Τι σημαίνει για σας «πολιτική ποίηση»; Υπάρχει «καλή» ή «κακή» πολιτική ποίηση; Με ποιον τρόπο παίρνετε πολιτική θέση στο έργο σας;
Ιορδάνης Παπαδόπουλος
Ξαναδιαβάζοντας την εισαγωγή των Χιλίων Πλατωμάτων* με τα μάτια μιας κουνελο-οικογένειας
Προσπαθώ να σκεφτώ ένα πολιτικό ποίημά μου. Πρώτο μου ’ρχεται στο μυαλό το παρακάτω:
«Μια προτεινόμενη δράση
…και θυμήσου να χωρίσεις τα κουνελάκια από την κουνέλα
από σημείωμα αυτόχειρα»
Διαβάζω εδώ και λίγο καιρό πριν τον ύπνο το «Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια – Χίλια πλατώματα». Το διαβάζω μετά το «Όνειρα γλυκά-(φιλί)-Σ’ αγαπάω, μην το ξεχνάς» στη μικρή μου κόρη. Υπάρχουν παράγραφοι στο βιβλίο που μπορούν να διαβαστούν ως πολιτική ποίηση και κάπως έτσι θα ’θελα να γράφεται η πολιτική ποίηση. Να την εντοπίζεις εκεί που δεν βγάζει μάτι και δεν κραυγάζει η ποίηση (και) το πολιτικό. Όπως ακριβώς υπάρχουν στον ακόμα χωρίς καλούπια λόγο της μικρής μου ατόφια ποιητικά διαμαντάκια.
«Ένα βιβλίο υπάρχει μόνο διαμέσου του έξω και στο έξω, αλλά δεν το καταλαβαίνει». Το σημείωμα βρέθηκε κάπου έξω (από μένα ή το σπίτι, στο δίκτυο ή στο δρόμο). Κοίταξα έξω ή μάλλον άφησα ανοιχτό το διάφραγμα για να μπουν αέρας, φώτα και οσμές της πόλης. Όχι με σκοπό να εσωτερικοποιηθούν. Η μεμβράνη (ας) παίζει τον ρόλο τραμπολίνο, κάθε ερεθιστική ουσία χτυπάει και αναπηδάει πάνω της, δεν μένουν σημάδια, μόνο ξεχειλώνει ελαφρώς. Τίναγμα πάνω σε τίναγμα, ένα παλίμψηστο (χαλκομανία το λένε οι Deleuze-Guattari) και πηδάει πάλι έξω, με άλλη φόρα και φορά. Ο χώρος μεταξύ της μεμβράνης και του βιβλίου (ας) είναι κενό αέρα, χωρίς το βάθος και το βάρος του ίχνους, μόνο της δόνησης. Και αν η διάδοση των κυμάτων επιτευχθεί στο κενό, τότε ίσως μπορέσουμε να μιλήσουμε και για πολιτική.
«Η λογοτεχνία είναι μια διαρρύθμιση, δεν έχει καμία σχέση με την ιδεολογία, δεν υπάρχει ιδεολογία, ποτέ δεν υπήρξε». Ο χώρος, ο χωρισμός είναι τα τελευταία λόγια, μια τελευταία επιθυμία (διαρ)ρύθμισης. «Δεν έχει καμία σχέση με τη σημασία, έχει σχέση με τη χωρομέτρηση», τη χωροθέτηση, έστω και εξ αντανακλάσεως. Όχι με σκοπό να σπάσει η μονάδα σε δυο υπομονάδες. Μας ενδιαφέρει το σύνολο κουνέλα και τα (υπο)σύνολα κουνελάκια. Δεν είναι σκοπός μας η διαίρεσή (τους), ούτε καν ο πολλαπλασιασμός (τους), με την έννοια να αυξήσουμε, να σπείρουμε σημεία- κουνέλια στον χώρο, αλλά τα κουνέλια να γίνουν παράλληλα συγκλίνοντες χώροι, ιστοί, πλέγματα, «πολλαπλότητες ν (ή καλύτερα ν-1) διαστάσεων» (κάτι να λείπει πάντα, να υπολείπονται˙ η μαμά, η αρχή και το τέλος του σκοπού και της σημασίας). Προσωπικά θα αντιπρότεινα στο δίδυμο των Γάλλων ν+άπειρες διαστάσεις μιας μαμάς-αρχής και -τέλους).
