Μετάφραση: Ιοκάστη Καμμένου
(απόσπασμα της ομιλίας της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς στην απονομή του βραβείου Νόμπελ)
Σε τούτο το βήμα δεν στέκομαι μόνη… Γύρω μου υπάρχουν φωνές, εκατοντάδες φωνές, που με συντροφεύουν πάντα. Από την παιδική μου ηλικία. Ζούσα στο χωριό. Ως παιδιά που ήμασταν, μας άρεσε να παίζουμε στο δρόμο, όμως το βράδυ μας τραβούσαν σαν μαγνήτης τα παγκάκια, όπου μαζεύονταν, δίπλα στα σπίτια τους, τα «χατ», όπως τα λέμε εμείς, οι κουρασμένες γιαγιάδες. Καμιά τους δεν είχε σύζυγο, πατέρα ή αδερφό· μετά τον πόλεμο δεν θυμάμαι κανέναν άντρα στο χωριό μας. Τον καιρό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένας στους τέσσερεις Λευκορώσους χάθηκε, στο μέτωπο της Λευκορωσίας και στις γραμμές των παρτιζάνων. Ο παιδικός μας κόσμος, μετά τον πόλεμο, ήταν ένας κόσμος γυναικών. Αυτό που θυμάμαι καλύτερα είναι πως οι γυναίκες δεν μιλούσαν για θάνατο, αλλά για αγάπη. Διηγούνταν πώς αποχαιρέτισαν τους αγαπημένους τους την τελευταία μέρα, πώς τους περίμεναν και πώς τους περιμένουν ακόμα. Τα χρόνια πέρασαν κι εκείνες περίμεναν: «ας είναι, χωρίς χέρια, χωρίς πόδια, μονάχα να γυρίσει, θα τον βαστάω εγώ στα χέρια». Χωρίς χέρια… χωρίς πόδια… Καθώς φαίνεται, από παιδάκι έμαθα τι θα πει αγάπη…
Να κάποιες από τις θλιμμένες μελωδίες της χορωδίας που ακούω…
Πρώτη φωνή:
«Γιατί θέλεις να μάθεις; Είναι τόσο στενάχωρο. Τον άντρα μου τον γνώρισα στον πόλεμο. Ήμουν οδηγός άρματος μάχης. Έφτασα ως το Βερολίνο. Θυμάμαι, στεκόμασταν δίπλα στο Ράιχσταγκ, τότε δεν ήταν άντρας μου ακόμα, και μου λέει: «Έλα να παντρευτούμε. Σ’ αγαπώ». Πόσο με πείραξαν αυτά του τα λόγια· είχαμε ζήσει όλον τον πόλεμο μέσα στις λάσπες, τη σκόνη, τα αίματα, μέσα στη χυδαιότητα. Του απαντάω: «Κάνε με πρώτα γυναίκα: πρόσφερέ μου λουλούδια, πες μου γλυκόλογα, και μόλις αποστρατευτώ θα μου ράψω κι ένα φουστάνι». Τόσο πολύ ενοχλήθηκα που ήθελα μέχρι και να τον χτυπήσω. Εκείνος τα ένιωσε όλα τούτα. Το ένα του μάγουλο ήταν καμένο, γεμάτο ουλές και πάνω σε αυτές τις ουλές είδα δάκρυα. «Εντάξει, θα γίνω γυναίκα σου». Έτσι είπα… και δεν το πίστευα ούτε εγώ η ίδια ότι το είπα… Γύρω μας κάπνα και σπασμένα τούβλα, κοντολογίς, τριγύρω πόλεμος…».
