρτσας. Ομολόγησα. Ήμουν ένοχη. Μπροστά στο δικαστήριό του, η αθώωση που νόμιζα πως απολάμβανα μετά το Βισύ δεν είχε καμιά αξία. Ζούσα στην οδό Φιλίπ στον δεύτερο όροφο και μου είχαν δώσει καινούργια πέδιλα. Ομολόγησα.
Ξέραμε τα πάντα. Θα μπορούσα να το σκάσω. Δεν μπορούσα να το σκάσω. Αν ήμουν αθώα, θα φώναζα, θα το είχα βάλει στα πόδια. Θα είχα αποκηρύξει το μίσος του, θα είχα ξεσκεπάσει τον άνδρα που προσποιείτο ότι ήταν ένας μικρός λούστρος έξι χρονών. Δεν μπορούσα να τον κατηγορήσω χωρίς να κατηγορήσω τον εαυτό μου. Πώς κατάφερα να αναγνωρίσω τόσο καθαρά την αναλαμπή; Δεν ήμουν αθώα. Ήξερα. Αλλά πώς μπορούσα να κατηγορήσω ένα εξάχρονο παιδί ότι είχε την επιθυμία του φόνου; Κατηγόρησα τον εαυτό μου που προκάλεσε αυτήν τη σκέψη. Ήταν άνοιξη στην οδό Φιλίπ· κι εγώ χτύπησα το γονατισμένο παιδί πάνω στο καλντερίμι;
Με τρόμο, αλλά δίχως έκπληξη. Έμεινα εκεί, βουβή, γιατί δεν μπορούσα να τον ρωτήσω: γιατί με μισείς;
Αυτό που δεν ήξερα ήταν η μορφή που θα έπαιρνε το χτύπημα.
Έπειτα ο μικρός λούστρος έβγαλε έξω ένα από τα κουτιά του με το κερί, το άνοιξε, έτριψε τη βούρτσα του πάνω στην κατακόκκινη γυαλιστερή κρέμα και κάλυψε το λευκό μου πέδιλο με ένα παχύ στρώμα αίμα. Έτρεμα από τη φρίκη. Υπέφερα τρομακτικά από ένα τραύμα. Το κόκκινο ξύπνησε μέσα μου την εξέγερση.
Επιτέλους μπορούσα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Σαν να ήταν τα πέδιλά μου φτιαγμένα από σάρκα. Και δεν θα άφηνα να μου κόψουν και το άλλο χέρι. Όμως δεν ήμουν ικανή να υπολογίσω το μέγεθος του εχθρού. Σε μια μάχη σώμα με σώμα δεν θα ήταν εύκολο να με ακρωτηριάσει ολόκληρη στα κόκκινα; Επέλεξα τον δόλο, αντέδρασα παιδιάστικα, με μεγαλοπρέπεια. Είπα ότι έπρεπε να πάω σπίτι να φέρω χρήματα να τον πληρώσω. Δραπέτευσα από την παγίδα, και έφυγα με έναν αξιοπρεπή βηματισμό, το πόδι μου κόκκινο σαν κραυγή.
Στο Αλγέρι στο Κλος Σαλαμπιέρ η μαντάμ Μπολς η Ισπανίδα μανάβισσα έμοιαζε με γουρούνα. Μια μέρα θα αφηγηθώ πώς η μαντάμ Μπόλς μάς ένωνε όλους μικρούς Εβραίους και μικρούς Άραβες, με χτυπήματα με την κουτάλα και το σκουπόξυλο στο κεφάλι, και η μαντάμ Μπόλς κοντή γεροδεμένη με τις παντόφλες της, «το είδος της γυναίκας που χρειαζόταν να είσαι σε αυτό το μέρος, ανώφελο να χαϊδολογάς αυτά τα διαβολάκια!» έλεγε η μητέρα μου.
Ή μήπως μας έπαιρνε για Άραβες;
Φώναζε, καταριόταν, μας μάθαινε βρισιές.
