Zήσης Κοτιώνης
Η εργασία “Ωδές σε Δώδεκα Πέτρες” αποτελεί το πρώτο μέρος ενός δίπτυχου με γενικό τίτλο “Λιθολογία”1. Ένα σύνολο απευθύνσεων σε δώδεκα πέτρες αποτελεί τις “Ωδές”. Η δεύτερη ενότητα της “Λιθολογίας” έχει την μορφή ενός καλλιτεχνικού πρότζεκτ με δυσδιάστατα και τρισδιάστατα έργα σε μια ενιαία εικαστική εγκατάσταση υπό τον τίτλο “Λιθολογία_Κάθε Πέτρα Είναι η Γη”.
Οι “Ωδές” επεξεργάζονται το ερώτημα του πετρώδους με ειδικούς όρους περιγράφοντας κάθε μια ξεχωριστή πέτρα, για δώδεκα τυχαία αλλά συγκεκριμένα παραδείγματα. Οι πέτρες αυτές ούτε αντιπροσωπεύουν μια ειδική κατηγορία η καθεμιά ούτε συνιστούν όλες μαζί ένα κόρπους, έναν συνθετικό άτλαντα του πετρώδους κόσμου. Είναι τυχαία επιλεγμένες φέροντας η καθεμιά το βάρος της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητάς της. Το ίδιον της κάθε πέτρας προκύπτει από την υλική της σύσταση και την ιστορία της, τα επεισόδια μνήμης που διαρκώς την αναμορφώνουν μέσα στον γεωλογικό χρόνο, όπως αναμορφώνεται το ψυχικό μας παρελθόν μέσα από την διαδικασία της ανάκλησης και της αναμνημόνευσης. Η μοναδικότητα της κάθε πέτρας οφείλεται στην πολυπλοκότητα των συντελεστών μορφοποίησής της. Το άμετρο των συντελεστών, την συγκεκριμένη στιγμή της εμφάνισής της παράγει την μοναδικότητα της πέτρας. Όμως αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι η προσέγγιση, η προσπάθεια κατανόησης, η συναισθηματική εμπλοκή χρειάζεται να αναμετρηθεί με το άμετρον για να έχει αποτελέσματα η αναζήτηση της ιδαιτερότητας και η αναζήτηση της μοναδικόητας της κάθε πέτρας χωριστά.
Η προσέγγιση του πετρώδους γίνεται με την γραφή και την σχεδιαστική περιγραφή. Η εργασία με τη γραφή είναι μια ποιητική αφήγηση με την μορφή των “Ωδών”. Από την άλλη, και κατά προέκταση της γραφής, η σχεδιαστική εργασία περιγράφει τις δώδεκα πέτρες, την καθεμιά μέσα στην μοναδικότητά της, που εκπτύσσεται από τα πολλαπλά στιγμιότυπα της πέτρας καθώς αλλάζει διαρκώς η θέση της σε σχέση με τον παρατηρητή. Αλλά η κάθε πέτρα μέσα στο γεωλογικό της χρόνο αλλάζει συνεχώς μορφή. Ωστόσο αυτή η συνεχής γεωολογική μεταβολή, άγνωστη και μη εποπτεύσιμη, δεν γίνεται αντιληπτή στον εμπειρικό χρόνο, αν και πάντα μια πέτρα μπορεί να σπάσει και να κατακρημνισθεί μποροστά στα πόδια μας ή επάνω στο κεφάλι μας. Όσο η πέτρα καθυστερεί να μεταμορφωθεί μέσα στους αιώνες του γεωλογικού της χρόνου καταφέρνει εντούτοις να αλλάξει σε μια στιγμή αν μετακινηθεί έστω κι ελάχιστα ο παρατηρητής σε σχέση με εκείνη. Κάθε μοναδική πέτρα είναι χίλιες πέτρες κάθε στιγμή. Με αυτή την έννοια Κάθε -Πέτρα -Είναι -η Γη. Και η διάσωση κάθε στιγμής της οποιασδήποτε πέτρας μέσα από τον εντοπισμό και την αναπεριγραφή της γίνεται μια γιγάντια μεταφορά της αφελούς μας επιθυμίας για την διάσωση της μεγάλης πέτρας που μας περιέχει και δεν είναι άλλη από τη γή.
ΑΠΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ
Η παραγωγή κειμένου για κάθε πέτρα έχει την μορφή της συνομιλίας. Το ομιλούν υποκείμενο απευθυνόμενο στην πέτρα σε δεύτερο πρόσωπο την προσετερίζεται καθώς επιχειρεί να την περιγράψει ενώ ταυτόχρονα απευθύνεται στην ίδια. Στη διαλογική αυτή διαδικασία αναλαμβάνει η γλώσσα να δώσει έναν καθόλα ανθρωπομορφικό τόνο. Καθώς είναι ανοίκειο να απευθύνεται ο λόγος σε δεύτερο πρόσωπο σε άψυχα πράγματα — και όχι σε έμψυχα πρόσωπα— εφόσον αυτό γίνεται, τότε τα πράγματα δια της γλώσσας εμψυχώνονται. Είναι αδύνατον να αντέξουν και να υποδεχτούν τα άψυχα την απευθείας απεύθυνση του καλούντος, του συνομιλητή τους και για αυτό παίρνουν την θέση του έμψυχου. Αλλά η διαλογικότητα που αναπτύσσεται δεν περιορίζεται σε μια απλή απεύθυνση σε κάτι εμψυχωμένο. Και πάλι η δομή της γλώσσας δίνει μια ακόμα βαθύτερη προοπτική στο εγχείρημα. Η απεύθυνση ενός “Εγώ” σε ένα “Εσύ” εμπεριέχει συναισθηματικό φορτίο, είναι αδύνατον η απεύθυνση να μην πάλεται από ένα τόνο συγκίνησης. Είναι διαφορετικός ο συναισθηματικός τόνος της ψυχρής χρήσης του τρίτου προσώπου από την θερμή επίκληση σε δεύτερο πρόσωπο: Για παράδειγμα, ας σκεφτούμε την κατάσταση του φλέγεσθαι σε τρίτο πρόσωπο — “φλέγεται”— σε σχέση με το δεύτερο πρόσωπο —“φλέγεσαι”. Ή, ας σκεφτούμε την γενικότητα του “είναι σκληρή” σε σχέση με την ένταση της απεύθυνσης πρόσωπο με πρόσωπο: “είσαι σκληρή”. Η ίδια η γλώσσα δια του δευτέρου προσώπου εξανθρωπίζει τη σχέση μεταξύ ενός υποκειμένου με ένα αντικείμενο και την μετατρέπει σε σχέση υποκειμένου με έτερο υποκείμενο. Όταν ξεκινάει μια συνομιλία με τον απέναντί σου με το “εσύ” περιμένει κανείς να ακολουθήσει είτε ενα κατηγορητήριο, προϊόν θυμού είτε η εξύμνηση του έναντι προσώπου, προϊόν ερωτικής επιθυμίας για το έναντι πρόσωπο. Αλλά σάμπως και η απεύθυνση θυμού δεν είναι τόσο συχνά έκφραση ερωτικής ζήλιας; Σε κάθε περίπτωση, όταν το “Αυτό” γίνεται “Εσύ”, το “εσύ” επιστρέφει στο υποκείμενο με μια εγγενή απαίτηση για συναισθηματική εμπλοκή. Πάρα πέρα η περιγραφή που κάνει το “Εγώ”, όταν αρχίσει να γίνεται λεπτομερής και συγκεκριμένη τότε αυτό το “Εσύ” αποκτά ένα σώμα, σωματοποιείται Η πέτρα δεν έχει λόγο αλλά έχει σώμα. Έτσι, η ύλη της πέτρας γίνεται σώμα της πέτρας. -Απευθύνομαι σε εσένα καταπρόσωπο και σου μιλώ για το σώμα σου που στέκει μπροστά μου, καταλαβαίνεις τι εννοώ;
Η αγαπητική (εράσμια) διάσταση της απεύθυνσης είναι πιά δεδομένη. Διαθέτοντας η ελληνική γλώσσα δύο λέξεις για την μονάδα, που είναι “η Πέτρα” και “ο Λίθος” δίνεται η δυνατότητα να εκλάβουμε στην ανθρωπο-μορφοποιητική αυτή διεργασία, την συνομιλία να επιτελείται είτε με κάτι “θηλυκό” είτε με κάτι “αρσενικό”. Η πέτρα και ο λίθος είναι αντικατοπτρισμοί της πολλαπλής πρόσληψης του πετρώδους. Είναι κάτι πέρα και από το θηλυκό και πέρα από το αρσενικό, σε μια απεριόριστη ποικιλία εκφάνσεων φύλου. Είναι δουλειά εκείνου που συμμετέχει στην απεύθυνση πρός την πέτρα να την εκλάβει με την ερωτική φαντασία που του ταιριάζει. Καθώς η διαλογική σχέση μετατρέπει την πέτρα από ψυχρή ύλη σε υποκείμενο συναισθηματικής εμπλοκής ή ακόμα ερωτισμού, εισερχόμαστε σε ένα κόσμο όπου τα υπο-κείμενα (ob-jects) και τα αντι-κείμενα (sub-jects) αποκεφαλίζονται από τα προθέματα τους και εναλλάσουν τους ρόλους τους άλλοτε με το πρόθεμα “αντί” και άλλοτε με το πρόθεμα “υπό” σαν να αλλάζουν κεφάλια σε ακέφαλες κούκλες.Πρόκειται για μια σχεσιακή συνδιαλλαγή ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο —κοιταγμένη από ανθωπολογική ματιά— όπου το αντικείμενο καθίσταται υποκείμενο και έτσι τα αντικείμενα διεκδικούν τις δικές τους ιστορίες και τις δικές τους βιογραφίες μέσα στον υλικό κόσμο που εμπεριέχει τόσο το ανθρώπινο όσο και το αν-ανθρώπινο2.
