Francesca Ferrando
μετάφραση: Γιάννης Πεδιώτης
Η Francesca Ferrando, συγγραφέας του θεμελιακού βιβλίου Philosophical Posthumanism (Bloomsbury, 2009), μας εισάγει στο πολύπλευρο έργο που προσφέρει το να είναι κανείς μετανθρώπινος στο να φανταστούμε και να δημιουργήσουμε έναν κόσμο δυναμικό, χωρίς αποκλεισμούς, μη ιεραρχικό και μη γραμμικό, εστιάζοντας επίσης στις απαντήσεις που αυτό το ρεύμα σκέψης δίνει για το πώς να διαμορφώσουμε τη δική μας θέση μέσα στον κόσμο ενώ αντιμετωπίζουμε διάφορα ανθρωποκεντρικά αδιέξοδα. Ξεδιπλώνοντας τα διάφορα στρώματα του τι σημαίνει να είναι κανείς μετανθρωπιστής, μας προσκαλεί να επανεξετάσουμε τον άνθρωπο ως ον πολλαπλό και συνδημιουργό του σύμπαντος.
Hélène B. Ducros
Rohan Hassan: Εν όψει της σημερινής πλανητικής κρίσης –που συνιστά ένα παραπροϊόν της ανθρώπινης δράσης– πόσο επιτακτική ή επείγουσα είναι η ανάγκη να σκεφτούμε εκ νέου το τι σημαίνει να είμαστε «άνθρωποι» και να δρούμε αναλόγως;
Francesca Ferrando: Θέλω να σας ευχαριστήσω που βλέπετε αυτή τη στιγμή της κρίσης όχι μόνο από θεωρητική αλλά και από πρακτική άποψη. Τι σημαίνει η κρίση αυτή για την ύπαρξή μας και τι θα προκύψει από αυτήν; Νομίζω ότι το μετανθρώπινο θα μας βοηθήσει στο να βρούμε το δρόμο μας, διότι η πρώτη πολύτιμη ενόραση που μας προσφέρει ο μετανθρωπισμός για να κατανοήσουμε το τι εστί άνθρωπος σε μια στιγμή πλανητικής κρίσης είναι η συνειδητοποίηση της αλληλοσύνδεσης όλων όσων υπάρχουν. Η συγκεκριμένη κρίση είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δράσης, ιδίως της δράσης που βασίζεται στην ιδέα ότι είμαστε διαχωρισμένοι από τη φύση και κυρίαρχοι της φύσης – όλων αυτών των παραδοχών που ήταν και συνεχίζουν να είναι μέρος των κοινωνικών και πολιτικών μας αφηγήσεων. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει. Υπενθυμίζω ότι η λέξη «crisis» προέρχεται από το ελληνικό ρήμα κρίνω, που σημαίνει δικάζω, επιλέγω, αποφασίζω. Αναμφίβολα, η κρίση είναι μια τραγική στιγμή, διότι υπάρχει θάνατος, δυστυχία, θλίψη και ασθένεια. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται επίσης για μια στιγμή ενδοσκόπησης και βαθιάς ενόρασης, απόφασης και επιλογής. Ο COVID-19 μας ταρακουνά όλους και μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι εμείς όπως και κάθε άνθρωπος γύρω μας θα πεθάνουμε κάποια μέρα. Υπό αυτή την έννοια είναι κάτι πολύ χαϊντεγκεριανό – δεν υπάρχει ζωή χωρίς θάνατο, ο οποίος δίνει νόημα στην ύπαρξή μας. Όταν κάποιος ξέρει ότι η ζωή του πρόκειται να τελειώσει, δεν συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε και πριν, και δεν το αναβάλλει ή το καθυστερεί. Η όψη του θανάτου είναι η στιγμή που μας επιτρέπει να είμαστε ζωντανοί. Αλλά, ακόμα και αν μια κρίση μας φέρνει πράγματι σημαντικές ανακαλύψεις ή μια επιφοίτηση, είναι επίσης δύσκολο να την αντιμετωπίσεις, ιδίως σε μια ήδη ασταθή κοινωνία.
Εάν, ως άτομα, βρισκόμασταν ήδη σε ασταθές έδαφος όταν μας χτύπησε η κρίση, αυτή η κατάσταση θα μας εξωθήσει στα όριά μας. Είναι μια στιγμή παύσης, διότι ως είδος δεν έχουμε πού αλλού να πάμε. Δεν μπορούμε πλέον να μετακινούμαστε, να ταξιδεύουμε από εδώ και από εκεί, να χανόμαστε σε εκατοντάδες πρότζεκτς και επιτροπές. Αυτή τη στιγμή ωμής αλήθειας είναι δύσκολο να τη χωνέψεις. Με τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης (αν μπορείς να τα τηρήσεις), μετατρέπεσαι σε καθρέφτη του εαυτού σου και βλέπεις αυτό που ίσως δεν ήθελες να δεις πριν. Στην περίπτωσή μου, άρχισα να βλέπω υπερβολικά επικριτικά ορισμένους από τους τρόπους με τους οποίους υπήρχα – σε μια πόλη και παράγοντας πολλά απορρίμματα, για παράδειγμα. Συνειδητοποίησα ότι χρειαζόμουν μια βαθύτερη σύνδεση με τη γη, όπου θα μπορούσα να ακούσω περισσότερες μη ανθρώπινες φωνές. Χωρίς το COVID-19, θα ήμουν απασχολημένη συνέχεια με το να μετακινούμαι και να δίνω διαλέξεις εδώ και εκεί και δεν θα έβλεπα το αποτύπωμα μου σε αυτόν τον πλανήτη και πως αλλιώς θα μπορούσα να συμπεριφερθώ. Μπόρεσα να συνειδητοποιήσω ότι έπρεπε να είμαι εκεί για τον άλλο –πράγμα που σήμαινε επίσης να είμαι παρούσα ψηφιακά για να συνδεθώ μαζί του–, όχι ως επιλογή πλέον αλλά ως επείγουσα ανάγκη να δηλώνεις το παρόν για χάρη του ανθρώπινου είδους. Μαζί, μπορούμε να δημιουργήσουμε διαφορετικά μονοπάτια και να αποδομήσουμε έξεις που αποτελούν μέρος του είδους μας για πάρα πολύ καιρό.
Σε κάποιο επίπεδο, το να πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σε μια στιγμή που έχει γίνει ο καθρέφτης του είναι μεγάλο δώρο, καθώς βλέπουμε ότι στον 21ο αιώνα πολλές ανθρώπινες κοινωνίες έχουν ωθηθεί σε μια σχιζοφρενική στάση για την οποία τίποτα δεν είναι ποτέ αρκετό, πάντα θα χρειάζεσαι πιο πολλά χρήματα, πιο πολλά υπάρχοντα, πιο πολλά από το καθετί. Στο πλαίσιο αυτής της γραμμικής προσέγγισης που βασίζεται στην άπειρη ποσότητα, ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός. Η κρίση μας αναγκάζει να τερματίσουμε αυτή την αφήγηση. Η παύση μάς επιτρέπει να δούμε πού βρισκόμαστε όσον αφορά την ύπαρξή μας και κατά πόσον κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε, θέλουμε να κάνουμε και είμαστε εδώ για να κάνουμε. Επίσης, δεν θα πρέπει να φοβόμαστε να συνδέσουμε μεταξύ τους όλα τα στρώματα: το ατομικό, το κοινωνικό, το ειδολογικό, το πλανητικό και, εκτός αυτών, το συμπαντικό και το πολυσυμπαντικό επίσης. Βρισκόμαστε σε μια διασταύρωση διαφορετικών ενεργειών, σχέσεων, ενοράσεων, κινήσεων και δυναμικών, οι οποίες μετατοπίζονται. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η δύναμη της παρουσίας μας εκφράζεται στον τρόπο ύπαρξής μας μέσα από τις σκέψεις μας, από τον τρόπο που γράφουμε, από τον τρόπο που φερόμαστε στους άλλους, από τον τρόπο που ονειρευόμαστε κ.λπ.