***
Όταν ήμουν τριών, στην ηλικία των αποφασιστικών εμπειριών και της ανάλυσης, ήξερα πως ήμουν προορισμένη να φύγω. Βέβαια αυτό θα γινόταν αργότερα, αλλά θα γινόταν το γρηγορότερο δυνατό. Αυτός ο προορισμός, η προδιαγραφή, η απόφαση, ήταν τόσο ισχυρός που μου επιτρέπει να πω: όταν ήμουν τριών ετών έφυγα. Ήταν καθαρή αναχώρηση. Δεν είχα στόχο ή το όραμα μιας άφιξης, ούτε σκοπό, ούτε χώρα προτίμησης, βρισκόμουν σε αιώρηση και πτήση. Σε μια σχεδόν πραγματική αποκόλληση. Για να προσγειωθώ πού; Η πρώτη χώρα που επισκέφθηκα ήταν η Αγγλία. Ήμουν δεκατριών. Πήγα εκεί δύο φορές. Αλγέρι-Μασσαλία, διασχίζοντας όλη τη Γαλλία, από τον Νότο στο Παρίσι στη Διέπη χωρίς στάση, χωρίς να τη γευτώ, να την προσλάβω να τη δεχτώ. Πέρασα μέσα από τη Γαλλία.
Η οικογένεια της μητέρας μου, η γερμανική, είχε ήδη ξεριζωθεί από τη γη της. (Στρασβούργο, Βουδαπέστη, Όσναμπρουκ, Μπρατισλάβα, κ.λπ.) Η δυνατότητα να ζεις χωρίς να βγάζεις ρίζες μου ήταν ήδη οικεία. Ποτέ δεν το ονόμασα αυτό εξορία. Κάποιοι άνθρωποι αντιδρούν στην εκδίωξη, με την ανάγκη του ανήκειν. Για εμένα, όπως και για τη μητέρα μου, ο κόσμος αρκούσε, δεν είχα ποτέ ανάγκη μια εδαφική, εντοπισμένη πατρίδα. (Στον οικογενειακό τρόπο κατοίκισης, παρέμενε μια νομαδική απλότητα: κανένα έπιπλο. Πάντοτε το ταξιδιωτικό σακίδιο.) Δεν έχασα την Αλγερία, γιατί ποτέ δεν την είχα, και ποτέ δεν ήμουν αυτή. Υπέφερα που χανόταν για τον εαυτό της, που χωριζόταν από τον εαυτό της από την αποικιοκρατία. Αν ποτέ ταυτιζόμουν με κάτι, αυτό θα ήταν με την οργή της απέναντι στο τραύμα, τον ακρωτηριασμό, την ταπείνωση που είχε υποστεί. Πάντοτε έζησα την Αλγερία με ανυπομονησία, σαν να ήταν προορισμένη να επιστραφεί στους δικούς της. Τη Γαλλία; Δεν την ήξερα, ούτε και ήξερα κανέναν εκεί. Η γερμανική εβραϊκή μου οικογένεια είχε μεταναστεύσει σε είκοσι διαφορετικές χώρες αλλά όχι στη Γαλλία.
Ήμουν μια Γαλλίδα χωρίς τη Γαλλία, και ήμουν η πρώτη από την οικογένεια που την προσέλαβα ως επιδίωξη ή ως διέξοδο. Ο αδελφός μου πίστευε πως ήταν ένας μέλλων Αλγερινός ως την αιωνιότητα. Αλλά τι σημαίνει η Γαλλία για εμάς, τους Αλγερινούς Εβραίους που είχαμε την παράξενη περιπέτεια να μας διώξουν χωρίς να φύγουμε, να μας αποκλείσουν και να μας κυνηγήσουν με τους αντισημιτικούς νόμους του Βισύ το 1940; Το 1941 στο Οράν η μητέρα μου με πήγε στο πρώτο μου σχολείο που είχε το μέγεθος τραπεζαρίας. Ήταν πράγματι μια τραπεζαρία, η τραπεζαρία της Μαντάμ Μπεντολίλα, την οποία οι Εβραίοι της γειτονιάς είχαν βιαστικά βαφτίσει σχολείο επειδή, εξαιτίας του Βισύ, τους είχαν αποκλείσει από τη γαλλική υπηκοότητα, από την εκπαίδευση, από τα επαγγέλματά τους, από τα πάντα.