Δεύτερη φωνή:
«Ζούσαμε δίπλα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ. Εγώ εργαζόμουν ως ζαχαροπλάστρια, έπλαθα πιτάκια. Ο άντρας μου ήταν πυροσβέστης. Είχαμε μόλις παντρευτεί και πηγαίναμε χέρι-χέρι ακόμα και στα μαγαζιά. Την ημέρα που εξερράγη ο αντιδραστήρας, ακριβώς εκείνην την ώρα, ο άντρας μου βρισκόταν σε υπηρεσία στον πυροσβεστικό σταθμό. Με το που κλήθηκαν, έφυγαν με τα πουκάμισά τους, τα καθημερινά τους ρούχα, είχε γίνει έκρηξη σε έναν πυρηνικό σταθμό, όμως κανείς δεν τους έδωσε ειδικό ρουχισμό. Έτσι ζούσαμε… Ξέρετε… Όλη τη νύχτα έσβηναν τη φωτιά εκτεθειμένοι σε δόσεις θανατηφόρας ακτινοβολίας. Το πρωί τους μετέφεραν ευθύς με αεροπλάνο στη Μόσχα. Οξεία ασθένεια από ραδιενέργεια… διάρκεια ζωής ολίγων εβδομάδων. Ο δικός μου ήταν δυνατός, αθλητής, πέθανε τελευταίος. Όταν έφτασα, μου είπαν πως τον είχαν σε έναν ειδικό θάλαμο, όπου δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να μπει. «Τον αγαπώ!» τους ικέτευσα εγώ. «Τους περιποιούνται στρατιώτες εκεί. Εσύ για πού το ’βαλες;». «Τον αγαπώ». Προσπαθούσαν να με πείσουν: «Δεν είναι πια ο άνθρωπος που αγαπάς, αλλά ένα αντικείμενο προς απενεργοποίηση. Κατάλαβες;». Όμως εγώ το μόνο που επαναλάμβανα ήταν: τον αγαπώ, τον αγαπώ… Τη νύχτα, ανέβαινα από την πυροσβεστική σκάλα για να πάω κοντά του… ή ζητούσα από τους νυχτερινούς φρουρούς να με αφήσουν, τους έδινα λεφτά για να με αφήσουν να τον δω… Δεν τον άφησα, έμεινα μαζί του ως το τέλος… Μετά το θάνατό του… μερικούς μήνες αργότερα, γέννησα ένα κοριτσάκι, έζησε όλο κι όλο λίγες ημέρες. Εκείνη… Περιμέναμε πώς και πώς τον ερχομό της… κι εγώ την σκότωσα… Εκείνη με έσωσε, απορροφώντας η ίδια όλη τη ραδιενέργεια. Ήταν τόσο μικροσκοπική… Τοσοδούλα… Αλλά τους αγάπησα και τους δυο. Άραγε, μπορεί κανείς να σκοτώσει από αγάπη; Γιατί να είναι τόσο κοντά η αγάπη και ο θάνατος; Πηγαίνουν πάντοτε μαζί. Ποιος μπορεί να μου το εξηγήσει; Σέρνομαι στα γόνατα – γύρω από τους τάφους τους…»
Τρίτη φωνή:
«Πώς ήταν η πρώτη φορά που σκότωσα Γερμανό… Ήμουν δέκα χρονών και οι παρτιζάνοι με έπαιρναν κιόλας μαζί τους σε αποστολές. Εκείνος ο Γερμανός ήταν πεσμένος κάτω, τραυματισμένος… Μου είπαν να πάρω το περίστροφό του, όμως, καθώς έτρεξα προς τα εκεί, ο Γερμανός άρπαξε το περίστροφο με τα δυο χέρια και το έφερε στο πρόσωπό μου. Δεν πρόφτασε να τραβήξει πρώτος, τον πρόλαβα εγώ…
Ότι σκότωσα άνθρωπο, δεν με τρόμαξε… και κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν το θυμόμουν καν. Γύρω μας υπήρχαν παντού νεκροί, ζούσαμε ανάμεσα σε νεκρούς. Εξεπλάγην όταν, μετά από πολλά χρόνια, ξαφνικά ονειρεύτηκα τον Γερμανό. Δεν το περίμενα… Το όνειρο ερχόταν ξανά και ξανά… Εγώ πετάω κι αυτός δεν λέει να μ’ αφήσει… Απογειώνεσαι… πετάς… πετάς… με προφταίνει και πέφτουμε μαζί. Καταλήγω σ’ έναν λάκκο… θέλω να σηκωθώ… ν’ ανέβω ψηλά… μα δεν με αφήνει… Δεν μπορώ να του ξεφύγω και να πετάξω μακριά…
Κάθε φορά το ίδιο όνειρο… με καταδίωκε δέκα ολόκληρα χρόνια…
Δεν μπορώ να μιλήσω στο γιο μου γι’ αυτό μου το όνειρο. Όταν ήταν μικρός δεν μπορούσα, του διάβαζα παραμύθια. Τώρα μεγάλωσε κι ακόμα δεν μπορώ…».