Ο μετανθρωπισμός γίνεται κάτι παραπάνω από ένα συνηθισμένο πεδίο στον ακαδημαϊκό χώρο, γίνεται ένας τρόπος κατανόησης και πρόσβασης σε αυτό που συμβαίνει. Με αυτή την έννοια, ορίζω τον μετανθρωπισμό ως φιλοσοφία της ύπαρξης. Φιλοσοφία είναι η αγάπη για τη σοφία. Δεν είναι απλώς κάτι που μπορεί να μελετηθεί ή να γραφτεί, ούτε απλώς μια θεωρία. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα μας βοηθούσε στην αντιμετώπιση της κρίσης του COVID-19. Ως φιλοσοφία, η ενόραση που μας προσφέρει ο μετανθρωπισμός είναι ότι δεν ζούμε απλώς στον πλανήτη Γη αλλά είμαστε και μέρος του επίσης. Μου αρέσει η μεταφορά του Alan Watts –ενός ταοϊστή φιλόσοφου από την Αγγλία που επηρεάστηκε ιδιαίτερα από την ινδική και την κινεζική φιλοσοφία– που λέει ότι οι άνθρωποι είναι σαν τα μήλα. Αντί να βλέπει τον άνθρωπο σαν αυτόν που παίρνει τα μήλα από το δέντρο, τον βλέπει σαν μήλο, σαν καρπό του πλανήτη. Ως εκ τούτου, ως φύση εμείς οι ίδιοι, πρέπει να σκεφτόμαστε με ενδοσχεσιακούς τρόπους τα άλλα είδη, στο πλαίσιο του βίου και του οίκου –που δηλώνουν το σπίτι μας και το ποιοι είμαστε– και φυσικά μαζί με την τεχνολογία, της οποίας η σημασία έχει ενισχυθεί από την πανδημία του COVID-19. Η τεχνολογία δεν συνδέεται πια μόνο με τον διανθρωπισμό, αλλά εφαρμόζεται πλέον και στην καθημερινή μας ζωή. Σκεφτείτε τη δύναμη της κοινωνικοποίησης μέσω Zoom, όπου άνθρωποι, από σχεδόν οποιαδήποτε χώρα, μπορούν να βρίσκονται στο ίδιο «δωμάτιο»· ή τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο του COVID-19.
Ο μετανθρωπισμός αναδεικνύεται πράγματι ως ένας τρόπος να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, αλλά και να βελτιώσουμε τη ζωή μας, όχι μόνο μέσω τεχνολογικών θεωρησιακών εξελίξεων –που μπορεί να επέλθουν ή να μην επέλθουν– αλλά μέσω της υπαρξιακής μας παρουσίας και της κατανόησης του ποιοι είμαστε. Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας και θεωρώντας ως δεδομένο ότι είμαστε άνθρωποι. Οι περισσότεροι από εμάς απαντούν καταφατικά όταν ερωτώνται: «Είσαι άνθρωπος;» Όμως το ερώτημα του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος είναι πιο περίπλοκο. Όλες οι παραδόσεις σοφίας, από την αρχαιότητα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο, υπογραμμίζουν τη βασική πτυχή της πλήρους υπαρξιακής συνειδητοποίησης: μάθε ποιος είσαι – αυτό είναι το καλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στον εαυτό σου, στον πλανήτη, στο είδος και σε όποια άλλη οντότητα θα ήθελε κανείς να προσθέσει στη συζήτηση. Μη περιοριζόμενος στο να είναι μια τρέντι θεωρία στον ακαδημαϊκό χώρο, ο μετανθρωπισμός γίνεται εργαλείο προσανατολισμού στην καθημερινή ύπαρξή μας, ιδίως κατά τη διάρκεια μιας κρίσης που συνιστά μια στιγμή απόφασης και επιλογής για εμάς τους ίδιους ως είδος.
Rohan Hassan: Επιστρέφοντας στα βασικά: Τι εννοείτε με τον όρο «μετανθρώπινο»; Και σε σχέση με ποιο ανθρώπινο είναι το μετανθρώπινο «μετα»;
Francesca Ferrando: Για να κατανοήσουμε την ιστορία ολοκληρωμένα, πρέπει να ανατρέξουμε πίσω πέρα από την καταγεγραμμένη ιστορία, καθώς οι άνθρωποι υπάρχουν για πολύ περισσότερο καιρό. Σε κάποιο επίπεδο, ήμασταν πάντα μετανθρώπινοι, επειδή ο άνθρωπος είναι μια ιστορική κατασκευή. Η ιστορία του δείχνει ότι ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω από έννοια. Είναι μια διαδικασία, την οποία ονομάζω «εξανθρωπισμό» ή, καλύτερα, «ανθρωποποίηση» – για να διαφοροποιηθώ από τον ιεραρχικό τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος έχει γίνει αντιληπτός μέσα σε αυτή την παγκόσμια ιστορία. Υπήρξαν κοινωνίες ή ομάδες ανθρώπων που όρισαν το τι εστί άνθρωπος διακρινόμενες από άλλους ανθρώπους. Από ετυμολογική άποψη, στα αγγλικά, ο όρος προέρχεται από το λατινικό humanus – ή άνθρωπος,στα αρχαία ελληνικά. Όμως η συγκεκριμένη έννοια του ανθρώπινου δεν συμπεριλάμβανε όλους τους ανθρώπους. Αν δεν ήσουν Έλληνας και δεν μιλούσες ελληνικά, σε θεωρούσαν βάρβαρο – μια αντίληψη που επαναλήφθηκε διάφορες φορές στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Όταν οι Ευρωπαίοι «ανακάλυψαν» την Αμερική τον 15ο και 16ο αιώνα (φυσικά, αν ήσουν ιθαγενής Αμερικανός, ήδη γνώριζες και φρόντιζες αυτή τη γη), έγιναν διάφορες συζητήσεις για το αν οι ιθαγενείς Αμερικανοί ήταν άνθρωποι, και υπήρξαν κάποιοι που υποστήριξαν ότι δεν ήταν, ή ότι ήταν υπάνθρωποι. Οι αντιλήψεις αυτές ήταν σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένες από τη δουλεία, τον αποικισμό και τα οικονομικά συμφέροντα. Η γενοκτονία, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο εθνοκεντρισμός, όλα αυτά είναι ενδείξεις ότι η έννοια του ανθρώπινου χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για να φέρει κάποιες ομάδες πάνω από άλλες κατά τρόπο ιεραρχικό. Έτσι, ακόμα και αν είμαστε όλοι άνθρωποι από γενετική άποψη, στην ιστορία της ανθρωπότητας –κατά την ιστορία της ανθρωποποίησης– δεν έχει θεωρηθεί κάθε άνθρωπος, άνθρωπος και ορισμένοι άνθρωποι δεν έχουν θεωρηθεί το ίδιο άνθρωποι όσο άλλοι. Εδώ έχουμε μια πολιτική και κοινωνικοπολιτική πτυχή του μετανθρωπισμού. Δεν έχει να κάνει με την εκδίκηση ή τη θυματοποίηση, αλλά με την αναγνώριση και την αποδοχή της φωνής του καθενός. Πρέπει να καταλάβουμε ότι το πολλαπλό δεν είναι ξέχωρο από το ένα και ότι όλοι συνδεόμαστε μεταξύ μας, ενώ παράλληλα διαφέρουμε, προκειμένου να μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιοι είμαστε ως άτομα, ως είδος και ως υπαρξιακά όντα.