Εκεί λοιπόν ήμασταν σαν τους Άραβες δίδυμα αδέλφια στην αποστέρηση, το είχαμε όμως συνειδητοποιήσει; Ήταν μέσα στο απογαλλοποιημένο εβραϊκό σχολείο-τραπεζαρία που βίωσα τις πρώτες γαλλογλωσσικές μου εκστάσεις. Το δωμάτιο στέγαζε επτά τάξεις. Η πρώτη σειρά ήταν τα μεγάλα παιδιά. Στην τελευταία σειρά όπου καθόμουν με τον αδελφό μου ήταν το επίπεδο γραμμών και κύκλων. Από το βάθος του δωματίου διαισθανόμουν τη μαγεία που με ανέμενε όταν θα βρισκόμουν στην πρώτη σειρά. Άκουγα αυτά τα προφητικά λόγια: “adjectif qualificatif” (ποιοτικά επίθετα). Θεέ μου, αυτό μου ευαγγελίζεσαι; Κάποια μέρα θα έχω τα κλειδιά για τα ποιοτικά επίθετα! Ανατρίχιαζα στην καρέκλα μου και εντωμεταξύ ο Χαλίφ Αλ Ρασίντ περνούσε μπροστά από την πρώτη σειρά της τραπεζαρίας και τους δρόμους του Οράν. Ώστε υπήρχαν χαλίφηδες που είχαν τρυπώσει μέσα στη γλώσσα αυτής της Γαλλίας που μας είχε αποκηρύξει; Ήταν το απόγειο της ανατρεπτικής γοητείας. Στην οδό ντ’ Αρζού (μία από τις νίκες του Ναπολέοντα) μάταια παρήλαυναν οι ταξιαρχίες της νεολαίας του Πεταίν. Εγώ είχα τη γλώσσα και τα υπόγειά της περάσματα.
Ή μάλλον είχα:
Τις γλώσσες μου.
Παίζαμε με τις γλώσσες στο σπίτι μου, οι γονείς μου περνούσαν με ευχαρίστηση και επιδεξιότητα από μια γλώσσα σε άλλη, οι δυο τους, ο ένας στα γαλλικά, ο άλλος στα γερμανικά, πηδούσαν στα ισπανικά και τα αγγλικά, ο ένας με λίγα αραβικά, ο άλλος με λίγα εβραϊκά. Όταν ήμουν δέκα χρονών, ο πατέρας μου μού έφερε ταυτόχρονα έναν δάσκαλο αραβικών και έναν δάσκαλο εβραϊκών.
Αυτό το αγαπημένο παιχνίδι διαμέσου των γλωσσών με προστάτεψε από κάθε υποχρέωση ή αμυδρή επιθυμία υπακοής σε μία μητρική-πατρική γλώσσα (δεν πίστευα πως τα γαλλικά ήταν η μητρική μου γλώσσα, απλώς μια γλώσσα στην οποία με δίδασκε ο πατέρας μου).
Και η Ιστορία με τις φωνές της και τις υπαλλαγές της, που τόσο εκκωφαντικά ακούγονταν την εποχή που έκανα την είσοδό μου στη γλώσσα, μεταξύ 1937 και 1940, μου μετέδωσε το ίδιο μήνυμα με τρόπο τραγικό.
Οι γλώσσες μου γλιστρούσαν η μια μέσα στο αυτί της άλλης από μια ήπειρο σε άλλη.
Για πολύ καιρό υποστήριζα, χωρίς όμως να το πιστεύω, πως η μητρική μου γλώσσα ήταν τα γερμανικά, επειδή ήθελα να αποφύγω την προτεραιότητα των γαλλικών, και γιατί τα γερμανικά, διαπαντός απομακρυσμένα από το στόμα της συνείδησής μου, εξαιτίας των ναζί, είχαν γίνει η εξιδανικευμένη γλώσσα των νεκρών συγγενών μου. Αυτές οι συνθήκες αποκλεισμού έκαναν τα γερμανικά και τα γαλλικά να μου φαίνονται πάντα γοητευτικά σαν τον ξένο αρραβωνιαστικό. Αλλά στο σχολείο ήθελα πάντα να νικάω τους Γάλλους στα γαλλικά, να είμαι η καλύτερη στα γαλλικά, όπως έλεγαν, για να τιμήσω τον πατέρα μου, που είχε εκδιωχθεί.
