Robin Wall Kimmerer
μετάφραση: Χρήστος Σακελλαρίδης
Για να είσαι γηγενής ενός τόπου, πρέπει να μάθεις να μιλάς τη γλώσσα του.
Έρχομαι εδώ για να ακούσω, να κουρνιάσω στις κυρτές ρίζες, σε μια απαλή κουφάλα από πευκοβελόνες, να ακουμπήσω τα κόκκαλά μου στη στήλη της λευκής πεύκης, να σβήσω τη φωνή στο κεφάλι μου μέχρι να μπορέσω να ακούσω τις φωνές έξω από αυτό: το σσσσς του ανέμου στις βελόνες, το νερό που κυλάει πάνω στην πέτρα, το ράμφισμα του δεντροτσοπανάκου, τους ταμιοσκίουρους που σκάβουν, τον καρπό της οξιάς που πέφτει, το κουνούπι στο αυτί μου και κάτι ακόμα – κάτι που δεν είμαι εγώ, κάτι για το οποίο δεν έχουμε γλώσσα, τη δίχως-λέξη ύπαρξη των άλλων, μέσα στην οποία δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Μετά τον τυμπανισμό της καρδιάς της μητέρας μου, αυτός ο ήχος ήταν η πρώτη μου γλώσσα.
Θα μπορούσα να περάσω όλη την ημέρα μου να ακούω. Και μια ολόκληρη νύχτα. Και το πρωί, χωρίς να το έχω αντιληφθεί, ίσως να υπήρχε ένα μανιτάρι, το οποίο δεν ήταν εκεί την προηγούμενη νύχτα, άσπρο σαν κρέμα, που σπρώχθηκε προς τα πάνω μέσα από το μαυρόχωμα και τις πευκοβελόνες, ερχόμενο από το σκοτάδι προς το φως, να αστράφτει ακόμη με το υγρό της ανάδυσής του. Παουποουι.
Όταν ανοίγουμε τα αυτιά μας σε άγρια τοπία, γινόμαστε ακροάτριες και ακροατές σε συζητήσεις που γίνονται σε μια γλώσσα που δεν είναι δική μας. Σκέφτομαι τώρα ότι ήταν η επιθυμία να κατανοήσω τη γλώσσα που ακούω στο δάσος η οποία με οδήγησε στην επιστήμη, στο να μάθω μέσα στα χρόνια να μιλάω με ευχέρεια τα Βοτανικά. Μια γλώσσα που δεν πρέπει, παρεμπιπτόντως, να την μπερδεύουμε με τη γλώσσα των φυτών. Έμαθα μια άλλη γλώσσα μέσα από την επιστήμη, βέβαια, εκείνη της προσεκτικής παρακολούθησης, ένα οικείο λεξιλόγιο που κατονομάζει κάθε μικρό κομμάτι. Για να κατονομάσεις και να περιγράψεις, πρέπει πρώτα από όλα να δεις, και η επιστήμη ακονίζει την αίσθηση της όρασης. Τιμάω τη δύναμη αυτής της γλώσσας που έχει γίνει η δεύτερή μου γλώσσα. Όμως κάτω από τον πλούτο του λεξιλογίου της και της περιγραφικής της δύναμης, κάτι λείπει, το ίδιο πράγμα που στριφογυρίζει γύρω σου και μέσα σου όταν ακούς τον κόσμο. Η επιστήμη μπορεί να γίνει μια αποστασιοποιημένη γλώσσα η οποία μειώνει ένα ον στα επιμέρους του δομικά μέρη – είναι μια γλώσσα αντικειμένων. Η γλώσσα την οποία μιλάνε οι επιστήμονες, όσο ακριβής κι αν είναι, βασίζεται σε ένα βαθύ γραμματικό σφάλμα, μια παράβλεψη, μια σοβαρή απώλεια στη μετάφραση από τις αυτόχθονες γλώσσες αυτών των ακτών.
Η πρώτη μου γεύση αυτής της απούσας γλώσσας ήταν η λέξη Παουποουι στα χείλη μου. Έπεσα τυχαία επάνω της σε ένα βιβλίο γραμμένο από την Ανισινάμπε εθνοβοτανολόγο Κιουαιηντινοκουεϊ, σε μια διατριβή για τους παραδοσιακούς τρόπους με τους οποίους η φυλή μας χρησιμοποιεί τους μύκητες. Η λέξη Παουποουι, εξηγούσε, μεταφράζεται ως «η δύναμη που κάνει τα μανιτάρια να αναδυθούν από τη γη μέσα σε μια νύχτα». Ως βιολόγος, έμεινα έκπληκτη από το γεγονός ότι υπήρχε μια τέτοια λέξη. Σε όλο το τεχνικό της λεξιλόγιο, η Δυτική επιστήμη δεν έχει κανέναν τέτοιο όρο, καμία λέξη που να συγκρατεί αυτό το μυστήριο. Θα περίμενε κανείς ότι, από όλους τους ανθρώπους, οι βιολόγοι θα ήταν αυτοί που θα είχαν λέξεις για τη ζωή. Όμως στην επιστημονική γλώσσα, η ορολογία μας χρησιμοποιείται για να θέσει τα όρια της γνώσης μας. Αυτό που βρίσκεται πέρα από την αντίληψή μας παραμένει άγνωστο, δίχως όνομα.
Στις τρεις συλλαβές αυτής της καινούργιας λέξης, μπορούσα να διακρίνω μια ολόκληρη διαδικασία προσεκτικής παρατήρησης στο υγρό πρωινό δάσος, τη διαμόρφωση μιας θεωρίας για την οποία τα Αγγλικά δεν έχουν ισοδύναμο. Οι ποιητές αυτής της λέξης αντιλαμβάνονταν έναν κόσμο ύπαρξης, γεμάτο αόρατες ενέργειες που εμψυχώνουν τα πάντα. Την έχω κρατήσει σαν φυλαχτό μέσα μου για χρόνια, νιώθοντας πόθο για τους ανθρώπους που έδωσαν όνομα στη ζωϊκή δύναμη των μανιταριών. Η γλώσσα στην οποία ανήκει η λέξη παουποουι είναι μια γλώσσα που ήθελα να μιλήσω. Έτσι όταν έμαθα ότι η λέξη για την ανάδυση και την ανύψωση αυτή ανήκει στη γλώσσα των προγόνων μου, βρήκα το δρόμο.