Κάποιοι συνδέουν τον μετανθρωπισμό με τη βαθιά οικολογία, την οποία θεωρώ ως μία από τις γενεαλογικές πηγές και τις ριζωματικές καταβολές του. Μια διαφορά είναι ότι ενώ η βαθιά οικολογία επικεντρώνεται στο να ξεπεράσει τον ανθρωποκεντρισμό και να επαναφέρει το μη ανθρώπινο στη συζήτηση, το περιορίζει στο βιολογικό. Η βιοκεντρική κοσμοθεωρία τοποθετεί τον βίον (την «ανθρώπινη ζωή») πάνω από τη ζωήν – τη μη ανθρώπινη ζωή. Αντίθετα, ο μετανθρωπισμός δεν είναι βιοκεντρικός, επειδή η λύση δεν είναι να μετακινηθούμε από ένα κέντρο σε ένα άλλο, αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι τα κέντρα βρίσκονται παντού ανάλογα με την προοπτική και τη θέση, χωρίς καμία προοπτική να είναι πιο κεντρική από την άλλη, συμπεριλαμβανομένης και της τεχνολογίας. Ο βιοκεντρισμός αποδομεί τον άνθρωπο, για να δει τη ζωή όπως, για παράδειγμα, τη μη ανθρώπινη ζωή, τα φυτά και την οικολογία. Όμως εξακολουθεί να είναι ένας «κεντρισμός». Ο μετανθρωπισμός δεν είναι επίσης τεχνικοκεντρικός, ακόμα και αν διευρύνει τον αναστοχασμό γύρω από την υπαρξιακή συνειδητοποίηση που εκδηλώνεται μέσα από την τεχνολογία. Κάποιος θα μπορούσε ακόμα και να ισχυριστεί –πράγμα που σπανίως γίνεται– ότι η ίδια η τεχνολογία είναι βιολογική, αφού όλα όσα χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της μπορούν να αναχθούν στη Γη: σε συγκεκριμένα ορυκτά που απαιτεί η κατασκευή του υπολογιστή σας κ.λπ. Η παλαιοντολογία ορίζει τον άνθρωπο ως το ζώο που δημιουργεί εργαλεία μέσα από εργαλεία· ορισμένοι φιλόσοφοι θεωρούν την τεχνολογία ως τον πυρήνα της φιλοσοφίας και της ανθρωπότητας. Ως εκ τούτου, ο μετανθρωπισμός διαφέρει από τη βαθιά οικολογία καθώς συνιστά μια ευρύτερη υπαρξιακή συνειδητοποίηση, όχι μόνο αποδομώντας την ανθρώπινη ζωή σε βιολογική, αλλά βλέποντας επίσης την τεχνολογία ως οντολογική εκδήλωση. Ορισμένοι χρησιμοποιούν τον όρο ΑΙ [artificial intelligence] για να αναφερθούν στην τεχνητή ζωή ή την τεχνητή νοημοσύνη. Τα ζητήματα με την τεχνολογία είναι πολλά: o κοινωνικός και ατομικός εθισμός σε αυτήν, ο έλεγχος, η παραβίαση της ιδιωτικής ζωής κ.λπ. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν είναι απλώς ένα εργαλείο που χρησιμοποιούμε, αλλά ότι αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη και συνεπώς πρέπει να επανεξεταστεί σε σχέση με το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος στον 21ο αιώνα.
Rohan Hassan: Στο έργο σας γύρω από τον φιλοσοφικό μετανθρωπισμό, σημειώνετε ότι συνδέεται γενεαλογικά με τη ριζική αποδόμηση του ανθρώπινου και μπορεί να οριστεί ως μετανθρωπιστικός, μετανθρωποκεντρικός και μεταδυϊστικός. Πώς συνδέονται μεταξύ τους αυτές οι έννοιες με σκοπό την καλύτερη κατανόηση του τι σημαίνει να είναι κανείς μετανθρώπινος;
Francesca Ferrando: Συνειδητοποίησα ότι ο μετανθρωπισμός προκαλούσε σύγχυση στον κόσμο επειδή τον μπέρδευαν με τον διανθρωπισμό. Όμως, ενώ ο στόχος του διανθρωπισμού είναι η αναβάθμιση του ανθρώπου, ο μετανθρωπισμός υιοθετεί διαφορετικές οπτικές γωνίες επικεντρώνοντας στην αποδόμηση του ανθρώπινου. Δεδομένης της σύγχυσης, είναι αναγκαίο να διαθέτουμε πρώτα μια γενική κατανόηση του τι είναι ο μετανθρωπισμός αν θέλουμε να μιλήσουμε και να ασχοληθούμε μαζί του. Αυτή την περίοδο, χρησιμοποιώ τρία αλληλοσυνδεόμενα μη ιεραρχικά στρώματα για να τον περιγράψω. Το πρώτο είναι ο μετανθρωπισμός, που σημαίνει ότι το ανθρώπινο είναι μια πληθυντική και μη ιεραρχική έννοια. Για να είμαστε πλήρως ανθρώπινοι ή «μετανθρώπινοι», θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πρόσχαρα την πολλαπλότητά μας. Η εξέλιξη δεν λειτουργεί προς την κατεύθυνση της πολυπλοκότητας, αλλά προς αυτήν της διαφοροποίησης. Ο εαυτός μας ως οντότητα, ο εαυτός μας ως άτομο, διαθέτει διαφορετικούς βιότοπους και διαφορετικά μικρόβια, όπως και ο βιόκοσμος του εντέρου που ζει μέσα μας και συμβάλλει στο να είμαστε υγιείς ή μη υγιείς. Υπό αυτή την έννοια, το πολλαπλό και το ένα δεν είναι χωριστά.
Το δεύτερο στρώμα είναι ο μετανθρωποκεντρισμός. Όταν αποδομούμε τον άνθρωπο, αποδομούμε κάτι που νομίζουμε ότι ξέρουμε. Ξεδιπλώνουμε διαφορετικά στρώματα που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τον εαυτό μας με βαθύτερους τρόπους. Μετανθρωποκεντρισμός σημαίνει να αναγνωρίζουμε με γενναιότητα και χαρά ότι ο άνθρωπος δεν είναι το βέλτιστο ή το πιο ευφυές είδος, ούτε το ανώτερο στο βασίλειο της ύπαρξης. Είμαστε ένα από τα πολλά είδη, και είμαστε μαζί με τα άλλα είδη σε όλο αυτό που υπάρχει. Θα πρέπει να αναγνωρίζουμε την ομορφιά, την αξιοπρέπεια και τη σημασία των άλλων ειδών – όχι με την έννοια ότι είναι εκεί για εμάς ή ότι εμείς είμαστε εδώ γι’ αυτά. Μερικές φορές, κάτι τέτοιο μπορεί να είναι δύσκολο. Για παράδειγμα, θα «συνυπάρξουμε» με ένα κουνούπι που προσπαθεί να μας τσιμπήσει σε μια περιοχή με ελονοσία; Μάλλον όχι, διότι πρέπει και να προστατεύσουμε τον εαυτό μας. Το λέω αυτό για να διευκρινίσω ότι ο δρόμος δεν είναι ούτε γραμμικός ούτε προφανής, αλλά απαιτεί συνεχή προβληματισμό και πλήρη υπαρξιακή ειλικρίνεια. Η αφήγηση που παρουσιάζει τον άνθρωπο ως βέλτιστο είδος, το πιο ευφυές και το πιο εξελιγμένο, πρέπει να πάψει. Είναι μια λανθασμένη αφήγηση που μας οδηγεί σε λάθος δρόμο, στις κρίσεις που αντιμετωπίζουμε, συμπεριλαμβανομένων αυτής του Ανθρωπόκαινου και αυτής της έκτης μαζικής εξαφάνισης. Παρόλο που πολλά από τα σημερινά κινήματα –το Black Lives Matter, το #MeToo και πολλά άλλα που αφορούν τις φωνές που έχουν αποσιωπηθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας– αναγνωρίζονται, ο ανθρωποκεντρισμός, κατά κύριο λόγο, δεν εξετάζεται· θεωρείται δεδομένος. Έτσι, το δεύτερο αυτό στρώμα αφορά την εγκατάλειψη του προνομίου που κατέχει ο άνθρωπος. Δεν το χρειαζόμαστε.
Το τρίτο στρώμα είναι ο μεταδυϊσμός, ο οποίος δεν έχει διερευνηθεί αρκετά στον ακαδημαϊκό χώρο, σε αντίθεση με άλλες παραδόσεις και προσεγγίσεις – τον μυστικισμό, επί παραδείγματι. Πολλές κοινωνίες του 21ου αιώνα χαρακτηρίζονται από μια δυϊστική νοοτροπία, την οποία διδάσκουν στα μικρά παιδιά από την πρώτη μέρα της ζωής τους. Πρέπει να αποδομήσουμε αυτά τα στρώματα. Βλέπω τον μετανθρωπισμό, τον μετανθρωποκεντρισμό και τον μεταδυϊσμό ως κλειδιά για την ανάδειξη μετανθρώπινων οραμάτων, εμπειριών και πρακτικών. Επιπλέον, δεν πρέπει να τους σκεφτόμαστε με κλιμακοειδή τρόπο. Δεν επιτυγχάνεις πρώτα το πρώτο, μετά το δεύτερο και μετά το τρίτο. Πρέπει να τα σκεφτόμαστε με έναν ενιαίο, οργανικό τρόπο. Πρέπει να είμαστε αρκετά γενναίοι ώστε να αναγνωρίσουμε τι είδους μορφή εκδήλωσης αποτελούμε ως είδος –να είμαστε ειλικρινείς με αυτό που βιώνουμε– και να είμαστε σε θέση να πούμε «δεν χρειάζεται να είναι έτσι». Διάφορες έξεις που έχουν εμπεδωθεί στο είδος μας μπορούν και να διακοπούν οριστικά, όπως, για παράδειγμα, ο πόλεμος. Η κρίση μας επέτρεψε να κάνουμε μια παύση και να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε εδώ και για κάτι άλλο πέρα από το να φονεύουμε ή να μισούμε ο ένας τον άλλον. Ο μετανθρωπισμός, ο μετανθρωποκεντρισμός και ο μεταδυϊσμός θα μας βοηθήσουν να κινηθούμε προς αυτά τα διαφορετικά οράματα και τρόπους ύπαρξης.
