Πώς θα ορίζατε το πολιτικό στην τέχνη σήμερα; Υπάρχει «καλή» ή «κακή» πολιτική τέχνη; Με ποιον τρόπο παίρνετε πολιτική θέση στο έργο σας;
Γιάννης Κωνσταντινίδης
Απόπειρα αποκωδικοποίησης ενός πατρογονικού «ούτε κι εγώ»
Το ερώτημα «τι είναι πολιτική τέχνη;» είναι μια διαρκής εκκρεμότητα που θα πλέει εσαεί ανεμπόδιστη και χωρίς άγκυρες στα βαθιά νερά της σκέψης (των ιστορικών της τέχνης πρωτίστως). Και είναι γεγονός ότι κάθε φορά που κάποιος αποπειράται να δώσει μια οριστική και κατά την κρίση του περισπούδαστη και εμπεριστατωμένη απάντηση, κάποιος άλλος εμφανίζεται, ηρεμισμένος από την κατεκτημένη αλήθεια του, για να αντιτείνει στον πρώτο, συνήθως μειλίχια και με επιφανειακή αταραξία, την μπανάλ αποστομωτική ερώτηση: «Μα, γιατί επιθυμείτε τόσο πολύ να την “κλείσετε” την έννοια με έναν ορισμό; Δεν βλέπετε γύρω σας ότι κάθε μορφή τέχνης είναι πολιτική τέχνη;». Και σε αυτήν τη δεύτερη ερώτηση η απάντηση είναι αναπόφευκτα σταθερή: «Ναι, βλέπω ότι σε κάθε περίπτωση θα μπορούσα, αν το ήθελα και αν το οικοδομούσα μόνος μου, ξεκινώντας από ένα οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο, να αγγίξω μια αναγωγή του σε πολιτικό επίπεδο. Αυτό δεν χωράει αμφιβολία, γιατί μου το επιβεβαιώνει η καθημερινότητά μου».
Και κάπως έτσι, ακολουθώντας αυτήν την ελαφρώς κυματοειδή πορεία, η έννοια «πολιτική τέχνη» απολαμβάνει η ίδια την αοριστία της ως ελευθερία και ως άλλοθι.
Στην Ελλάδα, βέβαια, η ζωή είναι πάντα πιο εύκολη, όσο κι αν αυτό δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό, επειδή τα πράγματα και οι έννοιες σερβίρονται με μια τραγανή κρούστα ορισμών, που τις περισσότερες φορές σχηματίζεται τυχαία, είναι «λεπτή» και δεν έχει πλούσια γεύση. Για κάποιον λόγο, όμως, αναγνωρίζεται «ως αν» διέθετε κάποιου είδους καθολική αξία. Αυτό συμβαίνει γιατί κάθε εποχή αφήνει πίσω της στον εντόπιο πολιτισμό κάποιες βεβαιότητες, ανεξάλειπτες σαν τις χαρακιές των παγετώνων πάνω στα σκληρά πετρώματα των Άλπεων. Έτσι, λοιπόν, ο όρος «πολιτική τέχνη» είναι εδώ, λόγω χρήσης και μόνο, συνυφασμένος με ένα φάσμα της τέχνης της Μεταπολίτευσης, το οποίο υπήρξε προωθητικό ιδεών – κυρίως πολιτικών, ή προωθητικό συλλογικού θρήνου, ή προωθητικό λειψανολατρείας ηθικών αξιών και άλλων ανάλογων ζητημάτων, που αφορούν ας πούμε το συλλογικό φαντασιακό και το συλλογικό υποσυνείδητο (αν, τελικά, υφίστανται πάντοτε αυτοί οι όροι και δεν έχουν υποκατασταθεί οι λειτουργίες τους από εκείνην μιας νωχελικής και αδιάφορης, ανερμάτιστης κοινής γνώμης, με χρόνια διανοητική δυσκοιλιότητα και κουρασμένες κεραίες).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο όρος «πολιτική τέχνη» στην Ελλάδα φέρει την τραγανή κρούστα του, που περιορίζει τον λειτουργικό ρόλο του στην προώθηση (ή και διακήρυξη) ιδεών και θέσεων. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι ο όρος γίνεται πιο εύκολα ανιχνεύσιμος και αντιληπτός. Ταυτόχρονα, όμως, γίνεται μια προκρούστεια κλίνη στην οποία πετσοκόβεται ό,τι άλλο θα μπορούσε να περιλαμβάνεται. Πιο συγκεκριμένα, δεν εμπίπτει στον ορισμό η αφηγηματικού τύπου τέχνη που αντικείμενό της είναι οι καταστάσεις και οι συνθήκες στις οποίες περιέρχεται ή εμπλέκεται η ανθρώπινη φύση και εξαιτίας τους πάσχει.
Ούτε χωράει σ’ αυτόν η τέχνη που με εργαλείο την εκάστοτε και κατά την κρίση της «ονειροφαντασία» δηλώνει ευθαρσώς ότι διεκδικεί αναγνώριση για τη συνεισφορά της στην αναζήτηση της ουτοπίας.