Σε πέρασμα
Δεν πίστευα πως ένα πλάσμα με ψυχή μπορούσε να παραμείνει κάτω από τον ζυγό για πάντα. Δεν είχα καμιά αμφιβολία πως με την πρώτη ευκαιρία, όταν έφτανε δεκαοχτώ ή δεκαεννιά χρονών, όπως η μητέρα μου που έφυγε από την ναζιστική Γερμανία, η Αλγερία θα ξεσηκωνόταν και θα διεκδικούσε το πεπρωμένο της.
Το περίεργο είναι ότι αυτό συνέπιπτε με την δική μου χρονολογία. Το 1954, η Αλγερία κι εγώ σαλπάραμε μαζί. Το περίμενα, το ήξερα, ήταν η κίνηση της ζωής της ίδιας.
Πέταξα σαν πουλί, σαν να απελευθερώθηκα: αφήνοντας πίσω προφάσεις, λάθη, οδύνες και τιμωρίες. Για να δοθώ ολοκληρωτικά στην ορμή της στιγμής./Δοσμένη/αφημένη/παραδομένη στη φόρα μου/δυναμική μου
Κατευθύνθηκα προς τη Γαλλία χωρίς να έχω στο μυαλό μου την άφιξη. Μόλις έφτασα στη Γαλλία, δεν ήμουν εκεί. Κατάλαβα ότι δεν θα έφτανα ποτέ στη Γαλλία. Δεν το είχα σκεφτεί. Στην αρχή ταράχτηκα, ένιωσα έκπληξη. Είχα τόσο μεγάλη επιθυμία να φύγω, που θα είχα μάλλον νομίσει πως το να φύγω θα οδηγούσε στην άφιξη. Ακριβώς όπως η αρχή θα οδηγούσε στο τέλος. Αλλά όχι. Καθόλου. Τα πάντα και από πάντοτε δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να φεύγουν και να αρχίζουν. Την πρώτη αφελή εποχή είναι πολύ παράξενο και δύσκολο να μη φτάνεις εκεί που βρίσκεσαι. Για έναν χρόνο αισθανόμουν το έδαφος να τρέμει, οι δρόμοι με έδιωχναν, αισθανόμουν ναυτία. Μέχρι τη μέρα που κατάλαβα ότι δεν υπάρχει πλήγμα, μόνο δυσκολίες, όταν κατοικείς στη ζώνη του μη ανήκειν.
Για πολύ καιρό πίστευα πως ήμουν περαστική εξαιτίας του Αλγερινού μου ατυχήματος/τυχαιότητας. Δεν ξέρω πώς ή πότε άρχισαν όλα αυτά, αλλά ήταν με την «άφιξη» μου στη Γαλλία, και μη βρίσκοντας εκεί τον δρόμο μου ή τον εαυτό μου, που ανακάλυψα ότι: η τυχαιότητα/συγκυρία; της γενεαλογίας μου και ιστορίας μου είχε διευθετήσει τα πράγματα με τέτοιο τρόπο ώστε θα έμενα σε κατάσταση περάσματος· με έναν καταγωγικό τρόπο είμαι πάντοτε περαστική, σε πέρασμα. Μου αρέσουν οι λέξεις που εκφράζουν χρόνο διαρκείας και λήγουν σε –ance. Tόσο που αν πήγα προς τη Γαλλία (France) με τέτοια εμπιστοσύνη, οφείλεται σε αυτήν την κατάληξη που δίνει στην μετοχή του ενεστώτα την καλή της τύχη.
To να φεύγεις (για) να μη φτάνεις από την Αλγερία είναι, επίσης, ανυπολόγιστα/απροσδιόριστα ένας τρόπος να μην αποχωριστείς την Αλγερία. Πάντα με χαροποιούσε το γεγονός ότι γλίτωσα από κάθε άφιξη. Θέλω τη συνεχή έλευση, την κίνηση, το ανολοκλήρωτο στη ζωή μου. Και μέσα από την αποχώρηση είναι που γράφω. Μου αρέσει η φράση: J’arrive (έρχομαι, καταφέρνω, φτάνω…), η ατέρμονη και λεπταίσθητη και θριαμβική της μεσσιανικότητα. Η λέξη messianceέρχεται σ’ εμένα από την Αλγερία.