Αν τα γεγονότα της Ιστορίας ήταν διαφορετικά, είναι πολύ πιθανό ότι θα μιλούσα Μποντεουαντμινουιν, ή Ποταουατομι, μια γλώσσα των Ανισινάμπε. Όμως, όπως πολλές από τις τριακόσιες πενήντα αυτόχθονες γλώσσες της Αμερικανικής ηπείρου, τα Ποταουατομι απειλούνται με εξαφάνιση, και εγώ μιλάω τη γλώσσα που διαβάζετε. Οι δυνάμεις της αφομοίωσης έκαναν τη δουλειά τους, καθώς η ευκαιρία μου να ακούσω εκείνη τη γλώσσα, και η δική σας ευκαιρία, ξεπλύθηκε από τα στόματα των παιδιών ‘Ινδιάνων’ σε κυβερνητικά οικοτροφεία, όπου το να μιλάς τη μητρική σου γλώσσα ήταν απαγορευμένο.
Παιδιά όπως τον παππού μου, τον οποίο απομάκρυναν από την οικογένειά του όταν ήταν μόλις εννέα χρονών. Η ιστορία αυτή σκόρπισε όχι μόνο τις λέξεις μας αλλά και την ίδια τη φυλή μας. Σήμερα ζω μακρυά από τον καταυλισμό μας, οπότε ακόμα και αν μπορούσα να μιλήσω τη γλώσσα, δεν θα είχα κανέναν με τον οποίο να συνομιλήσω. Όμως στην ετήσια μάζωξη της φυλής πριν από μερικά καλοκαίρια έλαβε χώρα ένα μάθημα γλώσσας, και μπήκα δειλά στη σκηνή για να ακούσω.
Υπήρχε αρκετά μεγάλος ενθουσιασμός για το μάθημα αυτό γιατί, για πρώτη φορά, όλοι οι άνθρωποι που μιλούν άπταιστα τη γλώσσα της φυλής μας θα ήταν εκεί για να μας διδάξουν. Όταν τους κάλεσαν να κάτσουν στις καρέκλες του κεντρικού κύκλου, κινούνταν με αργές κινήσεις – με μαγκούρες, στηρίγματα και καροτσάκια, λίγοι μονάχα με τη δική τους δύναμη. Τους μέτρησα καθώς κάθονταν σιγά σιγά στις θέσεις τους. Εννέα. Εννέα ομιλητές της γλώσσας μας με μητρική ευχέρεια. Σε όλο τον κόσμο. Η γλώσσα μας, που πήρε χιλιάδες χρόνια να φτιαχτεί, κάθεται σε αυτές τις εννέα καρέκλες. Οι λέξεις που επαινούσαν τη δημιουργία, που αφηγούνταν τις ιστορίες, που νανούριζαν τους προγόνους μου, σήμερα βρίσκονται στα στόματα εννέα πολύ θνητών ανδρών και γυναικών. Ο καθένας και η καθεμία με τη σειρά τους απευθύνθηκε σε ένα μικρό γκρουπ πιθανών μαθητών και μαθητριών.
Ένας άνδρας με μακριές γκρίζες πλεξούδες εξιστορεί το πώς η μητέρα του τον έκρυψε όταν οι «εκπρόσωποι στους Ινδιάνους» ήρθαν για να πάρουν τα παιδιά. Απέφυγε το οικοτροφείο κρυμμένος στην πλατιά όχθη δίπλα στο ρυάκι το οποίο κάλυπτε τον ήχο από το κλάμα του. Όλα τα υπόλοιπα παιδιά τα πήραν και τους έπλυναν το στόμα με σαπούνι, ή χειρότερα πράγματα, επειδή «μιλούσαν αυτή τη βρόμικη Ινδιάνικη γλώσσα». Επειδή μόνο αυτός έμεινε σπίτι και μεγάλωσε αποκαλώντας τα φυτά και τα ζώα με τα ονόματα που τους δόθηκαν από την/τον Δημιουργό, βρίσκεται εδώ σήμερα, κουβαλητής της γλώσσας. Οι μηχανές της αφομοίωσης δούλεψαν καλά. Τα μάτια του ομιλητή αστράφτουν ενώ μας λέει «Είμαστε το τέλος του δρόμου. Είμαστε το μόνο που έχει απομείνει. Αν δεν μάθετε εσείς οι νέοι, η γλώσσα θα πεθάνει. Οι ιεραπόστολοι και η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα έχουν επιτέλους καταφέρει την νίκη που θέλουν.»
Μια προ-γιαγιά από τον κύκλο σέρνει το Π της κοντά στο μικρόφωνο. «Δεν είναι μόνο οι λέξεις που θα χαθούν», λέει. «Η γλώσσα είναι η καρδιά του πολιτισμού μας· περιέχει τις σκέψεις μας, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Τα Αγγλικά δεν μπορούν να εξηγήσουν την ομορφιά του». Παουπόουι.
Ο Τζιμ Θάντερ, που στα εβδομηνταπέντε του είναι ο νεότερος από τους ομιλητές, είναι ένας εύσωμος σκουρόχρωμος άνδρας με σοβαρό ανάστημα, ο οποίος μίλησε μονάχα στα Ποταουατομι. Ξεκίνησε με σοβαρό ύφος, όμως καθώς ζεστάθηκε με το θέμα, η φωνή του υφώθηκε σαν το αεράκι στις σημύδες και τα χέρια του ξεκίνησαν να λένε την ιστορία. Γινόταν όλο και πιο παραστατικός, στέκοντας όρθιος, κρατώντας μας σιωπηλούς και μαγεμένους, παρά το ότι κανείς μας δεν καταλάβαινε λέξη. Σταμάτησε σαν να είχε φτάσει στο τέλος της ιστορίας του και κοίταξε το ακροατήριό του με μια σπίθα αναμονής. Μία από τις γιαγιάδες πίσω του κάλυψε με το χέρι της το το χαχανητό της και το αυστηρό του πρόσωπο ξαφνικά μετατράπηκε σε ένα χαμόγελο μεγάλο και γλυκό σαν ένα κομμάτι καρπούζι. Διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια και οι γιαγιάδες σκούπισαν τα δάκρυά απ΄τα γέλια, κρατώντας τα πλευρά τους, καθώς οι υπόλοιποι κοιτούσαμε με απορία. Όταν τα γέλια υποχώρησαν, μίλησε επιτέλους στα αγγλικά. «Τι θα συμβεί σε ένα ανέκδοτο όταν δε θα υπάρχει κανείς πια να το ακούσει; Πόσο μόνες τους θα είναι αυτές οι λέξεις, όταν η δύναμή τους φύγει. Που θα πάνε; Εκεί πέρα μακρυά να σμίξουν με τις ιστορίες που δεν μπορούν ποτέ πια να ξαναειπωθούν.»