Rohan Hassan: Σε μια σχετική ερώτηση, τι εννοείτε όταν γράφετε ότι ο μετανθρωπισμός είναι μια θεωρητική αναθεώρηση του σπισισμού;
Francesca Ferrando: Υπάρχουν πολλά είδη αρνητικών διακρίσεων. Ο σεξισμός είναι η διάκριση που γίνεται με βάση το κοινωνικό φύλο, το βιολογικό φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό κάποιου· ο ρατσισμός είναι η διάκριση που γίνεται με βάση τη φυλή ή την εθνικότητα κάποιου. Ο «σπισιμός» αναφέρεται στις διακρίσεις που αφορούν το είδος. Σε γενικές γραμμές, ως άνθρωποι, θεωρούμε ότι έχουμε την υπεροχή και το ανώτερο δικαίωμα να κάνουμε διακρίσεις εις βάρος των άλλων ειδών. Όσον αφορά τη φιλοσοφική συζήτηση, διάφορες παραδόσεις έχουν αντιμετωπίσει από νωρίς στο σπισισμό – στην Ινδία, για παράδειγμα, κάποιοι έχουν υιοθετήσει διαχρονικά μια μη ανθρωποκεντρική προσέγγιση για τη ζωή. Όμως, γενικά, πολλές παραδόσεις αντιλαμβάνονται τον άνθρωπο από ανθρωποκεντρική οπτική γωνία, για την οποία ο άνθρωπος είναι το βέλτιστο και πιο ευφυές είδος, η βέλτιστη μετενσάρκωση ή το βέλτιστο πλάσμα του Θεού. Ιστορικά, ο σπισισμός ως έννοια προέρχεται από τη δεκαετία του 1970 και από το πεδίο των δικαιωμάτων των ζώων, με τον οποίο ο μετανθρωπισμός διαθέτει ισχυρή σύνδεση, εφόσον επιχειρεί να επεκτείνει την ιδέα της αποδόμησης της υπεροχής βάσει του είδους. Στη δεκαετία του 1970 ξεκίνησε να γίνεται μια συζήτηση γύρω από τις διακρίσεις στο όνομα του είδους. Τίποτα δεν θα γίνει αν σκοτώσεις έναν σκύλο. Κάποιος μπορεί να σε ρωτήσει γιατί το έκανες, αλλά ξέρεις ότι δεν θα πας και φυλακή. Όμως οι νόμοι αλλάζουν. Η Ινδία, για παράδειγμα, αναγνωρίζει πλέον τα δικαιώματα των δελφινιών ως μη ανθρώπινων προσώπων, οπότε το να βλάψεις ένα δελφίνι έχει γίνει σοβαρό νομικό ζήτημα. Επιπλέον, δεν μιλάμε πλέον μόνο για βιολογικά είδη και για διακρίσεις εις βάρος άλλων μη ανθρώπινων ζώων.
Βλέπω με ενθουσιασμό την αλλαγή στο νομικό πεδίο που σηματοδοτεί η νομολογία για τα Δικαιώματα της Φύσης· πλέον αποδίδονται νομικά δικαιώματα ακόμα και σε φυσικές οντότητες όπως ποτάμια και λίμνες ή το δάσος του Αμαζονίου. Η κριτική εδώ είναι ότι το πεδίο των δικαιωμάτων εξακολουθεί να προέρχεται από μια συγκεκριμένη ανθρωπιστική παράδοση, στην οποία η έννοια του ανθρώπου έχει καθολικευτεί με βάση έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, ο οποίος ήταν λευκός, άνδρας, δυτικός, σωματικά ικανός κ.λπ. Ως εκ τούτου, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η απάντηση δεν είναι η επέκταση των δικαιωμάτων, αλλά μια ριζική αλλαγή του όλου πλαισίου της συζήτησης. Νομίζω ότι το ένα δεν αντιτίθεται στο άλλο. Η αναγνώριση των δικαιωμάτων μπορεί να μην είναι η μόνη λύση, ωστόσο αποτελεί μέρος της αλλαγής που συντελείται, ακόμα και αν πρέπει να παραδεχτούμε ότι η αφήγηση που έχει τις ρίζες της στην ανθρωπιστική παράδοση έχει συγκεκριμένα όρια – και να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Υπάρχουν και άλλοι που υποστηρίζουν την αλλαγή των διατροφικών επιλογών μας – για παράδειγμα, τον βιγκανισμό ή τη χορτοφαγία. Όλα αυτά είναι ευπρόσδεκτα στοιχεία της ίδιας συζήτησης και των διάφορων τρόπων με τους οποίους μπορούμε να δημιουργήσουμε εναλλακτικούς τρόπους ύπαρξης και αλληλεπίδρασης. Νομίζω ότι η νομική αντιμετώπιση όσον αφορά την αναγνώριση των δικαιωμάτων των φυσικών φαινομένων και των μη ανθρώπινων ζώων είναι πολύ σημαντική, διότι ζούμε σε ένα νομικίστικο σύστημα. Η κοινωνία μάς ζητά να είμαστε μέρος ενός κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο, όντας γεννημένοι και μεγαλωμένοι στις συγκεκριμένες κοινωνίες, συνήθως αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε σιωπηλά. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τη μετάβαση από τους ανθρωπιστικούς στους μετανθρωποκεντρικούς νόμους.
Για τον μετανθρωπισμό, ο σπισισμός δεν αφορά διακρίσεις που βασίζονται στα βιολογικά είδη μόνο, αλλά και σε άλλους τύπους ειδών επίσης, επειδή η ύπαρξη δεν είναι δυϊστική και δεν εκδηλώνεται μόνο μέσα από τη βιολογική ζωή. Επομένως, λαμβάνουμε υπόψη μας επίσης τα ρομπότ, την AI [τεχνητή νοημοσύνη] και την τεχνολογία. Ο όρος ρομπότ προέρχεται από το τσεχικό robota, που σημαίνει «σκλάβος». Και είναι σαν οι άνθρωποι να έχουν αρχίσει να σκέφτονται τα ρομπότ ως τους επόμενους σκλάβους τους. Αυτό είναι πολύ προβληματικό. Πρώτον, επειδή διατηρεί συνεχώς στην ανθρώπινη συνείδηση αυτή την αντίληψη ανώτερου δικαιώματος, δυϊσμού, διχοτόμησης και υπεροχής που είναι επιζήμια για τα άτομα, τις κοινωνίες και το ίδιο το είδος. Επιπλέον, είναι επικίνδυνο και για τον άνθρωπο, τώρα που η AI γίνεται όλο και πιο δεσπόζουσα. Αν στο μέλλον η ΑΙ κυριαρχήσει, δεν θα υπάρχουν πλέον άνθρωποι που θα κάνουν διακρίσεις εις βάρος της ΑΙ, αλλά ίσως η ΑΙ θα είναι αυτή που θα κάνει διακρίσεις εις βάρος των ανθρώπων. Θα μπορούσαν να εξετάσουν τους ανθρώπους και την ιστορία τους σε θέματα τυραννίας, δικτατορίας, πολέμου, βιασμών, δολοφονιών και αρπαγών, και να συμπεράνει ότι το είδος μας δεν είναι και τόσο έξυπνο. Θα μπορούσαν να θελήσουν να μας κρατήσουν σαν ένα είδος κατοικίδιου απλώς. Θα πρέπει να εξετάσουμε, ως εκ τούτου, τον σπισισμό με τέτοιο σοβαρό και ολοκληρωμένο τρόπο που να μας οδηγήσει σε μια μεταδυϊστική αντίληψη και στην κατανόηση ότι δεν θα πρέπει να ασπαζόμαστε μια τέτοια αίσθηση εξαιρετισμού. Δεν πρέπει να αισθανόμαστε ανώτεροι από τους υπόλοιπους βιολογικούς μη ανθρώπινους άλλους, ούτε και από την τεχνολογία, η οποία είναι κι αυτή ένας τρόπος φανέρωσης, ένας τρόπος εκδήλωσης – μια οντολογική εκδήλωση. Η τεχνολογία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε την ύπαρξη· υπάρχει μαζί μας και είναι μέρος της υπαρξιακής αναζήτησής μας. Το να προσπαθούμε να διαχωρίσουμε τον εαυτό μας καθιστώντας τα ρομπότ τους νέους μας σκλάβους και αντιμετωπίζοντας τα άλλα είδη λες και είναι κατώτερα δεν είναι απλώς λάθος, είναι και επιζήμιο επίσης, και πολύ, πολύ επικίνδυνο – όχι μόνο από την άποψη της εξατομικευμένης κατανόησης της ύπαρξης, αλλά και για εμάς τους ίδιους ως είδος.