Ο Φλωμπέρ έλεγε για τον εαυτό του πως ήταν ο άνθρωπος-πένα, εγώ για μένα μπορώ να πω πως είμαι ο άνθρωπος-αυτί. Όταν περπατάω στο δρόμο και φθάνουν τυχαία στ’ αυτιά μου λέξεις, φράσεις, επιφωνήματα, πάντα σκέφτομαι: πόσα και πόσα μυθιστορήματα χάνονται στο χρόνο δίχως να αφήσουν ίχνη. Στο σκοτάδι. Υπάρχει ένα κομμάτι της ανθρώπινης ζωής, αυτό της καθημερινής ομιλίας, που δεν καταφέρνουμε να κατακτήσουμε για τη λογοτεχνία. Δεν έχουμε ακόμα εκτιμήσει την αξία της, δεν μας εκπλήσσει, ούτε μας μαγεύει. Εμένα με γοήτευσε, με αιχμαλώτισε. Αγαπώ τον τρόπο με τον οποίο μιλάει ο άνθρωπος… Αγαπώ τη μοναχική ανθρώπινη φωνή. Είναι η μεγαλύτερή μου αγάπη, το πάθος μου.
Το ταξίδι μου προς τούτο το βήμα κράτησε σχεδόν σαράντα χρόνια, από άνθρωπο σε άνθρωπο, από φωνή σε φωνή. Δεν μπορώ να πω πως δεν έχασα ποτέ τις δυνάμεις μου κατά τη διαδρομή· πολλές φορές κλονίστηκα και τρόμαξα απ’ τους ανθρώπους, ένιωσα θαυμασμό, αλλά κι αποστροφή, ήθελα να ξεχάσω αυτά που άκουσα και να επιστρέψω στον καιρό της άγνοιας. Ήταν όμως και φορές που ήθελα να κλάψω από χαρά μπροστά στην ομορφιά του ανθρώπου. (…)
Αμέσως μετά τον πόλεμο, ο Τέοντορ Αντόρνο είπε συγκλονισμένος: «Το να γράφει κανείς ποιήματα μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα». Ο δάσκαλός μου Αλές Αντάμοβιτς, τον οποίο επιθυμώ να αναφέρω σήμερα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, πίστευε ομοίως πως το να γράφει κανείς πρόζα για τους εφιάλτες του 20ού αιώνα είναι ιεροσυλία. Εδώ, η επινόηση δεν επιτρέπεται. Η αλήθεια πρέπει να αποδοθεί ως έχει. Χρειαζόμαστε μια «υπερλογοτεχνία». Αυτός που πρέπει να μιλήσει είναι ο μάρτυρας. Όπως έλεγε και ο Νίτσε, κανένας καλλιτέχνης δεν αντέχει την αλήθεια. Δεν τη σηκώνει.