Έτσι το σπίτι μου τώρα είναι γεμάτο από εδώ κι απο εκεί με αυτοκόλλητα χαρτάκια σε μια άλλη γλώσσα, σαν να προετοιμάζομαι για ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Αλλά δεν φεύγω για κάπου αλλού· επιστρέφω στην καταγωγή μου.
Νι πι τζε εζχαηεν; με ρωτά το μικρό κίτρινο χαρτάκι στην πίσω πόρτα του σπιτιού. Τα χέρια μου είναι γεμάτα και έχω βάλει μπροστά το αυτοκίνητο, όμως μεταφέρω την τσάντα μου στον άλλο γοφό και σταματάω αρκετή ώρα ούτως ώστε να απαντήσω. Οντανεκ νντε ζυια, πάω στην πόλη. Κι έτσι κάνω, στη δουλειά, στα μαθήματα, σε συναντήσεις, στην τράπεζα, στο μανάβικο. Μιλάω όλη μέρα και κάποιες φορές όλη νύχτα στην όμορφη γλώσσα μέσα στην οποία γεννήθηκα, την ίδια που χρησιμοποιείται από το 70 τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού, μια γλώσσα που θεωρείται η πιο χρήσιμη, με το πιο πλούσιο λεξιλόγιο στον σύγχρονο κόσμο: τα Αγγλικά. Όταν γυρνάω τα βράδυα στο ήσυχο σπίτι μου, υπάρχει ένα σταθερό χαρτάκι στην πόρτα της ντουλάπας μου. Γκισκεν η γμπισκεουαγκεν. Κι έτσι βγάζω το παλτό μου.
Μαγειρεύω για βραδινό, πιάνοντας κουζινικά από τα ντουλάπια με τις ετικέτες εμκουάνεν, νάγκεν. Έχω γίνει μια γυναίκα που μιλάει Ποταουατομι σε οικειακά αντικείμενα. Όταν χτυπάει το τηλέφωνο, σχεδόν δεν κοιτάω καθόλου το χαρτάκι πάνω του καθώς ντοπνώνω το γκικτογκαν. Και είτε βρίσκεται στην άλλη άκρη του ακουστικού ο/η δικηγόρος μου ή μια/ένας φίλη/ος, όλοι μιλάνε Αγγλικά. Μια φορά την εβδομάδα περίπου, είναι η αδελφή μου από τη Δυτική Ακτή που μου λέει μπόζζο. Μοκτδεουενκουε νντα – λες και χρειάζεται να ταυτοποιηθεί: ποιός άλλος μιλάει Ποταουατομι; Το να λέω ‘μιλάει’ είναι μάλλον υπερβολή. Στ’ αλήθεια το μόνο που κάνουμε είναι να ξεστομίζουμε ανάμεικτες φράσεις η μία στην άλλη σε μια παρωδία συνομιλίας. Πώς είσαι; Είμαι καλά. Πάω πόλη. Δω πουλί. Κόκκινο. Τηγανόψωμο ωραίο. Ακουγόμαστε σαν το κομμάτι του Τόντο στον Χολιγουντιανό του διάλογο με τον Λόου Ρέιντζερ. «Εγώ μιλάει καλό Ινδιάνο τρόπο». Τις σπάνιες φορές που καταφέρνουμε να αρθρώσουμε μια ημι-συνεκτική σκέψη, εντάσσουμε ελεύθερα Ισπανικές λέξεις από το γυμνάσιο για να γεμίσουμε τα κενά, δημιουργώντας μια γλώσσα που αποκαλούμε Ισπαναουατομι.
Τις Τρίτες και τις Πέμπτες στις 12:15 ώρα της Οκλαχόμα, συνδέομαι για το μεσημεριανό μάθημα εκμάθησης Ποταουατομι που μεταδίδεται από την έδρα της φυλής μέσω Ίντερνετ. Είμαστε συνήθως περίπου δέκα άτομα από διαφορετικές πολιτείες σε όλη τη χώρα. Μαζί μαθαίνουμε πώς να μετράμε και να λέμε «μου δίνεις το αλάτι;». Κάποιος/α ρωτάει, «Πώς λέμε σε παρακαλώ μου δίνεις το αλάτι;» Ο καθηγητής μας, ο Τζάστιν Νήλ, ένας νεαρός άνδρας που είναι αφοσιωμένος στην αναβίωση της γλώσσας, εξηγεί ότι ενώ υπάρχουν πολλές διαφορετικές λέξεις για το ευχαριστώ, δεν υπάρχει καμμία λέξη για το παρακαλώ. Θεωρούνταν αυτονόητο ότι το φαγητό θα μοιραζόταν, χωρίς να υπάρχει λόγος για περαιτέρω κοσμιότητα· ήταν απλά πολιτισμικό δεδομένο ότι κάποιος/α ζητούσε κάτι με σεβασμό. Οι ιεραπόστολοι παρερμήνευσαν αυτήν την απουσία ως επιπλέον απόδειξη απολίτιστων τρόπων.