Έτσι περιερχόμαστε σε μια προσδοκία διαμοιβής σχέσης με το πετρώδες τόσο παλιά όσο και η ανθρώποινη ιστορία. Η λατρεία των ειδώλων εμπεριείχε μια εντελώς διαφορετική πρόσληψη της ύλης και προϋπέθετε μια σχέση με την πέτρα που σήμερα καθόλου δεν την γνωρίζουμε. Ο JJ Cohen στο βιβλίο του Stone, An Ecology of the Inhuman , στο κεφάλαιο “Γαιοφιλία”3 επιχειρεί να περιγράψει αυτή την άλλη εμψυχωμένη σχέση με την ύλη της πέτρας, όπως επί παραδείγματι την συναντάμε στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα. Είναι μια διαμοιβή πρακτική, νοηματική, θρησκευτική, καθόλα απόμακρη από την σύγχρονη διαμοιβή με την πέτρα, που είναι από την μια μεριά παντελώς αδιάφορη και από την άλλη καθαρά χρησιμοθηρική4. Αυτό που δεν γνωρίζουμε ως δυνατότητα διαμοιβής μιας σχέσης συναισθηματικής με τα άψυχα αντικείμενα μας το προσφέρει η ίδια η γλώσσα. Γιατί η γλώσσα δεν έχει μάτια να ξεχωρίσει το αντικείμενο από το υποκείμενο της καθημερινής εμπειρίας. Η γλώσσα δεν γνωρίζει άν η προκείμενη πέτρα είναι έμψυχη ή άψυχη. Η εμψυχωμένη πέτρα5 είναι μια άλλη από την εξαντικειμενοποιημένη πέτρα. Έτσι, η απεύθυνση προς τα πράγματα τα εμψυχώνει ερήμην αυτών των ιδίων. Και αυτή η εμψύχωση πάλι δια μέσου της γλώσσας γίνεται διεργασία ερωτηματική και ταυτόχρονα ερωτική.
ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ-ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ
Ο Timothy Morton στο βιβλίο του The Ecological Thought θέτει την πρόκληση να βρεθούν οι τρόποι να αγαπηθεί το Αν-ανθρώπινο (inhuman)6. H ερμηνεία του όρου inhuman από τον Cohen δίνει μια διπλή διάσταση στη νοηματική λειτουργία του προθέματος “in”. Το πρόθεμα υποδηλώνει ταυτόχρονα το “έξω από” το “πέρα από”, δηλαδή αυτό που δεν είναι (ανθρώπινο). Ταυτόχρονα το “In” υποδηλώνει το “μέσα” αυτό δηλαδή που είναι μέσα στο ανθρώπινο, το κατ’ εξοχήν ανθρώπινο. Είναι μια υπόθεση τοπολογική, μια λακανική έκφανση της “εκ/σωτερικοτητας” (εσω-εξωτερικότητας). Όσο πιο μέσα διεισδύεις στο ψυχικό βάθος τόσο σου αποκαλύπτεται το ανοίκειο πρόσωπο της αγάπης, το κατεξοχήν επιθυμούμενο και ταυτόχρονα το κατεξοχήν ανοίκειο και ξένο7. Έτσι ο μεταφρασμένος όρος “αν-ανθρώπινο” συγκρατεί αυτή την τοπολογική διάσταση της εσω-εξωτερικότητας. Το “αν-ανθρώπινο” είναι αυτό που δεν είναι ανθρώπινο (το στερητικό “αν-“) αλλά είναι ταυτόχρονα και αναδιπλασιαμός του ανθρώπινου, δηλαδή είναι ενα “ανά” (ξανά)- ανθρώπινο, δηλαδή ένα κατεξοχήν ανθρώπινο. Ας σκεφτούμε το ανθρώπινο σώμα και πώς αυτό το ίδιο εμπεριέχει το αν-ανθρώπινο. Τι βρίσκεται στο βάθος της ανθρώπινης σάρκας, τι άλλο από το σκελετό με τα κόκκαλα. Στο βάθος του σώματος είναι αυτό – το κόκκαλο- που αν και εν ζωή είναι ένα όργανο, πέραν αυτής γίνεται το ανόργανο στοιχείο —οι ανθρώπινοι σκελετοί— που επιπροστίθεται στην διαδικασία απολίθωσης στον πετρώδη φλοιό της γής. Έτσι, το αν-ανθρώπινο είναι αυτό εκεί έξω, το κάστρο και ο βράχος και ταυτόχρονα είναι το εκεί μέσα, το πετρώδες υπόλειμμα στο βάθος της ενσώματης ανθρώπινης ζωής, το κόκαλο. Η ιδέα του πολιτισμού ως διαδιακασία παραγωγής ενός εξωσκελετού για το ανθρώπινο σώμα8 (το σπίτι, το κάστρο) επεκτείνεται και αγκαλιάζει —ως εξωσκελετός— το σύνολο του γεωφυσικού μορφώματος. Το σπίτι (ή το κάστρο) είναι η μεγάλη πέτρα, η ίδια η γή.