Πάντα με βασάνιζε η σκέψη πως η αλήθεια δεν χωράει σε μια μόνο καρδιά, σε έναν μόνο νου. Πως είναι κατά κάποιον τρόπο διαμελισμένη, πολυμερής, διαφορετική και διασκορπισμένη στον κόσμο. Στον Ντοστογιέφσκι υπάρχει η ιδέα πως η ανθρωπότητα γνωρίζει για τον εαυτό της περισσότερα, πολύ περισσότερα από όσα έχει καταφέρει να καθορίσει στη λογοτεχνία. Τι κάνω εγώ, λοιπόν; Εγώ συλλέγω τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις λέξεις της καθημερινότητας. Συλλέγω τη ζωή του καιρού μου. Με ενδιαφέρει η ιστορία της ψυχής. Ο τρόπος ζωής της ψυχής. Αυτό που η μεγάλη ιστορία συνήθως προσπερνάει, κοιτάζοντάς το αφ’ υψηλού. Ασχολούμαι με την ιστορία που έχει παραγκωνισθεί. Έχω ακούσει πολλές φορές, και ακόμα το ακούω, πως αυτό δεν είναι λογοτεχνία, αλλά τεκμήριο. Όμως τι είναι λογοτεχνία, σήμερα; Ποιος μπορεί να δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα; Ζούμε σε ταχύτερους ρυθμούς από πριν. Το περιεχόμενο συντρίβει τη μορφή. Τη θραύει και τη μεταβάλλει. Όλα ξεπερνάνε τα όριά τους: και στη μουσική, και στη ζωγραφική, αλλά και στο τεκμήριο, όπου ο λόγος ξεπερνά τα στενά όριά του. Δεν υπάρχουν σύνορα ανάμεσα στα γεγονότα και τη φαντασία, το ένα σταλάζει μέσα στο άλλο. Ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας δεν είναι αμερόληπτος. Καθώς διηγείται ο άνθρωπος, δημιουργεί, παλεύει με τον χρόνο, όπως ο γλύπτης με το μάρμαρο. Είναι ηθοποιός και δημιουργός.(…)
Θα ήθελα να σας διαβάσω μερικές σελίδες από ημερολόγιό μου για να σας δείξω πώς κινούνταν ο χρόνος… πώς πέθαινε η ιδέα… πώς ακολουθούσα τα ίχνη της…
1980-1985
Γράφω ένα βιβλίο για τον πόλεμο… Γιατί για τον πόλεμο; Διότι εμείς είμαστε άνθρωποι του πολέμου, που σημαίνει πως είτε πολεμούσαμε είτε προετοιμαζόμασταν για πόλεμο. Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα δει πως όλοι μας σκεφτόμαστε με τρόπο πολεμικό. Στο σπίτι, στο δρόμο. Τόσο φθηνή είναι για μας η ανθρώπινη ζωή. Ακριβώς όπως στον πόλεμο.
Στην αρχή αμφέβαλλα. Ακόμη ένα βιβλίο για τον πόλεμο… Για ποιο λόγο;
Σε ένα από τα δημοσιογραφικά μου ταξίδια συνάντησα μία γυναίκα που στον πόλεμο ήταν αρχινοσοκόμα. Μου διηγήθηκε πως κάποιον χειμώνα, την ώρα που διέσχιζαν τη λίμνη Λάντογκα, ο εχθρός παρατήρησε την κίνηση και άρχισε να τους πυροβολεί. Άλογα και άνθρωποι χάνονταν κάτω από τον πάγο. Όλα συνέβησαν μέσα στη νύχτα, κι εκείνη άρπαξε και βάλθηκε να σέρνει προς την όχθη, κατά πώς της φάνηκε, κάποιον τραυματισμένο. «Τον έσερνα βρεγμένο και γυμνό, νόμιζα πως είχε χάσει τα ρούχα του. Μόλις έφτασα στην όχθη, ανακάλυψα πως είχα σύρει ένα τεράστιο τραυματισμένο στουριόνι. Έριξα ένα τρικούβερτο βρισίδι – οι άνθρωποι υποφέρουν, αλλά τα ζώα, τα πουλιά, τα ψάρια, γιατί;». Σε μιαν άλλη αποστολή, άκουσα την αφήγηση μιας αρχινοσοκόμας ίλης ιππικού, που κατά τη διάρκεια μιας μάχης έσυρε σε κάποιον λάκκο έναν πληγωμένο Γερμανό, μόνο που δεν το κατάλαβε πως ήταν Γερμανός, παρά μόνο όταν βρίσκονταν ήδη μέσα στον λάκκο – το πόδι του ήταν ακρωτηριασμένο και αιμορραγούσε. Μα ήταν ο εχθρός! Τι να έκανε; Εκεί ψηλά τα δικά μας παιδιά σκοτώνονταν! Εκείνη όμως δένει το πόδι του Γερμανού και συνεχίζει έρποντας παρακάτω. Στη συνέχεια μετέφερε έναν Ρώσο στρατιώτη, που είχε χάσει τις αισθήσεις του και όταν τις βρήκε ήθελε να σκοτώσει τον Γερμανό, ο οποίος συνήλθε επίσης και άρπαξε το αυτόματό του για να σκοτώσει το Ρώσο. «Τους έχωσα από μία στα μούτρα, και στον έναν και στον άλλο. Τα πόδια μας ήταν βουτηγμένα στο αίμα. Το αίμα μας είχε ανακατευτεί.»