Πολλές βραδυές, ενώ θα έπρεπε να διορθώνω γραπτά ή να πληρώνω λογαριασμούς, κάθομαι στον υπολογιστή και λύνω ασκήσεις στα Ποταουατομι. Έπειτα από μήνες, έχω μάθει καλά το λεξιλόγιο του νηπιαγωγείου και μπορώ με ευκολία να ενώσω τις εικόνες των ζώων με τα αυτόχθονα ονόματά τους. Μου θυμίζει όταν διάβαζα βιβλιαράκια με εικόνες στα παιδιά μου. «Δείξε μου τον σκίουρο. Που είναι το λαγουδάκι;» Όλη την ώρα λέω στον εαυτό μου ότι στην πραγματικότητα δεν έχω χρόνο για αυτό, και πιο πολύ, σχεδόν καμμία ανάγκη να γνωρίζω τις λέξεις σκουμπρί ή αλεπού ούτως ή άλλως. Αφού η φυλή μας έχει σκορπιστεί στους τέσσερις ανέμους, με ποιον θα μιλούσα;
Οι απλές φράσεις που μαθαίνω είναι τέλειες για το σκυλί μου. Κάτσε! Φάε! Έλα εδώ! Ησυχία! Όμως, επειδή σπάνια αντιδράει σε αυτές τις προσταγές στα αγγλικά, διστάζω να την εκπαιδεύσω να είναι δίγλωσση. Μια/ένας φοιτήτρια/της που με θαύμαζε κάποτε με ρώτησε αν μιλούσα την μητρική μου γλώσσα. Μπήκα στον πειρασμό να απαντήσω «Ω ναι, μιλάμε Ποταουατομι στο σπίτι» –εγώ, το σκυλί και τα ποστ-ιτ. Ο καθηγητής μας μάς λέει να μην πτοούμαστε και μας ευχαριστεί κάθε φορά που λέγεται μια λέξη· μας ευχαριστεί που δίνουμε ζωντανή πνοή στη γλώσσα, ακόμα κι αν το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι μια λέξη. «Μα δεν έχω κανέναν με τον οποίο να μιλήσω», παραπονιέμαι. «Κανείς μας δεν έχει», με καθησυχάζει, «αλλά μια μέρα θα έχουμε».
Έτσι μαθαίνω ευσυνείδητα το λεξιλόγιο μου, όμως το βρίσκω δύσκολο να δω «την καρδιά του πολιτισμού μας» στο να μεταφράζω το κρεβάτι και τον νιπτήρα στα Ποταουατομι. Το να μάθω ουσιαστικά ήταν αρκετά εύκολο· στην τελική, είχα μάθει χιλιάδες βοτανολογικές ονομασίες και επιστημονικούς όρους. Συμπέρανα ότι αυτό δεν θα ήταν και πολύ διαφορετικό, απλά μια αναπλήρωση ένα-προς-ενα, μια αποστήθιση. Τουλάχιστον στο χαρτί, όπου μπορείς να δεις τα γράμματα, αυτό ισχύει. Το να ακούς όμως τη γλώσσα είναι μια διαφορετική ιστορία. Υπάρχουν λιγότερα γράμματα στο αλφάβητό μας, κι έτσι η διαφορές μεταξύ των λέξεων για έναν/μία αρχάριο είναι συχνά λεπτές. Με τις όμορφες συστάδες των συμφώνων ζς και μπ και σχουέ και κουέ και μσχκ η γλώσσα μας ακούγεται σαν τον άνεμο στα πεύκα και νερό που κυλά πάνω στις πέτρες, ήχους που ήταν πιο διακριτά οικείοι στο αυτί μας στο παρελθόν, αλλά όχι πια. Για να μάθει κανείς ξανά, πρέπει στ’ αλήθεια να ακούσει.
Για να καταφέρεις πραγματικά να μιλήσεις μια γλώσσα, φυσικά, χρειάζεσαι ρήματα, και εδώ είναι που η νηπιαγωγική μου ευχέρεια στο να κατονομάζω πράγματα υπολείπεται. Τα αγγλικά είναι μια γλώσσα που βασίζεται στα ουσιαστικά, στοιχείο που ταιριάζει σε έναν πολιτισμό τόσο εμμονικό με τα πράγματα. Μόνο το 30 τοις εκατό των αγγλικών λέξεων είναι ρήματα, όμως στα Ποταουατομι αυτό το ποσοστό είναι 70 τοις εκατό. Που σημαίνει ότι το 70 τοις εκατό των λέξεων πρέπει να κλίνονται, και το 70 τοις εκατό έχουν διαφορετικούς χρόνους και πτώσεις που πρέπει να γνωρίζει κανείς καλά.
Οι Ευρωπαϊκές γλώσσες συχνά ορίζουν φύλο στα ουσιαστικά, όμως τα Ποταουατομι δεν χωρίζουν τον κόσμο σε αρσενικό και θηλυκό. Τα ουσιαστικά και τα ρήματα είναι και τα δύο έμψυχα ή άψυχα. Ακούς έναν άνθρωπο με μια λέξη που είναι εντελώς διαφορετική από τη λέξη με την οποία ακούς ένα αεροπλάνο. Οι αντωνυμίες, τα άρθρα, οι πληθυντικοί, οι δεικτικές αντωνυμίες, τα ρήματα –όλα αυτά τα συντακτικά μέρη που δεν μπορούσα ποτέ να έχω ξεκάθαρα κατά νου στα αγγλικά στο σχολείο– είναι όλα στοιχειοθετημένα στα Ποταουατομι για να προσφέρουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους να μιλήσει κανείς για τον έμψυχο και τον άψυχο κόσμο. Διαφορετικές μορφές ρημάτων, διαφορετικοί πληθυντικοί, όλα εφαρμόζονται διαφορετικά ανάλογα με το αν αυτό για το οποίο μιλάς είναι ζωντανό.