Η Γαλλία δεν ήταν ποτέ η Γη της Επαγγελίας. Η έκφραση «και του χρόνου στην Ιερουσαλήμ», με κάνει να το βάζω στα πόδια. Ο πόθος, η ανάγκη να φτάσεις στο σπίτι σου, στην «πατρίδα» σου. Τα καταλαβαίνω και δεν τα συμμερίζομαι. Τι απώλεια! Τι απάρνηση θαυμαστής και απεριόριστης ανθρώπινης κατάστασης. Ο σιωνισμός το 1948 μού φάνηκε μια μορφή τραγωδίας. Σύμφωνα με τη μητέρα μου, όπως έμαθα πολύ αργότερα, ο πατέρας μου ο σοσιαλιστής, ο άθεος που είχε καεί από το Βισύ, αποδιωγμένος, εκπατρισμένος και νεκρός τον Φεβρουάριο του 1948 πριν από το Ισραήλ, σκεφτόταν να φύγει για την Παλαιστίνη. Η ιδέα και μόνο να φτάνουμε στο Ισραήλ, ο θάνατος του πατέρα μου μας γλίτωσε από το να χρειαστεί να σκεφτούμε αυτή την προοπτική. Επειδή αν από ατυχία με είχαν φέρει εκεί, αν από υπακοή είχα υποχρεωθεί να διαλέξω μια πατρίδα, και μάλιστα, μια πατρίδα ως καταφύγιο, μια πατρίδα ως άμυνα, η ερώτηση «Μετά τι;» θα είχε εξαλειφθεί. Το παραμύθι της ζωής θα είχε ανακοπεί χωρίς συνέχεια. Κάτι τελεσίδικο θα είχε χιμήξει στην ελεύθερη ύπαρξή μου. Είμαι με το μέρος του Μωυσή, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας. Ευτυχώς.
Το να εισέρχομαι δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Ήμουν καλή μαθήτρια και παρ’ όλα αυτά, εξαιτίας του δαίμονα της εξόδου, παραλίγο να μην μπω στο γυμνάσιο του Αλγερίου. Και όταν πήγαινα στο γυμνάσιο δεν ήμουν ποτέ στο κέντρο. Θα με έβλεπες στην άκρη. Ήταν μια μάχη. Αντιστεκόμουν στις κίβδηλες κοινότητες, τις κίβδηλες συγχωνεύσεις. Πολεμούσα και με πολεμούσαν. Μύριζα τη δυνατή οσμή του ρατσισμού και επαναστατούσα. Η Αλγερία ήταν βουτηγμένη, συνυφασμένη, αναθρεμμένη, σημαδεμένη με βίαιες χειρονομίες ρατσισμού. Στα υποτιθέμενα μη θρησκευτικά δημοκρατικά δημόσια ιδρύματα δεν μιλούσαν γι’ αυτό, αλλά ψεύδονταν και υποκρίνονταν.
Προσπάθησα να τραβήξω τις μάσκες.
Όταν τέλειωνα το γυμνάσιο, από το ’51 ως το ’53, στην τάξη μου, όπου ήμουν η μόνη Εβραία, υπήρχαν τρεις Μουσουλμάνες μαθήτριες. Να κάθονται στην τελευταία σειρά και να χαμογελάνε. Κι εγώ να νιώθω θυμωμένη στην πρώτη σειρά. Ήξερα αμέσως πως αυτή ήταν η Αλγερία που με περίμενε. Τους άπλωσα το χέρι. Ήθελα να συμμαχήσω μαζί τους ενάντια στους Γάλλους. Μάταια. Για εκείνες ήμουν η Γαλλία. Ποτέ δεν ανοίχτηκαν. Κατανόησα την επιφύλαξή τους.
Στο Κλος Σαλαμπιέρ, το βράδυ, άκουγα τη μουσική από τους αραβικούς γάμους στην πόλη. Τη λάτρευα. Ήταν σαν τον παλμό του αίματος. Αλλά ποτέ δεν μας κάλεσαν. Ο πόλεμος είχε αρχίσει πολύ πριν τον πόλεμο.
Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς τη σκληρότητα, το βάθος, το ύψος των σιωπών στην Αλγερία. Μια χώρα που κατοικείται από κραυγές και από κουφούς. Η Αλγερία ήταν ένα εκατομμύριο «Γάλλοι» ανάμεσα σε δέκα εκατομμύρια Αράβων, με κάποιους να διαμαρτύρονται, κάποιους απαθείς. Δεν άκουγες τη λέξη γκέτο, απαρτχάιντ, δουλεία.