Ήταν ένας πόλεμος τον οποίο δεν γνώριζα. Ο πόλεμος των γυναικών. Και δεν είχε να κάνει με ήρωες. Ούτε με το πώς κάποιοι ηρωικοί άνθρωποι σκότωναν άλλους ανθρώπους. Θυμάμαι το μοιρολόι μιας γυναίκας: «Αν πας μετά τη μάχη στους αγρούς, θα δεις τα σώματά τους χάμω, όλοι τους νέοι, τόσο ωραίοι. Κείτονται και κοιτούν τον ουρανό. Τους λυπάσαι κι αυτούς και τους άλλους». «Κι αυτούς και τους άλλους», αυτά είναι τα λόγια που μου υπέδειξαν το περιεχόμενο του βιβλίου μου. Που μου είπαν πως πόλεμος σημαίνει φονικό. Έτσι μένει στη μνήμη των γυναικών. Ένας άνθρωπος χαμογελούσε, κάπνιζε, και τώρα δεν υπάρχει. Περισσότερο από όλα, οι γυναίκες μιλούν για τον αφανισμό, για το πόσο γρήγορα στον πόλεμο όλα μετατρέπονται σε τίποτα. Κι ο άνθρωπος, κι ο ανθρώπινος χρόνος. Ναι, αυτές οι ίδιες το ζήτησαν να πάνε στο μέτωπο, στα 17-18 τους χρόνια, αλλά δεν ήθελαν να σκοτώνουν. Να πεθάνουν όμως ήταν έτοιμες. Να πεθάνουν για την Πατρίδα. Και μιας και η αλήθεια πρέπει να λέγεται όσο πικρή και να ’ναι, να πεθάνουν και για τον Στάλιν.
Τα βιβλίο μου για δύο χρόνια δεν το εξέδιδαν, μέχρι που ήρθε η περεστρόικα. Μέχρι που ήρθε ο Γκορμπατσόφ. «Μετά από το βιβλίο σας κανείς δεν θα πηγαίνει να πολεμήσει», μου υπέδειξε ο λογοκριτής, «Ο πόλεμός σας είναι τρομερός. Γιατί δεν έχει ήρωες;». Δεν έψαχνα για ήρωες. Έγραφα την ιστορία μέσα από τις αφηγήσεις μαρτύρων και πολεμιστών, στους οποίους κανείς δεν είχε δώσει σημασία. Που κανείς και ποτέ δεν τους ρώτησε τίποτα. Δεν γνωρίζουμε τι πιστεύουν οι άνθρωποι, απλά και μόνο οι άνθρωποι, για τις μεγάλες ιδέες. Αμέσως μετά από κάποιον πόλεμο ένας άνθρωπος θα μιλήσει για αυτόν, δέκα χρόνια όμως μετά θα μιλάει για έναν άλλο, αφού φυσικά η αφήγηση θα έχει αλλάξει, καθώς στη μνήμη θα έχει προστεθεί μια ολόκληρη ζωή. Με όλα όσα αυτή περιέχει. Το πώς έζησε ο άνθρωπος όλα αυτά τα χρόνια, τι διάβασε, τι είδε και ποιον συνάντησε στον δρόμο του. Το σε τι πιστεύει. Και τέλος, το αν είναι ευτυχισμένος ή όχι. Τα τεκμήρια έχουν ζωή και μαζί με εμάς αλλάζουν κι εκείνα.