Rohan Hassan: Τα κινήματα και οι πρακτικές που υποστηρίζουν το αναμφισβήτητο κύρος και την αποδοχή ενός περιθωριοποιημένου «άλλου» συχνά αναπαράγουν νέους τύπους ιεραρχήσεων και διαφορετικά είδη περιθωριοποιήσεων. Βλέπουμε μη ανθρώπινες οντότητες –όπως τα ρομπότ, ας πούμε– ή τεχνητά νοήμονα όντα να θεωρούνται συχνά ως οι νέοι «άλλοι», που υπόκεινται σε νέες μορφές εκμετάλλευσης και καταχρηστικής συμπεριφοράς. Πώς προσεγγίζει ο μετανθρωπισμός αυτό το ζήτημα;
Francesca Ferrando: Ας εστιάσουμε πρώτα στον διανθρωπισμό, για να εξετάσουμε μετά τον μετανθρωπισμό. Ο διανθρωπισμός δεν συνεισφέρει τόσο τον παράγοντα της ανθρώπινης ποικιλομορφίας στην όλη συζήτηση, καθώς η βασική του αρχή είναι ότι οι άνθρωποι είναι κάπως παρωχημένοι και ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι οι άνθρωποι είναι πολλοί και να προσεγγίσουμε με ενδιαφέρον τη ρομποτική και εξωτική ποικιλομορφία. Στη συζήτηση για τον νέο τεχνολογικό «άλλο», υπάρχει μια πλευρά που βλέπει θετικά τη ρομποτική τεχνολογία· από την άλλη, όμως, σε ορισμένες αφηγήσεις, η τεχνολογία δημιουργεί φόβο και θεωρείται ως ο νέος κίνδυνος. Το Χόλιγουντ, για παράδειγμα, ενσταλάζει φόβο στον κόσμο, κατασκευάζοντας μια αφήγηση κατά την οποία η τεχνολογία είναι εντελώς διαλυτική, η ΑΙ παίρνει την εξουσία από τους ανθρώπους, ξεφεύγει από τον έλεγχό τους και εξεγείρεται κ.λπ. Στη συνέχεια οι άνθρωποι αντιστέκονται, και τελικά τα καταφέρνουν, αν και στην πορεία παραλίγο να πεθάνουν σχεδόν όλοι. Νομίζω ότι αυτή η αφήγηση είναι μερική, επειδή δεν νομίζω ότι είναι καλό να μιλάμε για την τεχνολογία με τέτοιους δυϊστικούς όρους – ως κάτι ξεχωριστό και διαφορετικό από εμάς. Αντ’ αυτού, θα πρέπει να τη σκεφτόμαστε ως οντολογική εκδήλωση.
Από τη σκοπιά της φυσικής, τα πάντα είναι ενέργεια· τα πάντα αλληλεπιδρούν, συνδέονται, κινούνται και δονούνται. Με αυτή την έννοια, η τεχνολογία δεν διαφέρει από εμάς. Η αφήγηση που κατασκευάζουμε σήμερα για την τεχνολογία θα είναι η προφητεία του μέλλοντος. Οι προφητείες συχνά προκύπτουν από κοινωνικές αφηγήσεις που επαναλαμβάνονται και μεταδίδονται στο τρόπο σκέψης πολλών ανθρώπων, από γενιά σε γενιά. Οι νόμοι και οι κοινωνίες προκύπτουν από τέτοιες φιλοσοφίες, ιδέες και αντιλήψεις – για παράδειγμα, η προφητεία της δουλείας δίδασκε επί αιώνες ότι ορισμένοι άνθρωποι ήταν κατώτεροι από άλλους. Το μέλλον είναι ήδη εδώ στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, υπάρχουμε και εκδηλώνουμε την ύπαρξη. Ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζουμε την αφήγηση γύρω από την τεχνολογία είναι το κλειδί για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία θα αναπτυχθεί μέσα και πέρα από τον 21ο και τον 22ο αιώνα. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, είναι μια σπείρα ή, σε ορισμένες παραδόσεις, ένας κύκλος. Δεν βλέπω ένα μέλλον στο οποίο ξαφνικά ο άνθρωπος θα έχει το ρομπότ για σκλάβο ή το ρομπότ θα υποδουλώσει τον άνθρωπο. Ποτέ δεν υποστήριξα οποιουδήποτε είδους σταθερό και ιεραρχικό πλαίσιο μεταξύ ανθρώπων και μη ανθρώπων, και δεν θα το εφαρμόσω αυτό ούτε στην τεχνολογία. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για την τεχνολογία είναι κρίσιμος για την ίδια την ανάπτυξή της. Είναι σημαντικό να είμαστε μετριόφρονες, διεξοδικοί και σε επαφή με τις τεχνολογικές, βιολογικές και οικολογικές μας ρίζες – να βλέπουμε την αλληλοσυνδετότητα της ύπαρξης με χαρά, συνειδητοποίηση και αξιοπρέπεια.
Rohan Hassan: Μιλώντας για αλληλοσυνδετότητα και συγκερασμούς, πώς βλέπετε τη σύνδεση μεταξύ φεμινισμού και μετανθρωπισμού;
Francesca Ferrando: Ο φεμινισμός και ο μετανθρωπισμός συνδέονται στενά. Η ιδέα του μετανθρωπισμού έχει τις ρίζες της σε πολλά κινήματα, αλλά ο κριτικός μετανθρωπισμός –ιδίως ο πολιτισμικός μετανθρωπισμός– προέρχεται από το φεμινιστικό κίνημα της δεκαετίας του 1990, το οποίο ήταν ένας μεταμοντέρνος φεμινισμός. Από ακαδημαϊκής πλευράς, η αποδόμηση του ανθρώπινου, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 στη βάση των πολλών διαφορετικών στρωμάτων της ύπαρξης του ανθρώπου, συνεχίστηκε στο έργο της Katherine Hayles, η οποία εκλαΐκευσε στον ακαδημαϊκό χώρο την έννοια του μετανθρώπινου, την οποία αντιλήφθηκε μέσα από μια βαθιά ενσώματη φεμινιστική οπτική γωνία – βλέπε, για παράδειγμα, το βιβλίο της How We Became Posthuman του 1999. Σήμερα, ο μετανθρωπισμός αποκτά απήχηση και έξω από τον ακαδημαϊκό χώρο, καθώς βλέπουμε διάφορους δημοσιογράφους, μέσα ενημέρωσης και κινηματογραφικές παραγωγές να εκδηλώνουν μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Ο φεμινισμός δεν είναι σχετικός με τον μετανθρωπισμό μόνο επειδή ο άνθρωπος είναι πολλαπλός (το κοινωνικό φύλο είναι ένα από τα στρώματα που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας). Το επιστημολογικό μάθημα που μας πρόσφεραν οι φεμινίστριες, ιδίως από τη δεκαετία του 1990 και εξής, βασίστηκε στην ιδέα των εντοπισμένων γνώσεων – την ιδέα ότι κάθε γνώση πηγάζει από μια συγκεκριμένη εμπειρία και προοπτική. Η άποψη αυτή είναι βαθιά συνδεμένη με τον προοπτικισμό, ο οποίος μπορεί να εντοπιστεί στον Νίτσε, καθώς και στην παράδοση του Τζάιν στην Ινδία και του Μαχαβίρα έξι αιώνες πριν από τη μετά Χριστόν εποχή, και επιτρέπει να κατανοήσουμε το πώς αυτοί οι φιλόσοφοι και αυτές οι παραδόσεις στοχάζονται την ύπαρξη ως δίκτυο σχέσεων. Οι ρίζες δεν είναι γραμμικές και, όπως το έκαναν ο Ντελέζ και ο Γκουαταρί, το βλέπουμε στα ριζώματα, που φυτρώνουν με ακανόνιστο τρόπο. Ο φεμινισμός είναι σημαντικός, αφενός μεν, για το μάθημα που βγαίνει από την επιστημολογία του όσον αφορά τις εντοπισμένες γνώσεις και, αφετέρου δε, για τα μαθήματα που μας προσφέρει γύρω από την έννοια της ηθικής.
