Τι σημαίνει για σας «πολιτική ποίηση»; Υπάρχει «καλή» ή «κακή» πολιτική ποίηση; Με ποιον τρόπο παίρνετε πολιτική θέση στο έργο σας;
Στέργιος Μήτας
Χρόνια τώρα πια, και αισίως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί στα σοβαρά ότι η τέχνη διαπλάθει ή στρατεύεται, μήτε ότι κρίνεται από τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που, υποτίθεται, το έργο εκφράζει ή ο δημιουργός του εκπροσωπεί. Επανέρχεται, εντούτοις, σταθερά το μοτίβο περί ενός «πολιτικού ποιητή» που, ενώ δεν δικαιούται να υποδυθεί τον «μηχανικό ψυχών» του Ζντάνοφ, αναβιώνει τον «παραγνωρισμένο νομοθέτη» του Σίλερ. Η εικονογράφηση του ποιητή ως τεθλασμένης κριτικής συνείδησης του καιρού του εμφανίζεται, εξάλλου, τόσο σε πολιτικοποιημένες (βλ., λ.χ., τις ποιητικές χαμένου οράματος ή συλλογικής μελαγχολίας) όσο και απολιτικές εκδοχές (βλ., λ.χ., τη διαβόητη πηγαία αντίδραση του ποιητή στην «ομορφιά κι ασχήμια των πραγμάτων»). Παρά τις διαφορές τους, αμφότερες τείνουν να δεξιώνονται τον ποιητή ως κάποιον ευγενή μηχανορράφο που μετατρέπει την πολιτική αδυναμία σε ποιητική αρετή, εξίσου, όπως και ανάποδα, την ποιητική αδυναμία σε πολιτική αρετή: διατρανώνοντας περίπου ότι μόνο στην ποίηση ο άνθρωπος «μπορεί να βρει κάποιο φως για το αίνιγμα των πληγών του» (Βύρων Λεοντάρης).
Το πρόβλημα με αυτά τα ερμηνευτικά σχήματα περί πολιτικής ποίησης δεν είναι, απλώς, οι μεγαλόπνοες διατυπώσεις. Ουσιωδώς προβληματικό είναι ότι εξαϋλώνουν το συζητούμενο πεδίο, τόσο ώστε να μη μένει τίποτε αναλυτικά πρόσφορο ή ερμηνευτικά σημαντικό. Πολύ απλά, δεν μας δίνουν τη δυνατότητα να διακρίνουμε ούτε το πολιτικό εντός έργου (τι κάνει ένα έργο να είναι «πολιτικό»), ούτε το έργο έναντι άλλων έργων (τι κάνει ένα πολιτικό έργο να είναι «καλό»). Η σωτήρια διαίσθηση, πάντως, που τρέπει αρκετούς ποιητές και κριτικούς να αναζητούν το δυσεύρετο πολιτικό κλειδί του ποιήματος πέρα από τα προφανή, το υλικό, δηλαδή, ή τη θεματική του, διασώζει την ακόλουθη κρίσιμη ιδέα: Αν αληθεύει ότι «η τέχνη έχει τόσες πιθανότητες όσες η μορφή, όχι περισσότερες» (Τέοντορ Αντόρνο), αληθεύει ειδικότερα και το ότι η ποίηση έχει τόσες πιθανότητες να είναι πολιτική, όσες της επιτρέπει η προσίδια μορφή της.
Συζητώντας, λοιπόν, για «πολιτική ποίηση», δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο όρος μπορεί να έχει ουσιώδες νόημα μονάχα ενδογενώς προς το ποίημα: αν φωτίζει μεν τις «ύλες» του και τους «τρόπους» του, αλλά με άξονα τα ζητούμενα της ίδιας του της ολοκλήρωσης. Ενόψει των ανωτέρω, μου μοιάζει ανέφικτο να απαντήσει αισίως ο ποιητής στο ερώτημα με ποιον τρόπο γράφεται –ή γράφει ο ίδιος– πολιτική ποίηση, αν δεν έχει κατά νου ότι η ερώτηση αποκτά ευκρίνεια, μονάχα α) αρνούμενη την αυτοτέλειά της (δεν είναι διακριτή από το πώς, και υπό ποιες συνθήκες ευόδωσης, γράφεται ένα ποιητικό έργο) και β) τηρώντας το κέντρο βάρους στις απαντήσεις (μακράν του να είναι οι τυχόν πολιτικές ύλες ή αναφορές ενός ποιήματος τελεστής της αξίας του, είναι η ίδια η εμμενής άρθρωση ενός έργου που θα κατορθώσει και την οποία πολιτική σήμανσή του).
Αν το ποίημα αποτυγχάνει να μιλήσει πολιτικά «με όρους μορφής», το πιο πιθανό είναι να αποτυγχάνει εξίσου διπλά: τόσο ως πολιτικό όσο και ως ποίημα. Αντίστροφα, το αισθητικά κατορθωμένο ποίημα φέρει αναπόφευκτα και το «ίχνος της εποχής» του. Οπως το λέει, και πάλι, ο Αντόρνο: δεν στεκόμαστε πραγματικά αντάξιοι απέναντι στην Ενάτη του Μπετόβεν, αν δεν ακούμε ταυτόχρονα, εντός της, τόσο «τα καθαρά μουσικά γεγονότα», όσο και «την ηχώ της Γαλλικής Επανάστασης».
Σχολιάστε