Να γιατί υπάρχουν πλέον μόνο εννιά άνθρωποι που τα μιλάνε! Προσπαθώ, αλλά η περιπλοκότητα μου προκαλεί πονοκέφαλο και τα αυτιά μου μπορούν μετά βίας να ξεχωρίσουν μεταξύ λέξεων που σημαίνουν εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μία/Ένας από τις/τους δασκάλες/ους μας καθησυχάζει ότι όλα αυτά θα μας έρθουν με την εξάσκηση, όμως ένα γηραιότερο μέλος παραδέχεται ότι αυτές οι κοντινές ομοιότητες λέξεων είναι εγγενή στοιχεία της γλώσσας. Όπως μας υπενθυμίζει ο Στιούαρτ Κινγκ, ένας γνώστης και μεγάλος δάσκαλος, η Δημιουργία ήθελε να γελάμε, έτσι το χιούμορ είναι έμφυτο επίτηδες και στο συντακτικό. Ακόμα και ένα μικρό σφάλμα στην άρθρωση μπορεί να μετατρέψει τη φράση «Χρειαζόμαστε περισσότερα ξύλα για τη φωτιά» σε «Βγάλε τα ρούχα σου». Πράγματι, έμαθα ότι η υπερφυσική λέξη παουποουι δεν χρησιμοποιείται μόνο για τα μανιτάρια, αλλά και για κάποια άλλα κοντάρια που σηκώνονται μυστηριωδώς τα βράδυα.
Ένα παλιό χριστουγεννιάτικο δώρο από την αδελφή μου ήταν ένα σετ από τετράγωνα μαγνητάκια για το ψυγείο στα Οτζιμπουε, ή Ανισιναμπεμοουιν, μια γλώσσα πολύ κοντινή στα Ποταουατομι. Τα έθεσα σκόρπια στο τραπέζι της κουζίνας μου ψάχνοντας για γνωστές λέξεις, αλλά όσο περισσότερο κοιτούσα τόσο πιο πολύ αγχωνόμουν. Ανάμεσα στα εκατό και κάτι τετράγωνα, δεν υπήρχε παρά μόνο μία λέξη που αναγνώριζα: μεγκουετς, ευχαριστώ. Το αμυδρό αίσθημα της επιτυχίας από τους μήνες προσπάθειας εκμάθησης έγινε καπνός σε μια στιγμή.
Θυμάμαι να ξεφυλλίζω το λεξικό των Οτζιμπουε που μου είχε στείλει, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τα μαγνητάκια, αλλά δεν υπήρχε πάντα αντιστοιχία με την ορθογραφία και τα γράμματα ήταν πολύ μικρά και υπήρχαν υπερβολικά πολλές παραλλαγές για κάθε μία λέξη και ένοιωθα ότι όλο αυτό ήταν απλά πανδύσκολο. Τα νήματα γίνονταν κόμπος στον εγκέφαλό μου και όσο πιο πολύ προσπαθούσα τόσο πιο σφιχτά δένονταν μεταξύ τους. Οι σελίδες θόλωναν και τα μάτια μου εστίασαν σε μια λέξη, ένα ρήμα, φυσικά: «Το να είσαι Σάββατο». Πφφ! Πέταξα το βιβλίο στο πάτωμα. Από πότε το Σάββατο είναι ρήμα; Όλοι ξέρουν ότι είναι ουσιαστικό. Έπιασα πάλι το λεξικό και γύρισα κι άλλες σελίδες, με κάθε λογής πράγματα να είναι ρήματα: «το να είσαι λόφος», «το να είσαι κόκκινο/η/ος», «το να είσαι μια μακρυά παραλία με αμμουδιά», και τελικά το δάχτυλό μου έμεινε στη λέξη ουιηκουεγκαμαα: «το να είσαι κόλπος». «Γελοίο!» σκέφτηκα εκνευρισμένα. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είναι τόσο πολύπλοκο. Φυσικά και δεν τα μιλάει κανείς. Μια δυσβάσταχτη γλώσσα, αδύνατο να μαθευτεί, και πέραν τούτου, είναι όλα λάθος. Ένας κόλπος είναι οπωσδήποτε ένα άτομο, τόπος ή πράγμα – ένα ουσιαστικό κι όχι ένα ρήμα». Ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω. Είχα μάθει μερικές λέξεις, είχα κάνει το καθήκον μου προς τη γλώσσα που είχε κλαπεί από τον παππού μου. Ω, τα φαντάσματα των ιεραποστόλων θα έπρεπε να τρίβουν τα χέρια τους με χαρά βλέποντας την αγανάκτησή μου. «Θα παραδοθεί,» έλεγαν.
Και τότε ορκίζομαι ότι άκουσα το ζαπ από την ενεργοποίηση των συνάψεών μου. Ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε το χέρι μου μέχρι το δάχτυλο, και σχεδόν έκαψε τη σελίδα όπου βρισκόταν αυτή η λέξη. Εκείνη τη στιγμή μπορούσα να μυρίσω το νερό στον κόλπο, να το δω να χτυπάει και να πέφτει στην ακτή και να το ακούω να εισέρχεται στην άμμο. Ένας κόλπος είναι ουσιαστικό μόνο εάν το νερό είναι νεκρό. Όταν ο κόλπος είναι ουσιαστικό, ορίζεται από τους ανθρώπους, παγιδευμένος ανάμεσα σε ακτές και περιορισμένος από τη λέξη. Όμως η λέξη ουιηκουεγκαμαα –το να είσαι κόλπος– απελευθερώνει το νερό από τα δεσμά του και το αφήνει να ζήσει. «Το να είσαι κόλπος» περιέχει το θαύμα ότι, για αυτήν εδώ τη στιγμή, το έμβιο νερό έχει αποφασίσει να προστατεύσει τον εαυτό του εντός αυτών των ακτών, να συνομιλήσει με τις ρίζες των κέδρων και τα σμήνη από θαλασσοπρίστες. Επειδή θα μπορούσε να είχε πράξει αλλιώς –να γίνει ρυάκι ή ωκεανός ή καταρράκτης– και υπάρχουν ρήματα και για αυτά. Το να είσαι λόφος, το να είσαι ακτή, το να είσαι Σάββατο, όλα είναι πιθανά ρήματα σε έναν κόσμο ο οποίος είναι ζωντανός. Το νερό, η γη, ακόμα και μια μέρα, η γλώσσα δρα ως ένας καθρέφτης για να μπορείς να δεις την εμψυχότητα του κόσμου, τη ζωή που διαπερνά και πάλλεται μέσα σε όλα τα πράγματα, μέσα στα πεύκα και τους δεντροτσοπανάκους και τα μανιτάρια. Αυτή είναι η γλώσσα που ακούω στο δάσος· αυτή είναι η γλώσσα που μας αφήνει να μιλήσουμε για αυτό που αναδύεται τριγύρω μας. Και τα κατάλοιπα των οικοτροφείων, τα στοιχειά των ιεραποστόλων με τα σαπούνια στο χέρι, κρεμάνε τα κεφάλια τους ηττημένα.