Θυμήσου, λοιπόν, να χωρίσεις τα κουνελάκια, έστω και με καθρέφτη, για να αντικρίζουν τον εαυτό τους σε σχέση με το χώμα, τα σύννεφα, τα ζουζούνια και ζιζάνια. Να ξεκινήσει το παιχνίδι μαζί τους, να τρυπάνε τρύπες σε ξένα περιβολάκια, να φτιάχνουνε λαγούμια. Ακόμα κι αν ο στόχος είναι η συνάντηση με την κουνέλα υπογείως, δεν θα αποφύγουν να πέσουν πάνω σε άλλα λαγούμια και ριζώματα, σε άλλες γραμμές (δια)φυγής. Έτσι κι ένα (καλό) πολιτικό βιβλίο ποίησης ανοίγει τρύπες (στο καθημερινό και στο νοητό), σηκώνει το χώμα στον αέρα, σηκώνει σκόνη, τον κόσμο, εξαϋλώνεται και μετά κάθεται (ξαναγίνεται συμπαγές χώμα) αλλού, αλλιώς, σε άλλο βιβλίο, σε άλλον κόσμο. Ένα άλλο βιβλίο, ένας άλλος κόσμος θα συσσωματωθεί τυχαία και μπορεί να μην είναι καλύτερος, αλλά ίσως έτσι βαφτεί ο κόσμος και όχι το βιβλίο. Η ποίηση να μη γίνει εικόνα του κόσμου, όχι ποίηση χαμαιλέοντας, αλλά ποίηση ροζ πάνθηρας (παραφράζοντας τους Deleuze-Guattari), που θα βάψει το έξω ροζ και έτσι θα χαθεί το κυρίαρχο δεσπόζον χρώμα, κάθε σημαίνον υπο-, υπερ-, αντί-κείμενο, κάθε διακριτή φωνή.
Όλα αυτά τα γράφω γιατί δεν έχω (μάλλον δεν θέλω να έχω) καμιά ακριβή ιδέα για το τι είναι (καλή) πολιτική ποίηση και αν πρέπει κάτι να πω για τον τρόπο που παίρνω πολιτική θέση στο έργο μου είναι μια θέση (μετα)κίνησης πάνω στις «γραμμές της τύχης, της φυγής και των γοφών». Με τον τρόπο που ένα σώμα παίρνει θέση στον δρόμο απέναντι σε άλλα σώματα, που σκοντάφτει πάνω τους (και γραπώνεται ή απλώς τα τσαλαπατάει) καθώς προχωράνε παράλληλα. Με τον τρόπο που ένα σώμα επιλέγει ένα από τα πολλά παιχνίδια για να του δώσει ψυχή και να σκαρώσει μια ιστορία από το πουθενά και προς το πουθενά. Μέχρι να ’ρθει ξαφνικά η ρήξη λόγων και σωμάτων και όλα να τιναχτούν στον αέρα. Τα κομμάτια και τα θραύσματα όμως δεν πάνε ποτέ χαμένα.
Η μεγαλύτερη τιμωρία θα είναι να μην παίξεις μαζί μου, δήλωσε χθες η μικρή μου.
*Από το βιβλίο των Gilles Deleuze-Felix Guattari, Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια-2. Χίλια πλατώματα, μτφρ. Βασ. Πατσογιάννης, Πλέθρον, 2017.
Σχολιάστε