Η φεμινιστική ηθική δεν βασίζεται σε αφηρημένες έννοιες, αλλά στην έννοια, φερ’ ειπείν, της φροντίδας. Αν σκεφτούμε την ηθική ως έθος, μπορούμε να δούμε ότι οι έξεις της ύπαρξής μας δεν βασίζονται σε αφαιρέσεις. Δεν πρέπει να θέτουμε στον εαυτό μας την ερώτηση: «Τι οφείλουν οι άλλοι να κάνουν στη τάδε περίπτωση;» αλλά την ερώτηση: «Πώς φέρομαι εγώ στους άλλους; Πώς διάγω τον βίο μου σε αυτόν τον πλανήτη; Πώς φροντίζω τον τόπο στον οποίο κατοικώ; Τους ανθρώπους με τους οποίους ζω;» Ο φεμινισμός συνεισφέρει πολλά σε αυτή τη συζήτηση, συμπεριλαμβανομένης της ιδέας της ανθρώπινης ποικιλομορφίας και της σημασίας του τέλους της πατριαρχίας ως ιστορικής εποχής. Από την παλαιολιθική έως τη νεολιθική περίοδο, είχαμε μητροκεντρικές κοινωνίες. Η πατριαρχική εποχή αρχίζει με το τέλος της νομαδικής ζωής –την απαρχή της αστικοποίησης– και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Στις μέρες μας, ωστόσο, έχουμε μια υβριδική κοσμολογία και υβριδικά σύμβολα – το σάιμποργκ, τη χίμαιρα, το υβρίδιο που δεν είναι απαραίτητο να είναι θηλυκό ή αρσενικό για να είναι σε ισχύ, μαύρο ή λευκό, ανθρώπινο ή μη ανθρώπινο. Η ισχύς μπορεί να βρεθεί οπουδήποτε, και αυτό απηχεί και πάλι τον Νίτσε, τον Φουκώ όπως και πολλές άλλες παραδόσεις. Ή, αν προτιμάτε, ο Θεός μπορεί να βρεθεί οπουδήποτε. Δεν έχει σημασία τι είδους γλώσσα χρησιμοποιείς για να αναγνωρίσεις πλήρως την προοπτική και την υπαρξιακή αξιοπρέπεια των άλλων και του εαυτού σου.
Rohan Hassan: Αν λάβουμε υπόψη το εύρος της κοινωνικής του συνειδητοποίησης, ο μετανθρωπισμός –ή ο φιλοσοφικός μετανθρωπισμός– είναι και πολιτικά φορτισμένος. Πιστεύετε ότι οι σημερινές φιλοσοφίες είναι απαραίτητο να έχουν το προσόν μιας πολιτικής συνείδησης ώστε να κατανοήσουν την ταραχώδη παγκόσμια τάξη στην οποία ζούμε;
Francesca Ferrando: Κάθε κρίση προσκομίζει τη δυνατότητα μιας φανέρωσης. Όταν ξεκίνησε η πανδημία, πολλοί άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στο μετανθρώπινο κίνημα χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με τον μετανθρωπισμό ως φιλοσοφία. Να αναρωτηθούν αν αυτό για το οποίο έγραφαν ήταν απλώς μια ακαδημαϊκή τάση ή θα μπορούσε να μας βοηθήσει να βγάλουμε άκρη σε αυτή την ιστορική στιγμή. Υπήρξαν διάφορες απαντήσεις. Αν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή τάση, η φιλοσοφία αυτή δεν μπορεί να σε βοηθήσει όταν γύρω σου πεθαίνουν άνθρωποι και μπορεί να πεθάνεις κι εσύ ο ίδιος. Όταν όμως όλος ο κόσμος περνάει μια πανδημία, αν κατανοήσεις τον μετανθρωπισμό ως τρόπο ύπαρξης, τότε συνειδητοποιείς πως δεν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή τάση. Μπήκα κι εγώ η ίδια σε αυτή τη διαδικασία. Σκέφτηκα ότι αν μου είχε απομείνει ένας μήνας ζωής, δεν θα σπαταλούσα το χρόνο μου γράφοντας για κάτι που δεν με βοηθούσε. Όμως εξετάζοντας βαθύτερα τον μετανθρωπισμό, συνειδητοποίησα ότι όντως με βοηθούσε να βγάλω άκρη σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Στην αρχή της πανδημίας, για παράδειγμα, είχα την έδρα μου στη Νέα Υόρκη αλλά είχα επίσης οικογένεια στην Ιταλία και φίλους στην Κίνα – όλα τους μέρη που απειλούνταν σοβαρά από τον COVID-19. Η σκέψη ότι μπορεί να χάσεις κάποιον για πάντα σε κάνει να σταματάς και να σιωπάς, καθώς δεν υφίσταται κάτι άλλο που να θέλεις να κάνεις. Εκείνες τις στιγμές που μπορούσα να βρω ηρεμία μόνο στη σιωπή, έπρεπε να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου. Και τότε συνειδητοποίησα ότι ο μετανθρωπισμός δεν ήταν απλώς μια ακαδημαϊκή τάση και ότι κινδυνεύαμε να χάσουμε το νόημα του μηνύματός του στους τεχνικούς όρους – στο «μετά» του «μετά». Συνειδητοποίησα επίσης ότι το να παραμένει κανείς στον γυάλινο πύργο δεν αρκεί, ούτε το να γράφουμε για μια σπουδαία ιδέα που δεν αλλάζει καμία ζωή. Έτσι αρχίσαμε να γινόμαστε δημόσιοι διανοούμενοι.
Χαρακτηρίζω ως «μετανθρώπινη παρουσία» το καθήκον μας να δίνουμε το παρόν για χάρη της κοινότητας. Πέρα από την τραγωδία της τρέχουσας κρίσης, υπάρχει και μια θετική πτυχή εδώ, που είναι η παγκόσμια σύνδεση που έχει αναπτυχθεί. Είναι μια στιγμή κατά την οποία συνειδητοποιείς ότι είναι αναγκαίο να συνδεθείς με όσους μιλούν την ίδια υπαρξιακή γλώσσα με σένα. Δεν αναφέρομαι στα ιταλικά ή τα χίντι, τα αραβικά ή τα αγγλικά, ούτε σε εθνότητες, εθνικότητες ή θρησκείες, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή μας από μια παρόμοια οπτική γωνία εξαιτίας του ότι ζούμε σε αυτόν τον πλανήτη για τόσο πολύ καιρό. Τα μετανθρώπινα δίκτυα γνωρίζουν παγκόσμια άνθιση, στην Ινδία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Υπάρχουν τουρκικά, ιταλικά και κινεζικά δίκτυα. Δεν έχουν ως βάση τους την κανονική πολιτική, επειδή δεν έχουν να κάνουν με την ευημερία μιας μεμονωμένης πόλεως. Εάν είμαστε όντως μαζί σε όλο αυτό, τότε μιλάμε για το πώς, ως είδος, θα πρέπει να σκεφτούμε την πόλιν ως πλανήτη Γη.
Η πολιτική σήμερα περιορίζεται συχνά στο τι γίνεται σε μια χώρα ή στο τι κάνει ένα έθνος εναντίον ενός άλλου. Για μένα, αυτό έχει να κάνει με οικονομικά συμφέροντα ή με την πρόσβαση σε πόρους, και δεν συνιστά αληθινή πολιτική. Νομίζω ότι μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε μαζί σε όλο αυτό, ύστερα από τόσο καιρό ζωής σε αυτόν τον πλανήτη, θα καταλάβουμε ότι συνδεόμαστε όλοι μεταξύ μας και ότι οι διαφορετικές θρησκείες, εθνότητες, φύλα, φυλές και πολιτισμοί εμπλουτίζουν την ανθρώπινη κατανόηση της ύπαρξης. Εάν το καταφέρουμε αυτό, θα μπορέσουμε να βρεθούμε σε ένα κοινό βήμα, υπό διαρκή συνομιλία. Συνειδητοποιεί κανείς ότι μπορεί να μιλάμε διαφορετική γλώσσα, αλλά δεν είμαστε εχθροί ο ένας του άλλου και δεν αντικατοπτρίζουμε τους διχοτομικούς, καταπιεστικούς και επικρατούντες διαχωρισμούς που κάποιοι μας διδάσκουν. Ο μετανθρωπισμός μπορεί να μας απελευθερώσει από αυτή την άποψη. Εμένα με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ότι δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του σύμπαντος (όπως το βλέπουμε, για παράδειγμα, στον Άνθρωπο του Βιτρούβιου του Ντα Βίντσι). Μου έδωσε τη δυνατότητα να συνδέσω την ύπαρξή μου με την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και να καταλάβω ότι όλοι μας είμαστε εκφραστές, συνδημιουργοί και μέρος του ωκεανού της ύπαρξης. Αυτή είναι η ομορφιά και η δύναμη της παρούσας στιγμής που ο μετανθρωπισμός με βοήθησε να συνειδητοποιήσω.