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ
Στην αναζήτηση για τους τρόπους να αγαπηθεί το αν-ανθρώπινο εμφανίζεται η εξής δυνατότητα. Καθώς αυτή η αγάπη για το αν-ανθρώπινο μέσα στην δυναμική του συναισθηματικού πεδίου δεν έχει κάποια χρησιμότητα ή στόχευση μπορεί να εννοηθεί ως ανιδιοτελής αγάπη. Το άψυχο αντικείμενο “πέτρα” μπορεί να αγαπηθεί σαν κάτι που δεν είναι δικό μας και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να γίνει δικό μας, είναι αδύνατον να ιδιοποιηθεί και να οικειοποιηθεί. Σε αντίθεση με την κατοχή ή την ιδιοκτησία της γής, η εμπάθεια (empathy) για το πετρώδες δεν προσφέρει κανένα καταφύγιο οικειότητας, καμιά σιγουριά και ασφάλεια αλλά αντίθετα είναι έκθετη μέσα στην ανοίκεια εξωτερικότητα του αν-ανθρώπινου. Και δεν πρόκειται καν για την προσχώρηση σε μια επικράτεια των κοινών (commons). Αυτό που διαμοιράζεται εδώ δεν είναι ένα φυσικό απόθεμα, ένας πόρος προς κεφαλαιοποίηση έστω από και πρός την ίδια την κοινότητα. Αυτό που διαμοιράζεται στην σχέση του ανθρώπινου με το αν-ανθρώπινο είναι ό,τι δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί οιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα ή οιαδήποτε πράξη νομής και ιδιοκτησίας. Το πετρώδες είναι ό,τι πραγματικά μπορούμε να μοιραζόμαστε όλοι, είναι κάτι αναπότρεπτο σαν την ίδια τη θνητότητα. Είναι το κατεξοχήν δικαίωμα που μοιράζονται αμετάκλητα όλοι εξ ίσου.
Όταν επικαλούμαστε την αγάπη για το αν-ανθρώπινο, πού ακριβώς στρέφεται το συναισθηματικό φορτίο της επιθυμίας, πρός ποιό ακριβώς πράγμα; Έστω και για ένα μικρό διάστημα του χρόνου —όσο κρατάει μια βαθειά εισπνοή στον διαλογισμό— η απεύθυνση γίνεται πρός την πέτρα, το μοναδικό αντικείμενο της πρόσληψης και ταυτόχρονα της επιθυμίας. Καθώς οι ψυχικές και διανοητικές δυνάμεις του απευθυνόμενου στρέφονται για να εποικήσουν την πέτρα, η πέτρα αυτή και όχι κάποια άλλη γίνεται μοναδική. Την καθιστά μοναδική η συγκέντρωση της προσοχής, ο προσωρινός συναισθηματικός εποικισμός της, και οι αόριστοι συνειρμοί που την φέρνουν στην επικράτεια του ρεμβασμού και του ονείρου. Τότε αρχίζει το απευθυνόμενο υποκείμενο να την καταλαβαίνει ως τέτοια, ως αυτήν που είναι μέσα στην μοναδικότητά της. Τότε ακριβώς η πέτρα αρχίζει να μεγαλώνει και να παίρνει τις διαστάσεις ενός πλανήτη για να εποικεισθεί καθολικά, με όλα τα μέρη, τα τοπία, τα βουνά, τα φαράγγια τις κοιλάδες που του ανήκουν και γίνονται ορατά στο φως. Η μοναδικότητα του οιουδήποτε πλανήτη και “που αποκαλύπτεται ως τέτοια είναι οτιδήποτε θελήσεις, δηλαδή, είναι αγαπήσιμη (amabile)”9. Ο Αγκάμπεν μας εξηγεί ότι η αγάπη καθιστά τον οιονδήποτε αγαπήσιμο επειδή είναι αυτός/ αυτή έτσι ακριβώς όπως είναι, με τα προικίσματα και τα ελαττώματά του. Κάθε ελάττωμα του αγαπώμενου, κάθε κουσούρι μετατρέπεται σε απαραίτητο και αναγκαίο μέρος της ιδιαιτερότητάς του, που ακριβώς τον καθιστά αγαπήσιμο. Και οι πέτρες είναι γεμάτες τραύματα, ουλές, σχισίματα, πολύμορφα κουσούρια. “Εκείνος που αγαπά επιθυμεί το ως-είναι μόνο στο βαθμό που είναι τέτοιο — αυτός είναι ο ιδιότυπος φετιχισμός του ανθρώπου που αγαπά”10. Αφού λοιπόν η αγάπη δεν μπορεί παρά να μετέλθει ενός ιδιότυπου φετιχισμού κι αφού ο φετιχισμός περισσότερο αφορά την σχέση μας με τα πράγματα, παρά με τα πρόσωπα, θα τολμούσαμε να υποθέσουμε ότι η αγάπη ξεκινά ως ανιδιοτελής σχέση με τα πράγματα, ένας φετιχισμός που εκβάλει εν τέλει και στο αγαπώμενο πρόσωπο. Να μια πρόχειρη αρχαιολογία της αγάπης, που πατάει επάνω στην αρχαϊκότητα της φετιχιστικής εμπειρίας του πετρώδους κόσμου των πραγμάτων. Στην μακρά ιστορία της αγάπης, ο θεός προηγείται του ερώμενου, η πέτρα προηγείται της σάρκας.