Αυτή είναι η γραμματική της εμψυχότητας. Φανταστείτε τη γιαγιά σας να στέκεται μπροστά από το τσουκάλι με την ποδιά της και να λέτε για αυτήν «Κοίτα, αυτό φτιάχνει σούπα. Αυτό έχει άσπρα μαλλιά». Ίσως να χαχανίζαμε με ένα τέτοιο λάθος, αλλά μας φέρνει επίσης σε αμηχανία. Στα αγγλικά, δεν αναφερόμαστε ποτέ σε ένα μέλος της οικογένειάς μας, ή και σε οποιονδήποτε, βασικά, ως αυτό. Θα ήταν ένα εξαιρετικά σοβαρό δείγμα έλλειψης σεβασμού. Η λέξη αυτό κλέβει από το άτομο την εαυτότητά και την συγγένεια, μειώνοντας ένα άτομο σε απλό πράγμα. Το ίδιο ισχύει και στα Ποταουατομι και σε άλλες αυτόχθονες γλώσσες, γι’ αυτό χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις για να απευθυνθούμε στον έμψυχο κόσμο με αυτές που χρησιμοποιούμε για την οικογένειά μας. Επειδή είναι η οικογένειά μας.
Σε ποιον εκτείνει η γλώσσα μας τη γραμματική της εμψυχότητας; Φυσικά, τα φυτά και τα ζώα είναι έμψυχα, αλλά καθώς μαθαίνω, ανακαλύπτω ότι η αντίληψη των Ποταουατομι για το τι σημαίνει να είναι κανείς έμψυχο ον διαφέρει από τη λίστα των χαρακτηριστικών των έμβιων όντων που όλοι μάθαμε στη Βασική Βιολογία για αρχάριους. Στα Βασικά Ποταουατομι, οι πέτρες είναι έμψυχες, όπως είναι και τα βουνά και το νερό και η φωτιά και οι τόποι. Όντα που διανθίζονται από το πνεύμα, τα ιερά μας βότανα-φάρμακα, τα τραγούδια μας, τα τύμπανα και ακόμα και οι ιστορίες, είναι όλα έμψυχα. Η λίστα με τα άψυχα φαίνεται να είναι μικρότερη, γεμάτη με αντικείμενα φτιαγμένα από ανθρώπους. Για ένα άψυχο ον, όπως ένα τραπέζι, λέμε «Τι είναι;» και απαντάμε Ντοπουεν γιεουε. Τραπέζι είναι. Αλλά για ένα μήλο, πρέπει να πούμε «Ποιος είναι αυτό το ον;» Και να απαντήσουμε Μσιμιν γιαουε. Μήλο αυτό το ον είναι.
Γιαουε – το έμψυχο ειμί. Εγώ είμαι, εσύ είσαι, αυτή/ός/ό είναι. Για να μιλήσουμε για αυτά που διαθέτουν ζωή και πνεύμα πρέπει να πούμε γιαουε. Μέσα από ποια γλωσσολογική διακλάδωση κατάφερε το Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης και το γιαουε του Νέου Κόσμου να εκφέρονται από τα στόματα των πιστών; Όμως, αυτή δεν είναι η σημασία του να υπάρχεις, να έχεις πνοή μέσα σου, να είσαι τέκνο της Δημιουργίας; Η γλώσσα μας θυμίζει, σε κάθε πρόταση, τον δεσμό μας με όλο τον έμψυχο κόσμο.
Τα Αγγλικά δεν μας δίνουν πολλά εργαλεία για να ενσωματώσουμε τον σεβασμό για την εμψυχότητα του κόσμου. Στα Αγγλικά, είσαι είτε άνθρωπος, είτε πράγμα. Η γραμματική μας μάς περιορίζει, δίνοντας μονάχα την επιλογή να μειώσουμε ένα μη-ανθρώπινο ον σε ένα ‘αυτό’, ειδάλλως θα πρέπει να είναι έμφυλο, αδόκιμα, ένα αυτός ή αυτή. Που είναι οι λέξεις μας για την απλή ύπαρξη ενός άλλου ζωντανού πλάσματος; Που είναι το γιαουε μας; Ο φίλος μου ο Μάικλ Νέλσον, φιλόσοφος της ηθικής ο οποίος στοχάζεται πολύ πάνω σε θέματα συμπερίληψης, μου είπε για μια γυναίκα που ξέρει, μια ερευνητική βιολόγο της οποίας η δουλειά είναι ανάμεσα στα μη-ανθρώπινα-πλάσματα. Οι περισσότεροι από τους συντρόφους της δεν είναι δίποδα, κι έτσι η γλώσσα της έχει μετατοπιστεί για να φιλοξενήσει τις σχέσεις της. Γονατίζει στο μονοπάτι για να εξετάσει μια ομάδα από ίχνη άλκεων, λέγοντας «Κάποιος έχει ήδη περάσει από εδώ σήμερα το πρωί». «Κάποιος είναι μέσα στο καπέλο μου», λέει, τινάζοντας έξω μια αλογόμυγα. Κάποιος, όχι κάτι.
Όταν βρίσκομαι στο δάσος με τους/τις μαθητές/τριές μου, διδάσκοντάς τους τα δώρα των φυτών και πως να τα αποκαλέσουν με το όνομά τους, προσπαθώ να χρησιμοποιώ συνειδητά τη γλώσσα μου, να είμαι δίγλωσση μεταξύ του λεξικού της επιστήμης και της γραμματικής της εμψυχότητας. Ενώ πρέπει αναγκαστικά να μάθουν του επιστημονικούς ρόλους και τα Λατινικά ονόματα, ελπίζω ότι τους μαθαίνω και να γνωρίζουν τον κόσμο ως μια γειτονιά από μη-ανθρώπινους κατοίκους, να ξέρουν ότι, όπως έχει γράψει ο οικο-θεολόγος Τόμας Μπέρυ, «πρέπει να πούμε για το σύμπαν ότι είναι μια συνάθροιση υποκειμένων, όχι μια συλλογή αντικειμένων».