(…)
Ευχαριστούμε την Athens Review of Books, για την άδεια της αναδημοσίευσης του αποσπάσματος. Ολόκληρη η ομιλία δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books στο τεύχος 69 (Ιαν. 2016), σελ. 23-27, σε μετάφραση από τα ρωσικά της Ιοκάστης Καμμένου και επιμέλεια της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, σε συνέχεια του αφιερώματος στην Σβετλάνα Αλεξίεβιτς που είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 68 (Δεκ. 2015).
H Aναζήτηση του Αιώνιου Ανθρώπου
Ψάχνω τη ζωή για παρατηρήσεις, αποχρώσεις, λεπτομέρειες. Γιατί το ενδιαφέρον μου στη ζωή δεν είναι το γεγονός αυτό καθαυτό, ο πόλεμος αυτός καθαυτός, το Τσερνομπίλ αυτό καθαυτό, οι αυτοκτονίες αυτές καθαυτές. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι το συμβάν πάνω στο ανθρώπινο ον, τι συμβαίνει στον άνθρωπο στην εποχή μας. Πώς ο άνθρωπος συμπεριφέρεται και αντιδρά. Πόσο από τον βιολογικό άνθρωπο είναι μέσα του, πόσο από τον άνθρωπο τού καιρού του, πόσο άνθρωπος από τον άνθρωπο.
Αντί βιογραφίας
Ψάχνω ένα είδος που θα ήταν το πιο αρμόζον για την θεώρησή μου του κόσμου ώστε να αποδίδει πώς το αυτί μου ακούει και πώς τα μάτια μου βλέπουν τη ζωή. Δοκίμασα διάφορα και τελικά επέλεξα ένα είδος όπου οι ανθρώπινες φωνές μιλούν για τον εαυτό τους. Πραγματικοί άνθρωποι μιλούν στα βιβλία μου για τα κύρια γεγονότα του αιώνα όπως ο πόλεμος, η καταστροφή του Τσερνομπίλ, και η πτώση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Μαζί καταγράφουν γλωσσικά την ιστορία της χώρας τους, την κοινή τους ιστορία, ενώ κάθε πρόσωπο βάζει σε λέξεις την ιστορία της ζωής του. Σήμερα όταν ο άνθρωπος και ο κόσμος έχουν γίνει τόσο πολυπρόσωποι και διαφοροποιημένοι, το ντοκουμέντο στην τέχνη έχει γίνει αυξανόμενα ενδιαφέρον ενώ η τέχνη ως τέτοια συχνά αποδεικνύεται ανίκανη. Το ντοκουμέντο μάς φέρνει πιο κοντά στην πραγματικότητα εφόσον συλλαμβάνει και διατηρεί τα αυθεντικά πρωτότυπα. Μετά από 20 χρόνια εργασίας με υλικό αρχείων και έχοντας γράψει πέντε βιβλία πάνω σε αυτά δηλώνω ότι η τέχνη έχει αποτύχει να καταλάβει πολλά πράγματα σχετικά με το πλήθος.
Αλλά δεν αποτυπώνω μόνο μια στεγνή ιστορία γεγονότων και δεδομένων, γράφω μια ιστορία των ανθρώπινων συναισθημάτων. Τι ο κόσμος σκέφτηκε, κατάλαβε και θυμήθηκε κατά τη διάρκεια του γεγονότος. Τι πίστευαν, που δυσπιστούσαν, τι ψευδαισθήσεις, ελπίδες και φόβους βίωσαν. Αυτό είναι κάτι που είναι αδύνατον να το φανταστεί ή να το εφεύρει κανείς σε οποιαδήποτε κλίμακα σε μια τέτοια πολλαπλότητα πραγματικών λεπτομερειών.