Η υπόθεση της αγαπησιμότητας του αν-ανθρώπινου είναι σαν μια προσπάθεια να βρείς την πόρτα προς το πουθενά. Η απεύθυνση πρός την πέτρα που γίνεται αντικείμενο της πρόσληψης και ταυτόχρονα της επιθυμίας δεν λαμβάνει απαντήσεις ίσως μόνο, με την βοήθεια της εικαστικής φαντασίας εισπράτει νεύματα και υπαινιγμούς. Ο μυστικιστής μοναχός του Μεσαίωνα Meister Eckhart έγραψε ότι “η πέτρα είναι θεός αλλά η ίδια δεν το γνωρίζει και ακριβώς αυτό το μη γνωρίζειν την καθιστά πέτρα”11. Κατά προέκταση η πέτρα δεν γνωρίζει την δική μας απεύθυνση. Και όχι μόνον αυτό. Στις επίμονες επικλήσεις της ποιήτριας Wislawa Szymborska πρός την πέτρα να ανοίξει την πόρτα της πρός την γοητευμένη της ύπαρξη, η πέτρα όχι μόνον δεν ανοίγει, αλλά την αποδιώχνει κάποια στιγμή: “Φύγε μακρυά” την προστάζει. Ωστε στο τέλος καθώς η προσερχόμενη επιμένει — “είμαι μόνο εγώ, άσε με να μπώ” να ακούσει την οριστική απάντηση: “Δεν έχω πόρτα”12.
Είναι η πέτρα επισκέψιμη; Έχει πόρτα η πέτρα;
ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΛΙΘΩΝ
Ας ανατρέξουμε στην ίδια σχέση του ανθρώπινου με το πετρώδες αν-ανθρώπινο, όπως αναπτύσσεται στον αρχαίο μύθο του Κατακλυσμού. Αφού προσάραξαν, μετά την κόπαση του κατακλυσμού στις πλαγιές του Παρνασσού ή της Όρθριδος, ο Δευκαλίων και η Πύρρα προχωρούν στο στεγνό έδαφος. Ας ονομάσουμε τον έναν του ζευγαριού Λίθο και την άλλην Πέτρα. Και οι δύο βηματίζοντας παίρνουν λίθους και πέτρες από κάτω, και τους/τις πετούν από πίσω τους. Από τους λίθους που πετάει ο Λίθος γεννιούνται (ή φύονται) αρσενικοί άνθρωποι (λίθοι) και από τις πέτρες που πετάει πίσω της η Πύρρα γεννιούνται (ή φύονται) θηλυκές (πέτρες). Έτσι παράγεται και πληθύνεται το ανθρώπινο γένος. Η εμπλοκή του πετρώδους στην οργανική διαδικασία αναπαραγωγής του ανθρώπινου γένους μοιάζει να κλείνει αρμονικά ένα κύκλο σαν αυτόν της αγροτικής καλλιέργειας με την σπορά. Από την άλλη μεριά παρουσιάζεται ένα σημαίνον γεγονός, βίαιο και ξαφνιαστικό. Είναι η τυχαία πρόσπτωση της κάθε πέτρας και και του κάθε λίθου στο έδαφος. Αυτό το ιδιαίτερο γεγονός της πρόσπτωσης του πετρώδους που προκαλεί τη γένεση του ένσαρκου εμπεριέχει έναν ασυμβίβαστο παραλογισμό. Το παράλογο ζεύγος πρόσπτωση-γέννηση είναι το σκοτεινό σημείο, ο αξεδιάλυτος κόμβος του μύθου από όπου αντλεί όλη του τη δύναμη το παράδειγμα. Η πράξη της γέννησης διαφυλάσσεται σε ένα σκοτάδι του λόγου. Πώς από μια πέτρα που χτυπάει στο έδαφος προκύπτει ένα ζωντανό σώμα; Είναι μια τελείως διαφορετική σκηνή από αυτήν της Γενέσεως, όπου ο βιβλικός θεός σκύβει στο έδαφος, μαζεύει χώμα και φυσώντας το, το μετατρέπει σε ανθρώπινο, ζωντανό σώμα. Ο υπέροχος παραλογισμός της πρόσπτωσης της πέτρας παραμένει ριζικά ξένος προς την λογική άρθρωση της μεταφοράς της ανθρώπινης γενέσεως, όπως την προοικονομεί το οικείο παράδειγμα της εργασίας του αγγειοπλάστη. Είναι κρίσιμη η σύγκριση των δύο γενεαλογιών. Η βιβλική γενεαλογία, που κρέμεται σαν πυραμίδα κάτω από τους γενάρχες Αδάμ και Εύα περιγράφει την πατριαρχική οικογένεια, μηχανή αναπαραγωγής απογόνων. Οι σχέσεις μεταξύ των “λίθων” είναι πατριαρχική, σχέσεις μεταξύ γιών, αδελφών, και πατεράδων. Στην περίπτωση του