Επιπλέον δεν ήμασταν διαχωρισμένοι, όχι, ήμασταν μαζί στην εχθρότητα. Σύντροφοι στην εχθρότητα και από εχθρότητα.
Θα ήθελα να μιλήσω για μίσος στην Αλγερία (αλλά εδώ δεν υπάρχει χρόνος) μιας ορισμένης ποιότητας, μιας ορισμένης σύνθεσης του μίσους που μας ένωνε, επειδή ήταν φτιαγμένο επίσης από ελπίδα και απελπισία.
Δεν μισούσα και ήμουν υποχρεωμένη να αφήσω τον εαυτό μου να μισηθεί, άφηνα τον εαυτό μου να μισηθεί από τους Άραβες, και ήταν το πιο απαλό, το πιο βουβό και παθητικό είδος αγάπης που έχω γνωρίσει ποτέ. Σώμα κόντρα στο σώμα. Σε μια περίπλοκη μέθοδο πάλης, σώματα ενωμένα στην λαβή του χωρισμού. Και ανυπομονούσα για τη γέννηση. Να έρθει η Αλγερία στον κόσμο.
***
Το καλοκαίρι του 1954 ήμουν ήδη αρραβωνιασμένη, δηλαδή έτοιμη να γλιστρήσω στα φτερά της απόδρασης, σε ένα καφέ στο παραθαλάσσιο θέρετρο Madrague, ένας γέρος Γάλλος, όσο Γάλλος γίνεται, δηλαδή ψηλός ξανθός και Κορσικανός, που μας είχε καλέσει για καφέ, που εγώ δεν πήρα, έσπρωξε έναν Άραβα που έπινε τον καφέ του στο μπαρ, λέγοντας: Toi, passetoi!5 Για μένα αυτές οι λέξεις και αυτός ο τόνος προφήτεψαν τη ρήξη μου με τέτοιους Γάλλους. Ευχήθηκα να ήμουν άντρας και να μπορούσα να τον σπρώξω έξω από τον κόσμο. Αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία, είδα τη σκηνή να ανατρέπεται εντελώς. Αυτό ήταν η επανάσταση. Ο Άραβας, ένας ελκυστικός σκούρος μικροκαμωμένος άντρας, κοίταξε τον Κορσικανό στα μάτια και είπε: «Γιατί μου μιλάς στον ενικό;» Στα γαλλικά. Ήταν η πρώτη σφαίρα του πολέμου της Ανεξαρτησίας. Μου φάνηκε πως μεταφέρθηκα στην επόμενη εποχή. Ήμουν ευτυχισμένη. Για να εξηγήσω: πριν από αυτή την απάντηση, κανένας Άραβας δεν είχε προηγουμένως επαναστατήσει απευθείας στα γαλλικά επειδή ακόμα δεν υπήρχε ελπίδα. Οι Άραβες δέχονταν να τους προσβάλλουν και δάγκωναν τη γλώσσα τους.
Δεν υπήρχε μίσος στην απάντηση, υπήρχε θρίαμβος.
Σκεφτόμουν μόνο τη φυγή. Την απόδραση. Εντωμεταξύ αποδρούσα χωρίς να κινούμαι, στα βιβλία. Πάνω απ’ όλα με τα πιο οικουμενικά, εκείνα που μιλούσαν «στο όνομά μα» στο όνομα της ανθρωπότητας.
Με αυτόν τον τρόπο εξηγώ σήμερα τη μη έλξη μου για τη «γαλλική» λογοτεχνία, την απόσταση που κράτησα από συγγραφείς που στα μάτια μου ήταν κοντά στην αυλή, την απαρέσκεια παρά τον θαυμασμό μου για τον Ρακίνα κ.λπ., και τη διαισθητική συγγένεια με τον Μονταίνιο.
Ακόμα και ο Διαφωτισμός ήταν πολύ γαλλικός για μένα και προτιμούσα το αγγλοσαξωνικό μεταίχμιο.
Έφυγα. Με τη βεβαιότητα της μη επιστροφής. Χωρίς λύπη. Επειδή δεν υπήρχε βάση. Χωρίς ελπίδα ότι θα υπήρχε η δυνατότητα να επιστρέψω.