Πέρα από αυτά, στην εποχή των σέλφι και της απόδοσης παγκόσμιας εμβέλειας στην αυτοναφορά, η «προκρούστεια κλίνη» του όρου «πολιτική τέχνη», όπως αυτός σταράτα διαμορφώθηκε στην αρχή της Μεταπολίτευσης, ξεσκαρτάρει και το αδιαίρετο μόριο της υποκειμενικότητας ως κάτι που θα μπορούσε να ορίζεται πολιτικό στην τέχνη σήμερα.
Από τα παραπάνω, το ανεστραμμένης φοράς συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως ό,τι θεωρείτο «πολιτικό» στην τέχνη πριν από 45 περίπου χρόνια, σήμερα, λόγω της ανημποριάς του να καλύψει τις ανάγκες της εποχής, φαντάζει κυρίως γραφικό.
Ποιες είναι, όμως, οι πραγματικές ανάγκες της σημερινής εποχής που δεν ικανοποιούνται από την «παραδοσιακή» αντίληψη για την πολιτική τέχνη»; Δεν είναι λίγες για να τις απαριθμήσει κανείς, αλλά μοιάζουν σαν να είναι όλες παρακλάδια ενός μόνο προβλήματος, που στις μέρες μας ειδικά γίνεται ακόμα πιο ανάγλυφο και αισθητό και είναι η διάλυση του κοινωνικού δεσμού. Το άλλοτε αυτονόητο, πλέον ευπαθέστερο και εντελώς ανίσχυρο ίδιον του ανθρώπου. Αυτό που γίνεται αίτιο συγκρότησης μιας κοινωνίας, χωρίς την οποία οποιαδήποτε κουβέντα για το «πολιτικό» δεν έχει σπουδαίο λόγο ύπαρξης. Η διάλυση του κοινωνικού δεσμού είναι το κρυφό κόστος της προοδευτικής ολοκληρωτικής εδραίωσης του ατομικισμού.
Ως εκ τούτου, ό,τι υπερασπίζεται τον κοινωνικό δεσμό στο φάσμα της τέχνης είναι πολιτικό, γιατί υπερασπίζεται τη συγκρότηση κοινωνίας όπως ορίζεται από την ιστορία της ανθρωπότητας, και όχι όπως ορίζεται ως εκφυλισμός της σε «ανίερη συμμαχία», η οποία παράγεται μόνο από μηχανισμούς «οικονομοποίησης» του κοινωνικού δεσμού, που είναι διαβρωτικοί κάθε ηθικής βάσης που τον συνιστά.
Ο καλλιτέχνης που υπερασπίζεται τον κοινωνικό δεσμό μέσα από το έργο του, τοποθετώντας σε αυτό το δικό του προσωπικό punctum –το ειλικρινές δράμα του που τον εξωθεί κάθε φορά σε μια μετουσίωσή του μέσω της τέχνης – παράγει «μάλλον καλή» πολιτική τέχνη.
Ο καλλιτέχνης ο οποίος παράγει «μάλλον κακή» πολιτική τέχνη είναι εκείνος που, τελικά, προκύπτει ότι δεν πιστεύει σε αυτά που δηλώνει ότι πιστεύει (για να αξιοποιηθεί εδώ ένα μεγάλο δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, το οποίο είχε εντοπίσει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ στη διάλεξή του στο ΕΜΠ τον Δεκέμβριο του 2010). Ως προς αυτό, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τέτοιος είναι κάθε καλλιτέχνης που καταλαμβάνει «θέση Πικάσο» στο σκοτεινό δίπολο που ορίζει η διαβόητη παραδοξολογία του Σαλβαντόρ Νταλί: «Ο Πικάσο είναι κομμουνιστής. Ούτε κι εγώ».
Αυτή η χαριτωμένη ειρωνική ρήση, παρά την αρχική της πρόθεση, αφήνει να διαφανεί (ειδικά έτσι όπως παρατίθεται εδώ, απομονωμένη από το συγκείμενό της) μια ενδιαφέρουσα αμφισβήτηση μετά μομφής, ενός ζητήματος πίστης του Πικάσο σε κάτι που αφορούσε τον ίδιο του τον εαυτό. Και πράγματι, αρκετές νεότερες εκτιμήσεις καταλήγουν ότι αυτό που οδήγησε τον Πικάσο στην «πολιτικοποίησή» του και κατ’ επέκταση σε εκείνη της τέχνης του ήταν ίσως ένας απλός κοινότατος καιροσκοπισμός, ή μια έλξη προς την τότε πολιτική μόδα, ή ίσως ένα αγνό και ειλικρινές «γιατί όχι;» που είναι η κατεξοχήν ύπουλη λογική παγίδα, κάθε φορά που η επιθυμία παραμένει χλιαρή. Κι αν αυτοπαραπλανήθηκε ο Πικάσο, γιατί να μη συμβεί αυτό και σε οποιονδήποτε άλλον;
Κατόπιν όλων των παραπάνω, μια απάντηση που θα μπορούσε να κριθεί ικανοποιητική στην επόμενη αδυσώπητη ερώτηση σε διαρκή εκκρεμότητα: «Με ποιον τρόπο παίρνετε πολιτική θέση στο έργο σας;», θα ήταν: «Με το να επιθυμώ πραγματικά να υπερασπίζομαι τον κοινωνικό δεσμό».
Σχολιάστε