Ένα απόγευμα, κάθισα με τους μαθητές της εφαρμοσμένης οικολογίας δίπλα σε ένα ουιηκουεγκαμαα, και μοιράστηκα αυτή την ιδέα της έμψυχης γλώσσας. Ένας νεαρός άνδρας, ο Άντι, πλατσουρίζοντας με τα πόδια του στο καθαρό νερό, έκανε τη μεγάλη ερώτηση. «Μισό λεπτό», είπε καθώς συνέλαβε με το μυαλό του αυτή την γλωσσολογική διαφοροποίηση. «Αυτό δεν σημαίνει ότι το να μιλάμε Αγγλικά, το να σκεφτόμαστε στα Αγγλικά, με κάποιο τρόπο μας επιτρέπει να μη δείχνουμε σεβασμό στη φύση; Με το να αρνούμαστε σε όλα τα άλλα όντα το δικαίωμα να είναι άτομα; Δε θα ήταν τα πράγματα διαφορετικά αν δεν ήταν τίποτα αυτό;»
Παρασυρμένος από την ιδέα, είπε ότι ένιωσε μια αφύπνιση. Μάλλον μια ενθύμιση, πιστεύω. Η εμψυχότητα του κόσμου είναι κάτι που ήδη γνωρίζουμε, όμως η γλώσσα της εμψυχότητας τίθεται σχεδόν υπό εξαφάνιση – όχι μόνο για τους Αυτόχθονους Λαούς, αλλά για όλους. Τα νήπιά μας μιλάνε για τα φυτά και τα ζώα σαν να είναι άτομα, εκτείνοντας προς αυτά εαυτό και πρόθεση και συμπόνοια –μέχρις ότου τους μάθουμε να σταματήσουν. Τα επανεκπαιδεύουμε γρήγορα και τα κάνουμε να ξεχνάνε. Όταν τους λέμε ότι το δέντρο δεν είναι κάποιος/α αλλά κάτι, μετατρέπουμε έναν σφένδαμο σε ένα αντικείμενο· βάζουμε ένα διαχωριστικό μεταξύ μας, απαλλάσσοντας τους εαυτούς μας από κάθε ηθική ευθύνη και ανοίγοντας τον δρόμο για την εκμετάλλευση. Το να λες αυτό κάνει ένα ζωντανό τοπίο «φυσικούς πόρους». Αν ένας σφένδαμος είναι ένα κάτι, μπορούμε να πιάσουμε το αλυσοπρίονο. Αν ένας σφένδαμος είναι κάποια, το ξανασκεφτόμαστε.
Μια άλλη μαθήτρια αντιτάχθηκε στους συλλογισμούς του Άντι. «Μα δεν μπορούμε να πούμε κάποιος ή κάποια. Αυτό θα ήταν ανθρωπομορφισμός.» Είναι καλά εκπαιδευμένοι βιολόγοι που έχουν διδαχθεί, χωρίς αναστολές, να μην αποδίδουν ποτέ ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε ένα αντικείμενο μελέτης, σε ένα άλλο είδος. Είναι θανάσιμο αμάρτημα που οδηγεί στο χάσιμο της αντικειμενικότητας. Η Κάρλα επισήμανε ότι «είναι και ασέβεια προς τα ζώα. Δεν πρέπει να προβάλλουμε τις αντιλήψεις μας πάνω τους. Έχουν τους δικούς τους τρόπους, δεν είναι απλά άνθρωποι μέσα σε γούνινα κοστούμια». Ο Άντι αντέτεινε, «Ναι αλλά μόνο επειδή δεν τα σκεφτόμαστε ως ανθρώπους δεν σημαίνει ότι δεν είναι ζωντανά πλάσματα. Δεν είναι ασεβές το να υποθέτουμε ότι είμαστε το μοναδικό είδος που μετράει ως άτομα;» Η αλαζονεία των Αγγλικών έγκειται στο ότι ο μόνος τρόπος να είσαι έμψυχος, να χαίρεις σεβασμού και ηθικής έγνοιας, είναι να είσαι άνθρωπος.
Ένας/μία φιλόλογος που ξέρω μου εξήγησε ότι η γραμματική είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο χαρτογραφούμε τους γλωσσικούς συσχετισμούς. Ίσως είναι και καθρέπτης των σχέσεων μεταξύ μας. Ίσως μια γραμματική της εμψυχότητας θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε ολοκαίνουργιους τρόπους ύπαρξης μέσα στον κόσμο, με τα άλλα είδη να είναι κυρίαρχοι λαοί, ένας κόσμος με μια δημοκρατία των ειδών, όχι την τυραννία ενός, όπου θα είχαμε ηθική ευθύνη απέναντι στο νερό και τους λύκους, και ένα νομικό σύστημα που θα αναγνωρίζει την υπόσταση των άλλων ειδών. Όλα βρίσκονται στις αντωνυμίες.
Ο Άντι έχει δίκιο. Το να μάθουμε την έμψυχη γραμματική θα μπορούσε σίγουρα να φέρει έναν αυτοπεριορισμό στην άμυαλη εκμετάλλευση της γης. Αλλά υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Έχω ακούσει γηραιότερα μέλη της φυλής μας να δίνουν συμβουλές του τύπου «Καλό θα ήταν να πας να περάσεις χρόνο μαζί με τα στεκούμενα πλάσματα» ή «Πήγαινε να περάσεις χρόνο με τον λαό των Καστόρων». Μας θυμίζουν την δυνατότητα των άλλων να είναι δάσκαλοί μας, έχοντες γνώση, οδηγοί. Φανταστείτε να περπατάτε μέσα σε έναν πλούσια κατοικημένο κόσμο από λαούς Σημύδων, λαούς Αρκούδων, λαούς Πετρών, όντα που αντιλαμβανόμαστε, και άρα για τα οποία μιλάμε, ως άτομα που αξίζουν τον σεβασμό μας, την συμπερίληψή μας σε έναν ζωντανό κόσμο γεμάτο υπαρκτά πρόσωπα. Εμείς οι Αμερικανοί διστάζουμε ακόμα και να μάθουμε μια ξένη γλώσσα του δικού μας είδους, πόσο μάλλον άλλων ειδών. Όμως, φανταστείτε τις δυνατότητες. Φανταστείτε την πρόσβαση που θα είχαμε σε διαφορετικές οπτικές, σε πράγματα που μπορεί να βλέπαμε μέσα από άλλα μάτια, στην σοφία που μας περιβάλλει. Δεν χρειάζεται να καταλάβουμε τα πάντα μόνοι μας: υπάρχουν νοήμονα όντα εκτός από εμάς, δάσκαλοι ολόγυρά μας. Φανταστείτε πόσο λιγότερο μοναχικός θα είναι ο κόσμος.