ελληνικού μύθου, έτσι όπως τουλάχιστον τον διηγείται ο Πίνδαρος το γενόμενο είδος από την πετρώδη αναπαραγωγή είναι ένα εντροπικό, συλλογικό δυναμικό που έχει το όνομα “λαός”. Στην ποιητική ανάπτυξη της Πινδάρειας αφήγησης οφείλεται αυτή η (παρ)ετυμολόγηση την λέξης “λαός” από την ρίζα “λας” (δηλαδή πέτρα), από την οποία προέρχεται και η λέξη “λίθος”13. Στον ελληνικό μύθο, το υποκείμενο της αναπαραγωγής δεν είναι η ομοιογενής οικογένεια αλλά η ανομοιογενής κοινότητα, ο λαός. Εδώ ας σκεφτούμε μια διάκριση που διαπερνά αδιόρατα αυτές τις δύο θεσμίσεις του συλλογικού υποκειμένου. Πίσω από την εικόνα της οικογενειακής γενεαλογίας υπάρχει ένας πατέρας θεός που παράγει ομοιογενείς οντότητες όπως είναι τα πυθάρια στην γραμμή παραγωγής του αγγειοπλάστη. Αντιθέτως, πίσω από το συμβάν της γενέσεως της γεναλογίας των λίθων υπάρχει το ανομοιογενές και η αυθαίρετη μοναδικότητα του καθενός χωριστά. Τα πυθάρια πειθαρχούν στο καλούπι της ανθρώπινης κατασκευαστικότητας και μοιάζουν όλα μεταξύ τους, αδελφοποιούνται μέσα από την παραγωγική εργασία. Αντιθέτως, οι πέτρες κρατούν η καθεμία την αυθαιρεσία της μοναδικής μορφής της. Τίποτα πέραν της πετρώδους ιδιοσυστασίας δεν συνδέει την μια πέτρα με την άλλη πέτρα14.
ΔΙΑΜΟΝΕΣ
Την εμπειρία της μοναδικότητας της κάθε πέτρας χωριστά αποκτάμε όταν εκστρατεύουμε φορτωμένοι με τις αποσκευές και τις προκαταλήψεις μας προς τα νησιά. Η μοναδικότητα κάθε νησιού, έτσι όπως μπορεί κανείς να την γευτεί στην περιήγηση του Αιγαίου Πελάγους επαναφέρει στην γεωγραφική κλίμακα αυτό που συμβαίνει στην μικροκλίμακα της γεωλογίας. Ό,τι αντιπροσωπεύει μια πέτρα για ένα έμψυχο πλάσμα στο μέγεθος του μερμηγκιού είναι αντίστοιχο με ένα νησί για ένα πλάσμα στο ανθρώπινο μέγεθος. Η ορατή αυτοτέλεια μιας πέτρας επαναλαμβάνεται στην ορατή και βιωμένη αυτοτέλεια ενός νησιού. Μια ριζική ασυνέχεια χωρίζει την πέτρα από τον κόσμο όπως η θάλασσα ορίζει τα όρια και χωρίζει το ένα από το άλλο νησί. Η γεωγραφική εμπειρία του αιγαιακού αρχιπελάγους βοηθάει στην παραπάνω πρόσληψη: συχνά τα νησιά είναι μονόλιθοι υψούμενοι στον αέρα από το υγρό΄, επίπεδο έδαφος της θάλασσας. Η μεταφορά των πλεουμένων νησιών, συνήθης στην λογοτεχνική περιγραφή15, είναι συναφής με το ανακλαστικό της πρόσληψης των νησιών ως ανεξάρτητωνγεωλογικών οντοτήτων, ως λίθων, ριγμένων στην θάλασσα. Έτσι λοιπόν η εμπειρία της προσέγγισης σε ένα νησί, της επιβίβασης, της διαμονής και της περιπλάνησης σε αυτό, είναι εκ μεταφοράς η εμπειρία της περιπλάνησης στην πλούσια γεωμορφολογία μιας πέτρας. Και είναι φυσικό να σκεφτόμαστε, όσο διαρκή η επιρροή του πεδίου της ως άνω μεταφοράς, ότι η μοναδικότητα της πέτρας και η μοναδικότητα του νησιού οφείλονται στην αφανή προσωπικότητα που διαφεντεύει την επικράτεια της μιας ή του άλλου. Αν πίσω από την μοναδικότητα της πέτρας βρίσκεται η σκιά του αγαπώμενου προσώπου, πόσο μάλλον αυτό συμβαίνει με τα νησιά.Κάθε γειτνιάζον νησί είναι ένας ισχυρά δικός του κόσμος. Κάθε νησιού το πρόσωπο, ως αυτοτελής κόσμος, με τον δικό του πολιτισμό, με την δική του ατμόσφαιρα, τη δική του ιδιόλεκτο, τη δική του πολιτισμική επιτελεστικότητα είναι ένα μοναδικό πρόσωπο.