Γρήγορα ξεχνάμε με τι μοιάζαμε δέκα ή είκοσι ή πενήντα χρόνια πριν. Συχνά ντρεπόμαστε για το παρελθόν μας και αρνούμαστε να πιστέψουμε αυτό που μας συνέβη ως πραγματικό γεγονός. Η τέχνη μπορεί να ψεύδεται αλλά το ντοκουμέντο ποτέ. Παρότι το ντοκουμέντο είναι επίσης το προϊόν της θέλησης και του πάθους κάποιου. Συνθέτω τα βιβλία μου μέσα από χιλιάδες φωνές, πεπρωμένα, θραύσματα της ζωής και της ύπαρξής μας. Μου πήρε τρία τέσσερα χρόνια να γράψω το καθένα από τα βιβλία μου. Συναντώ και ηχογραφώ τις συνομιλίες μου με 500-700 άτομα για το κάθε βιβλίο. Το χρονικό μου αγκαλιάζει πολλές γενιές.
(Μετάφραση: Φοίβη Γιαννίση, από το σάιτ της συγγραφέως )
*
Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς γεννήθηκε το 1948 στο Ivano-Frankovsk της Ουκρανίας και μεγάλωσε στη Λευκορωσία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ έγραψε διηγήματα, θεατρικά έργα, σενάρια για ντοκιμαντέρ. Το κύριο έργο της, είναι τα βιβλία μαρτυριών που συγγράφει, προσδίδοντας νέα διάσταση στο γραμματολογικό είδος της λεγόμενης τεκμηριωτικής πεζογραφίας. Το πρώτο της βιβλίο, «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας»(1985), περιέχει μαρτυρίες γυναικών που πολέμησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τελευταίοι μάρτυρες», στο οποίο ενήλικοι ανακαλούν τις παιδικές τους αναμνήσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1989, η Αλεξίεβιτς αποκάλυψε με το βιβλίο της «Οι μολυβένιοι στρατιώτες» τη σκληρή αλήθεια για τον δεκαετή «άγνωστο» πόλεμο των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Η έκδοση, απαγορευμένη επί πολλά χρόνια, προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις τόσο από στρατιωτικούς κύκλους όσο και από εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος, οι οποίες μάλιστα κατέληξαν σε δικαστική δίωξη της συγγραφέως. Το 1993 η Αλεξίεβιτς εξέδωσε το βιβλίο της «Γοητευμένοι από τον θάνατο», με θέμα τις αυτοκτονίες που σημειώθηκαν στην πρώην ΕΣΣΔ μετά την πτώση του κομμουνισμού, ενώ το 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τσερνόμπιλ – Ένα χρονικό του μέλλοντος», που περιλαμβάνει μαρτυρίες για το πυρηνικό ατύχημα του 1986, τις οποίες συνέλεξε η συγγραφεύς περιπλανώμενη επί δύο χρόνια στην Απαγορευμένη Ζώνη, με κίνδυνο της υγείας της και της ζωής της. Τα βιβλία της κυκλοφορούν μεταφρασμένα σε δεκάδες χώρες, όχι όμως και στην πατρίδα της, όπου η ίδια είναι στιγματισμένη ως αντικαθεστωτική. Από τον Οκτώβριο του 2000 ζει κάποιες περιόδους στην Ποντεντέρα, πόλη-άσυλο λογοτεχνών στην Τοσκάνη. Τα περισσότερα από τα βιβλία της διασκευάστηκαν για το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ενώ η ίδια τιμήθηκε με πλήθος διεθνών διακρίσεων, μεταξύ των οποίων το βραβείο της Ένωσης Συγγραφέων Σουηδίας, το βραβείο Αντρέι Σινιάφσκι, το ρωσικό βραβείο Θριάμβου, το Βραβείο Λειψίας «για αμοιβαία κατανόηση στην Ευρώπη -1998», το γαλλικό Βραβείο «Μάρτυρας του Κόσμου – 1999», το Βραβείο Χέρντερ και το Βραβείο Καλύτερου Πολιτικού Βιβλίου της Γερμανίας. Το 2015 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
(πηγή: biblionet)
Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία της, Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας, μετφρ. Ελένη Μπακοπούλου, Τσέρνομπιλ – Ένα χρονικό του μέλλοντος, μετφρ. Ορέστης Γεωργιάδης, To τέλος του κόκκινου ανθρώπου, μετφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, όλα από τις εκδόσεις Πατάκη.
Σχολιάστε