Rohan Hassan: Ο μετανθρωπισμός σχετίζεται με τον διανθρωπισμό, αφού οι δύο τους διαθέτουν ένα παρόμοιο όραμα για την καλυτέρευση του ανθρώπινου είδους. Ωστόσο, διαφέρουν ριζικά όσον αφορά το φιλοσοφικό τους υπόβαθρο και τον τρόπο που αναπτύσσονται ως θεωρίες. Πώς προσεγγίζετε αυτές τις αποκλίσεις;
Francesca Ferrando: Πέρα από τον διανθρωπισμό και τον μετανθρωπισμό υπάρχουν και άλλα κινήματα που επαναπροσδιορίζουν και επανεξετάζουν το τι εστί άνθρωπος: ο αντι-ανθρωπισμός, ο μετα-ανθρωπισμός [meta-humanism], ο νέος υλισμός, η αντικειμενοστραφής οντολογία και άλλα. Όλα αυτά τα κινήματα συμφωνούν ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να γίνεται αυτονόητα αντιληπτός ως απλή έννοια ή σημείο προορισμού. Ο άνθρωπος κινείται και αλλάζει· είναι μια γέφυρα, ένας κύκλος, μια διαδικασία. Ονομάζω την εποχή που διανύουμε «Μετανθρώπινη Εποχή», όχι μόνο λόγω του φιλοσοφικού μετανθρωπισμού –ο οποίος είναι απλώς μία από τις πολλές φωνές που μιλούν για το θέμα–, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι το πιεστικό ερώτημα στο πλαίσιο της φιλοσοφικής συζήτησης δεν μπορεί παρά να είναι το εξής: «Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε μια εποχή μεγάλων βιοτεχνολογικών εξελίξεων, οικολογικών καταστροφών και παγκόσμιας αλληλεπίδρασης;» Στη διαδρομή της ιστορίας, έχουν υπάρξει διαφορετικά κινήματα με διαφορετικές απαντήσεις, διότι το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος στον 21ο αιώνα δεν είναι το ίδιο και το αυτό με πεντακόσια ή χίλια χρόνια πριν. Κάθε μεγάλη μετατόπιση στην ανθρώπινη συνείδηση έχει ξεδιπλωθεί σε μια πλειάδα συναφών φιλοσοφιών, όπως συνέβη, για παράδειγμα, και κατά τη διάρκεια της ιταλικής Αναγέννησης. Ακόμα και τότε, δεν υπήρχε μόνο ένας ανθρωπισμός και οι φιλόσοφοι δεν συμφωνούσαν όλοι μεταξύ τους. Η σαφήνεια όσον αφορά τους όρους και τους -ισμούς έρχεται συνήθως αιώνες αργότερα, όταν οι άνθρωποι ανατρέχουν στο παρελθόν.
Ο συγκεκριμένος στόχος του διανθρωπισμού είναι η αναβάθμιση του ανθρώπου. Όμως ο διανθρωπισμός δεν αποδομεί τον άνθρωπο, αφού έχει τις ρίζες του στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό του 18ου αιώνα, σε συνδυασμό με τη Βιομηχανική Επανάσταση. Ενώ ο στόχος του μετανθρωπισμού είναι η ανάπτυξη μιας υπαρξιακής συνείδησης, ο διανθρωπισμός προωθεί μια αντίληψη για την πρόοδο και για ένα καλύτερο μέλλον διαμέσου του ανασχεδιασμού του ανθρώπου με σκοπό να επιλύσει ζητήματα με τα οποία παλεύουμε συνεχώς. Ένα από αυτά τα ζητήματα διατρέχει όλη την ιστορία και όλες τις παραδόσεις, από τις αρχαίες και μεσοποταμιακές μυθολογίες μέχρι τον Γκιλγκαμές: πρόκειται για την αναζήτηση της αθανασίας. Ορισμένες θρησκευτικές παραδόσεις υποστηρίζουν ότι η αθανασία επιτυγχάνεται στη μετά θάνατον ζωή· άλλες λένε ότι είμαστε ήδη αθάνατοι επειδή αλλάζουμε συνεχώς, έτσι που, από φυσική άποψη, δεν πεθαίνουμε ποτέ, παρά μόνο μεταμορφωνόμαστε. Οι διανθρωπιστές μας προσφέρουν μια ακόμη απάντηση στο ερώτημα του πώς να γίνουμε αθάνατοι. Δεδομένου ότι προφανώς οι άνθρωποι δεν έχουν καταφέρει την αθανασία με τη φυσική έννοια, ασκούν κριτική στον όρο και τον έχουν αντικαταστήσει με τον όρο «ριζική επιμήκυνση της ζωής», ο οποίος αναφέρεται απλώς και μόνο στις δυνατότητές μας. Δεν κάνει λόγο μόνο για την ανθρώπινη ζωή όπως είναι και όπως θα μπορούσε να είναι, αλλά και για σώματα που δεν είναι φυσικά απαραίτητα, καθώς και για τις θεωρησιακές αναδυόμενες τεχνολογίες.
Θα μπορούσε κανείς να εξερευνήσει, για παράδειγμα, την ιδέα της «µεταφόρτωσης» του νου. Το σώμα μας μπορεί να πεθάνει, αλλά μπορούμε να μεταφέρουμε τη «συνείδησή» μας σε μια μηχανή, για να ζήσει για χιλιάδες χρόνια. Κάποιοι κάνουν λόγο για γεροντολογία και για την ιδέα της διαρκούς ανασύστασής μας μέσω της νανοτεχνολογίας. Θα μπορούσαμε επίσης να σκεφτούμε τα υλικά σώματα που αναδομούνται, αναγεννιούνται και αναζωογονούνται από μόνα τους για αιώνες, άνευ χρονικών περιορισμών. Για ένα παράδειγμα μιας άλλης οπτικής γύρω από την έννοια του θανάτου, με την κρυονική ο θάνατός παύει να θεωρείται ως τέλος, θεωρείται ως ένας μακρύς ύπνος μέχρις ότου η τεχνολογία βρει τρόπο να λύσει το πρόβλημα που σε σκότωσε. Αν πεθάνεις από καρκίνο που δεν θεραπεύεται σήμερα, μπορείς να ζητήσεις να σε καταψύξουν με την ελπίδα ότι η τεχνολογία του μέλλοντος θα είναι σε θέση να σε θεραπεύσει και να σε επαναφέρει στη ζωή. Άλλοι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται τόσο για την επαναφορά ολόκληρου του σώματός τους και μπορεί να ζητήσουν να καταψυχθεί μόνο το κεφάλι τους με τη σκέψη ότι ο εγκέφαλός τους θα μπορούσε μια μέρα να μεταφερθεί. Το ωραίο με τον διανθρωπισμό είναι ότι ανοίγεται σε πολλές δυνατότητες που θα μπορούσε να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, μερικές από τις οποίες είναι ήδη εν εξελίξει. Είναι αυτή η δύναμη της ριζικής φαντασίας που εκτιμώ σε αυτό το κίνημα, ακόμα και αν δεν θεωρώ τον εαυτό μου διανθρωπίστρια.
Ο διανθρωπισμός εισάγει πολύ εύστοχα την τεχνολογία στη συζήτηση, όχι μόνο όσον αφορά τις αναδυόμενες δυνατότητες για το τι θα μπορούσαμε να κάνουμε στο μέλλον αλλά και όσον αφορά την τεχνολογία που μας είναι διαθέσιμη σήμερα. Στις εκδηλώσεις του «Humanity+», έχω ακούσει ανθρώπους να λένε: «Μακάρι να είχα γεννηθεί σε διακόσια χρόνια από τώρα». Πράγματι, μολονότι βασίζονται στην έννοια του γραμμικού χρόνου, οι διανθρωπιστές οραματίζονται πιθανά μέλλοντα με μεγάλη ελπίδα, προσδοκία και πίστη. Στον διανθρωπισμό υπάρχει μια νοσταλγία για το μέλλον, και όχι για τον τρόπο που είμαστε ή ήμασταν. Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι με την πάροδο του χρόνου σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές εντός του κινήματος αυτού. Στη δεκαετία του 1990, οι περισσότεροι διανθρωπιστές προέρχονταν από μια αθεϊστική οπτική –η ιδέα ήταν ότι έχασες τον Θεό αλλά βρήκες την τεχνολογία–, όμως πλέον αυτό δεν ισχύει ακριβώς. Σήμερα, έχουν και θρησκευτικό υπόβαθρο επίσης: υπάρχουν χριστιανοί διανθρωπιστές, μουσουλμάνοι διανθρωπιστές, ινδουιστές διανθρωπιστές κ.λπ.