Ζήσαμε την εμπειρία της πέτρας στα νησιά και ζήσαμε την εμπειρία της μοναδικότητας κάθε νησιού εκλαμβάνοντας την ευγενή όψη της προσωπικότητας του καθενός χωριστά.. Όμως κάθε πρόσωπο, όπως του φεγγαριού, έχει την σκοτεινή του πλευρά. Η αυθεντική και ιστορική εκδοχή της ζωής επάνω σε- η με- την πέτρα δεν είναι η εκδοχή της ευζωίας, Αντιθέτως η ζωή επάνω στην πέτρα είναι η ζωή στο κάτεργο. Δεν χρειάζεται να αναδράμει κανείς τις τραχιές επιφάνειες των Κυκλάδων για να μαρτυρήσει παντού τα προαιώνια ίχνη του κάτεργου. Εδώ, εκεί, παρακεί. Σε μια τρύπα στην κορυφή ή σε μια σκουριασμένη εξέδρα στην βάση του ενός ή του άλλου νησιού.
Θα ήθελα να δώσω ένα τέλος σε αυτή την αναπεριγραφή της ερωτικής απεύθυνσης στο αν-ανθρώπινο, με την εικόνα από έναν ακόμα μύθο, αυτόν του Σίσυφου. Ας μη συγκεντρώσουμε την προσοχή στον ίδιο τον Σίσυφο, που κουβαλά κι αφήνει την πέτρα να κυλά, αλλά στην ίδια την πέτρα του. Τι σημαίνει αυτή η καθημερινή συντρόφευση του ανθρώπινου με το αν-ανθρώπινο στον αιώνιο καταναγκασμό, το άχθος της ζωής; Πώς να δούμε το άχθος αλλά και την ελευθερία αυτής της αλυσόδετης συζυγίας “άνθρωπος-πέτρα” από την πλευρά της πέτρας; Πώς σκέφτεται και πώς το καταλαβαίνει η πέτρα αυτή; Μήπως ο καταναγκασμός του εταίρου και συμβίου της είναι για αυτήν ένα καθημερινό παιχνίδι χαράς, η ανύψωση, η διολίσθηση και η πτώση και ύστερα η ανάβαση, όπως του χιονοδρόμου η ανάβαση με το λίφτ στο βουνό και η ενεργητική απόλαυση της κατάβασης στην χιονισμένη πλαγιά… Το ξέρουμε ότι η ανέμελη, παιχνιώδης, κυλιόμενη πέτρα διαφεντεύει τόσο τον ανέμελο τουρίστα της γεωλογίας όσο και τον βασανισμένο κουβαλητή της. Αυτή η τελεσίδικη υπεροχή της αδιάφορης πέτρας έναντι της βούλιμης σάρκας ίσως ώθησε τον μυστικιστή Eckhart να υποθέσει ότι “αν η πέτρα μπορούσε να καταλάβει ότι είναι πέτρα θα ήταν θεός”.
1 Το πρότζκετ του Ζήση Κοτιώνη “Λιθολογία_Κάθε Πέτρα Είναι η Γη” παρουσιάστηκε, σε επιμέλεια του Χριστόφορου Μαρίνου, στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) από τον Μάιο ως τον Ιούλιο του 2021
2“Anthropologists have long argued that things can, in certain conditions, be or act like persons: they can be said to have a personality, to show volition, to accept certain locations and reject others, and thus to have agency. Often, these attributes of agency are linked to the anthropomorphizing process by which things are said to have social lives like persons and thus to be appropriate subjects for biographies.” Janet Hoskins, Agency, Biography and Objects, in the “Handbook of Material Culture”, SAGE, p. 48
3 Jeffrey Jerome Cohen, Stone, An Ecology of the Inhuman, University of Minnesota Press, 2015
4 Ασφαλώς οι μάστορες της πέτρας που υλοποιούν αυτή την φαινόμενη χρησιμοθηρία θα είχαν κάτι άλλο να μαρτυρήσουν για την πέτρα που θωπεύουν, οπως θα έλεγε κι ο Πικιώνης, κατά την εργασία της οικοδόμησης. Αντίστοιχα οι εκτροφείς των ζώων στην ελεύθερη βοσκή, που περιέρχονται σε μια σχέση ζωής με τα ζώα τους αν και κοιταγμένη από έξω μοιάζει χρησιμοθηρική και ζωοκτόνα, είναι μια σχέση με τα ζώα ουσιωδώς ενσυναισθητική και βαθειά συναισθηματική
5 Για την αναφορά στην “εμψυχωμένη πέτρα” δες στο Ζ. Κοτιώνης “Το Πέταγμα της Πέτρας” από το βιβλίο Πληθοδομές / Multidomes, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας και Μουσείο Μπενάκη, 2012, σ. 252-263. Εδώ η διερώτηση για την εμψύχωση της πέτρας γίνεται με αφορμή την μετατροπή οικοδομικών υλικών σε “όπλα” των διαδηλωτών στην Αθήνα, στις παρυφές της κρίσης (2008-2010)