Κάθε λέξη που μαθαίνω έρχεται με μια πνοή ευγνωμοσύνης για τους γηραιότερους που έχουν κρατήσει αυτή τη γλώσσα ζωντανή και έχουν μεταδώσει την ποιητικότητά της. Ακόμα δυσκολεύομαι πολύ με τα ρήματα, μπορώ ελάχιστα να μιλήσω, και μιλάω με ευχέρεια ακόμα μονάχα το λεξιλόγιο του νηπιαγωγείου. Αλλά μου αρέσει που το πρωί μπορώ να πάω μια βόλτα στο λιβάδι και να χαιρετάω τους γείτονες και τις γειτόνισσές μου με το όνομά τους. Όταν το Κοράκι μου φωνάζει από τους θάμνους, μπορώ να απαντήσω Μνο γκιζγκετ αντουσουκουε! Μπορώ να περάσω απαλά το χέρι μου πάνω από τα μαλακά χορτάρια και να ψελλίσω Μπωζο μισκος. Είναι κάτι μικρό, αλλά με κάνει χαρούμενη.
Δεν υποστηρίζω ότι όλοι πρέπει να μάθουμε Ποταουατομι, ή Χοπι, ή Σεμινολε, ακόμα κι αν μπορούσαμε. Μετανάστες ήρθαν σε αυτές τις ακτές κρατώντας μια γλωσσική κληρονομιά, που κάθε μία αξίζει να διατηρηθεί και να την σεβόμαστε. Όμως για να γίνουμε γηγενείς αυτού του τόπου, αν είναι να επιβιώσουμε εδώ, κι εμείς και οι γείτονές μας, χρειάζεται να δουλέψουμε για να μάθουμε τη γραμματική της εμψυχότητας, ούτως ώστε να είμαστε στ’ αλήθεια στο σπίτι μας.
Θυμάμαι τα λόγια του Μπιλ Τωλ Μπουλ (Ψηλός Ταύρος), ενός γηραιότερου Τσεγιέν. Πιο νέα, του είχα μιλήσει με βαριά καρδιά, θρηνώντας για το γεγονός ότι δεν είχα καμία γηγενή γλώσσα με την οποία να μπορώ να μιλήσω με τα φυτά και τα μέρη που αγαπάω. «Τους αρέσει πολύ να ακούνε την παλιά γλώσσα», είπε, «είναι αλήθεια». «Αλλά,» είπε, με τα δάχτυλα στα χείλη «δεν χρειάζεται να την μιλάς από εδώ. Αν την μιλάς από εδώ», είπε, ακουμπώντας το χέρι του στο στήθος, «θα σε ακούσουν.»
*
To κείμενο προέρχεται από το βιβλίο της Robin Wall Kimmerer, Braiding Sweetgrass: Indigenous Wisdom, Scientific Knowledge, and the Teachings of Plants, Milkweed Editions , 2015. Ως βοτανολόγος, η Robin Wall Kimmerer έχει εκπαιδευτεί να κάνει ερωτήσεις για τη φύση με τα εργαλεία της επιστήμης. Ως μέλος του έθνους των ινδιάνων Potawatomi , ασπάζεται την αντίληψη ότι τα φυτά και τα ζώα είναι οι παλαιότεροι δάσκαλοί μας. Στο Braiding Sweetgrass [Πλέκοντας γλυκόχορτο], η Kimmerer συνδυάζει αυτές τις δύο οδούς γνώσης για να μας οδηγήσει σε «ένα ταξίδι που είναι τόσο μυθικό όσο και επιστημονικό, τόσο ιερό όσο και ιστορικό, τόσο έξυπνο όσο και σοφό» (Elizabeth Gilbert). Βασιζόμενη στη ζωή της ως ιθαγενής επιστήμονας, μητέρα και γυναίκα, η Κίμερερ δείχνει πώς άλλα ζωντανά όντα – αστράκια και χρυσόβεργες, φράουλες και κολοκύθες, σαλαμάνδρες, φύκια και γλυκόχορτο – μας προσφέρουν δώρα και μαθήματα, ακόμα κι αν έχουμε ξεχάσει πώς να ακούσουμε τις φωνές τους. Mε μια πλούσια πλέξη συλλογισμών κινείται προς ένα κεντρικό επιχείρημα: ότι η αφύπνιση μιας ευρύτερης οικολογικής συνείδησης απαιτεί την αναγνώριση και την εξύμνηση της αμοιβαίας σχέσης μας με ολόκληρο τον ζωντανό κόσμο. Γιατί μόνο όταν μπορούμε να ακούσουμε τις γλώσσες άλλων όντων θα είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τη γενναιοδωρία της γης και να μάθουμε να δίνουμε τα δικά μας δώρα σε αντάλλαγμα. (από το σημείωμα για το βιβλίο στο Milkweed Editions)
*Η Robin Wall Kimmerer είναι μητέρα, επιστήμονας, διακεκριμένη καθηγήτρια και εγγεγραμμένο μέλος του έθνους των Potawatomi. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Braiding Sweetgrass: Indigenous Wisdom, Scientific Knowledge and the Teachings of Plants και Gathering Moss: A Natural and Cultural History of Mosses. Ζει στις Συρακούσες της Νέας Υόρκης, όπου είναι Διακεκριμένη Καθηγήτρια Περιβαλλοντικής Βιολογίας στο State University of New Yorkκαι ιδρύτρια και διευθύντρια του Κέντρου για τους Iθαγενείς και το Περιβάλλον.
Σχολιάστε