Επιπλέον, οι περισσότεροι διανθρωπιστές είναι βιοφιλελεύθεροι, υποστηρίζουν τη γενετική μηχανική και την τροποποίηση του ανθρώπινου DNA – ένα πολύ αμφιλεγόμενο θέμα για το οποίο γίνεται μεγάλη δημόσια συζήτηση, με πολλούς ανθρώπους να αντιτίθενται στην ιδέα. Τα πρώτα γενετικά προσχεδιασμένα μωρά γεννήθηκαν επίσημα το 2018, ενώ ανεπίσημα μπορεί να έχει γίνει και νωρίτερα. Ασχέτως αν είμαστε υπέρ ή κατά, θα πρέπει να το συζητήσουμε γιατί ήδη συμβαίνει. Δεν ανήκει πλέον στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, αν μη τι άλλο, είναι ήδη παρελθόν. Ωστόσο, η ανθρώπινη αναβάθμιση δεν αποτελεί γενικά στόχο του μετανθρωπισμού, ο οποίος είναι πιο πολυσυλλεκτικός ως προς αυτή την έννοια – με ορισμένους μετανθρωπιστές να την υποστηρίζουν και άλλους να είναι πολύ αντίθετοι. Ενώ ο διανθρωπισμός είναι δραστήριος στο θέμα αυτό, ο μετανθρωπισμός είναι επιφυλακτικός: Με ποιες προθέσεις και με ποιες συνέπειες; Οι μετανθρωπιστές αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν δυνατότητες και ότι αυτό συμβαίνει, αλλά αναγνωρίζουν επίσης ότι δεν γνωρίζουμε αρκετά για όλα αυτά μέχρι στιγμής. Για παράδειγμα, θεωρούν ότι πρέπει να προχωρήσουμε αργά με την τροποποίηση του ανθρώπινου DNA, επειδή οι συνέπειες δεν μας είναι γνωστές.
Rohan Hassan: Οι άνθρωποι έχουν επιδείξει μια ακόρεστη καταναλωτική απληστία και μια ανθρωποκεντρική αντίληψη για τη φύση, μετατρεπόμενοι ακόμα και σε παράγοντες ικανούς να αλλάξουν το κλίμα του πλανήτη. Δεδομένου ότι έχουμε εισέλθει στην εποχή του «Ανθρωπόκαινου», πώς ο μετανθρωπισμός ως φιλοσοφία αξιολογεί αυτή την έννοια;
Francesca Ferrando: Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του μετανθρωπισμού, ο οποίος επικεντρώνεται όχι μόνο στο πώς θα μπορούσε να είναι ο άνθρωπος, αλλά και στο πώς είναι ήδη ο άνθρωπος, επειδή το μέλλον δεν έρχεται από το πουθενά. Εμείς είμαστε η προφητεία του μέλλοντος, εμείς το δημιουργούμε. Ο άνθρωπος, από μια μετανθρωπιστική οπτική γωνία, είναι ενταγμένος και ενσωματωμένος σε έναν γεωλογικό χρόνο του οποίου ο χαρακτήρας επανεξετάζεται από τους γεωλόγους. Επί του παρόντος, αν και ευρέως αποδεκτός, το Ανθρωπόκαινο είναι ένας άτυπος όρος. Μέχρι πρότινος μαθαίναμε ότι ζούμε στην εποχή του Ολόκαινου, μια εποχή στην οποία οι άνθρωποι είναι απλώς ένα μέρος μιας ευρύτερης κατάστασης και οι ενέργειές τους δεν έχουν πραγματικές συνέπειες, επειδή αποτελούν ένα υπερβολικά μικρό κομμάτι. Το Ανθρωπόκαινο αλλάζει όλη την αφήγηση, αφού εστιάζει στον άνθρωπο κάνοντάς μας να συνειδητοποιήσουμε ότι όχι μόνο έχουμε τεράστιο αντίκτυπο στον πλανήτη Γη, αλλά ότι μπορούμε να γίνουμε αντιληπτοί ως γεωλογική δύναμη, παρόμοια με τους σεισμούς ή τα ηφαίστεια. Δεν είμαστε απλώς μια σταγόνα στον ωκεανό χωρίς δυνατότητα να επιφέρουμε αλλαγές· είμαστε κύματα τεράστια που αλλάζουν ολόκληρη τη βιόσφαιρα. Το πράγμα αυτό λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τους μετανθρωπιστές, επειδή δεν μπορούμε πλέον να σκεφτόμαστε τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τις φιλοσοφίες, τους νόμους, τις επιστήμες ή τον εαυτό μας χωριστά από καθετί άλλο στον πλανήτη, όπως τα άλλα είδη, τα φυτά και την τεχνολογία. Το Ανθρωπόκαινο γίνεται, έτσι, μια προοπτική, μια τοποθεσία που πρέπει να αναγνωριστεί και δεν μπορεί ούτε να αγνοηθεί ούτε να διαγραφεί.
Αυτή είναι μια άλλη διαφορά μεταξύ του μετανθρωπισμού και του διανθρωπισμού. Οι διανθρωπιστές είναι, για μένα, πολύ χαμένοι στο μέλλον για να συνειδητοποιήσουν πού βρισκόμαστε στο παρόν. Το μέλλον δεν είναι γραμμικό, όπως το βλέπουν, αλλά στεριώνει με έναν ριζωματικό τρόπο, όπως η πιπερόριζα ή η κιτρινόριζα. Το Ανθρωπόκαινο δεν γίνεται να διακριθεί από μια μετανθρωπιστική κατανόηση της ύπαρξης, και δεν συνοδεύεται επίσης από την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι μια τόσο αρνητική δύναμη που θα πρέπει να εξαφανιστεί. Δεν φέρει αυτό το άρωμα τραγωδίας, συμπόνιας και μίσους για τον εαυτό μας. Επιστρέφοντας στην αρχή της συζήτησής μας, το να συνειδητοποιήσεις ποιος είσαι είναι το καλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στον εαυτό σου, στο ανθρώπινο είδος και στον πλανήτη. Το Ανθρωπόκαινο είναι μέρος αυτού που είμαστε – μέρος του πλανήτη. Δεν μπορούμε να ξεχνάμε ότι είμαστε μέρος ενός είδους που δεν είναι ένα αλλά πολλά. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε το οτιδήποτε, ούτε καν τον εαυτό μας, ξέχωρα από μια ενσώματη γεωϊστορική τοποθεσία. Αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται με δραματικούς όρους, αλλά με μια γειωμένη, συνειδητοποιημένη θέση που περιλαμβάνει το να αλλάζουμε όχι λόγω συμπόνιας ή λύπησης για τον εαυτό μας, αλλά λόγω της παραδοχής ότι, αν ο πλανήτης βρίσκεται σε κρίση, τότε κι εμείς βρισκόμαστε σε κρίση. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η οικολογική κρίση θα έχει αντίκτυπο στις ανθρώπινες κρίσεις, όπως μας έδειξε και η πανδημία. Αυτή η πανδημία προέρχεται από εμάς, από τις πράξεις μας, αποδεικνύοντας πως είμαστε μέρος του συνόλου και πως ό,τι κάνουμε μετράει.
*
H Δρ. Φεράντο διδάσκει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, NYU. Το τελευταίο της βιβλίο είναι το Philosophical Posthumanism (Bloomsbury, 2020). Η Φραντσέσκα Φεράντο έχει τιμηθεί με το βραβείο «Premio Sainati», για φιλοσοφική εργασία με την αναγνώριση του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας. Έχει ιδρύσει το Global Posthuman Network. Το έργο της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει χαρακτηρισθεί ως η κορυφαία σύγχρονη φιλόσοφος για τον μετα-ανθρωπισμό.
*
H συνέντευξη της Φραντσέσκα Φεράντο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Europe Now, τεύχος 45, Noέμβριος 2021
Σχολιάστε