6 Timothy Morton, The Ecological Thought, Harvard University Press, 2010, p.92.
7 Για την λακανική τοπολογία της εκ-σωτερικότητας (extimacy), ως τοπολογία αναζήτησης του επιθυμούμενου υποκειμένου/ προσώπου στον χώρο, βλέπε: Ζ. Κοτιώνης, “Τοπολογίες της Εξεσωτερικότητας” στο Η Διεκδίκηση της Υπαίθρου, Ίνδικτος, 2009, σ. 207-235
8”…Το οστό… είναι το ζωντανό υλικό που απολιθώνεται πολύ εύκολα και που, επίσης πολύ εύκολα, διασχίζει το κατώφλι για να επιστρέψει στον κόσμο των βράχων. Για τον λόγο αυτό, ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της γεωολογίας είναι γραμμένο με απολιθωμένα οστά. Ο ανθρώπινος ενδοσκελετός ήταν ένα από το πολλά παράγωγα αυτής της αρχαίας οστεοποίησης. Κι όμως. δεν είναι η μοναδική γεωλογική διήθηση που έχει υποστεί το ανθρώπινο είδος. Πριν από οκτώ χιλιάδες χρόνια περίπου, οι ανθρώπινοι πληθυσμοί γνώρισαν νέα οστεοποίηση, όταν ανέπτυξαν έναν αστικό εξωσκελετό: τούβλα από ξεραμένο στον ήλιο πηλό έγιναν το οικοδομικό υλικό για τα σπίτια τους, τα οποία, με τη σειρά τους, περιέκλειαν πέτρινα μνημεία ή περικλείονταν από αμυντικά τείχη”
Manuel De Landa. Χίλια Χρόνια μη Γραμμικής Ιστορίας, εκδ. Κριτική, 2002, σ. 28
9 Giorgio Agamben, “Η Κοινότητα που Έρχεται”, Ίνδικτος, σ. 68, στο μικρό δοκίμιο με τίτλο “Οποιοδήποτε” (Quotlibet)
10 ο.π. σ. 68
11 Meister Eckhart, Selected Writings
12 I knock at the stone’s front door.
“It’s only me, let me come in.”
“I don’t have a door, ” says the stone.
Wislawa Szymborska, Conversation with a Stone, p 62-64
“ ἵν᾽ αἰολοβρέντα Διὸς αἴσᾳ
Πύρρα Δευκαλίων τε Παρνασσοῦ καταβάντε
δόμον ἔθεντο πρῶτον, ἄτερ δ᾽ εὐνᾶς ὁμόδαμον
κτισσάσθαν λίθινον γόνον·
λαοὶ δ᾽ ὀνύμασθεν.”
‘ο Δευκαλίων κι η Πύρρα κατέβηκαν από τον Παρνασσό
και ιδρύσανε την πρώτη κατοικία, και δίχως να σμίξουνε σε κλίνη
δημιούργησαν έναν λαό που από την πέτρα καταγόταν·
και από αυτή το όνομά του πήρε”.
Πίνδαρος, Ολυμπιονίκαις 9, 42-50(μτφ. Ι. Οικονομίδης)
14 Εκεί ίσως να βρίσκεται μια αρχική πρόσληψη της δημοκρατίας ως συστατικού στοιχείου μιας κοινότητας διαφορετικοτήτων όπως το επισημαίνει ο Αριστοτέλης για τους πολίτες της πόλης στα “Πολιτικά”. “Από τη φύση της η πόλη είναι οι πολλοί…Η πόλη δεν απαρτίζεται μόνο από πολλούς ανθρώπους, αλλά κι από διαφορετικούς”.
Αριστοτέλους, Πολιτικά, βιβλίο Β’
15 “Γιατί οι περισσότερες από τούτες της πάπιες του πελάγου (ενν. τα νησιά των Κυκλάδων) είναι βράχια θαλασσοδαρμένα και χώματα χέρσαα και ξερά” Φώτη Κόντογλου, “Ταξείδια”, κεφ. “Τα Νησιά του Αρχιπελάγου”, σ.123
Σχολιάστε