Η Αλγερία που προαισθανόμουν καταδικασμένη στις βιαιότητες που είχαν σπαρθεί εδώ.
Εχθρός των γυναικών
Ποτέ δεν θα επιστρέψω
Η Αλγερία επιστρέφει…
Προς μεγάλη μου έκπληξη επέστρεψε σ’ εμένα, αλλά στο εξωτερικό στη Γαλλία, η Αλγερία που επιθυμούσα επί ματαίω όταν ήμουν δέκα χρονών, αυτή της Μεσάουντα, της Χαμίντα, της Κάσια, της Τζαμίλα, η Αλγερία στην αγκαλιά των γυναικών. Επέστρεψε σ’ εμένα, αλλά μέσα από το πένθος, απειλούμενη, τρέμοντας. Δεν την περίμενα καθόλου. Και μου απευθύνθηκε, για πρώτη φορά από τη γέννησή μου, σαν να μην είχαμε ποτέ εγκαταλείψει η μία την άλλη, σε μια κίνηση αναγνώρισης που ποτέ μου δεν είχα προβλέψει ή ελπίσει.
Σαν να υπήρχε κάτι πιο δυνατό από τους πολέμους, την καταπίεση, τη λησμονιά, την περιφρόνηση, τους αιώνες των παρανοήσεων, κάτι πιο ευγενικό, πιο αρχαίο, πιο άμεσο, πιο σαρκικό, πιο ελεύθερο, μια δύναμη ανεξάρτητη απ’ όλη την πάλη που περιγελά τους ανταγωνισμούς, τις διεκδικήσεις, τις κατηγόριες, και την οποία θα ονόμαζα Αλγερινότητα.
Οι απρόσμενες αδελφές μου κι εγώ δίνουμε την Αλγερία η μία στην άλλη και έναντι του παρελθόντος έχουμε το μέλλον χωρίς βία για το οποίο ονειρευόμαστε μαζί.
Σημείωση
Το δοκίμιο “Mon Algériance” της Hélène Cixous πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Les Inrockuptibles,τεύχος 115 (Σεπτέμβριος 1997), και αργότερα συμπεριλήφθηκε στη συλλογή δοκιμίων Stigmata (πρώτη έκδοση, Routledge, 1998, σε μετάφραση στα αγγλικά Eric Prenowitz).
1. Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.
2. Η εβραϊκή λέξη σχιββωλέθ / σιμπολέτ σημαίνει σύνθημα και στάχυς.
3. Το 1870 με το διάταγμα Crémieux, του υπουργού Δικαιοσύνης Adolphe Crémieux, δόθηκε η γαλλική υπηκοότητα στους Εβραίους της Αλγερίας, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις των χριστιανών αποίκων, κυρίως Γάλλων . Το 1897 ανισημιτικές ταραχές ξέσπασαν σε διάφορες περιοχές της Αλγερίας. Στη διάρκεια του Βˊ Παγκοσμίου Πολέμου το διάταγμα Crémieux καταργήθηκε από το καθεστώς Βισύ, και οι Εβραίοι υπέστησαν διάφορους αποκλεισμούς Η υπηκοότητα δόθηκε ξανά το 1943, τελικά όμως, με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, οι περισσότεροι Εβραίοι, όπως και οι υπόλοιποι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί, εγκατέλειψαν τη χώρα.
4. Γάλλος πολιτικός και μεταρρυθμιστής που έγινε γνωστός ιδίως ως υπερασπιστής του έθνους, κατά τη διάρκεια του γαλλοπρωσικού πολέμου του 1870. Η δυναμική πολιτική του συχνά ήλθε αντιμέτωπη με το οικονομικό κατεστημένο της εποχής του και τον συντηρητισμό της υπόλοιπης πολιτικής σκηνής. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Γαλλίας από τις 14 Νοεμβρίου 1881 έως τις 26 Ιανουαρίου 1882.
5. Στα γαλλικά χρησιμοποιεί τον ανεπίσημο και σε αυτή την περίπτωση προσβλητικό τύπο toi του δεύτερου προσώπου. Δεν υπάρχει αντιστοιχία στα ελληνικά. Αν μεταφράζαμε την πρόταση, για να μεταφέρουμε τον προσβλητικό τόνο, θα λέγαμε: Κάνε πιο κει, ρε!
Σχολιάστε