Το εγχείρημα επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ

Στέφανος Παπαδόπουλος, Χαμένες μέρες

Μετάφραση: Παναγιώτης Ιωαννίδης

από τις Χαμένες μέρες (2001)

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Έπαιξα τη νιότη μου όλη
ανάμεσα σε αυτοκίνητα παρκαρισμένα και σε νεραντζιές
βαριεστημένου δήμου,
προσώπων που αλλάζουν βλέμμα σαν σε αναγνωρίσουν –

πολύ αργά για συνάντηση, αλλ’ αναπόφευκτο.

Περνάω πάνω από σκυλιά
που ήξερα τους πατεράδες τους με τ’ όνομά τους·

το ανεξάντλητο θέατρο των ζώων

σε οδούς με μπλεγμένους μονόδρομους και στοπ,

και αυτοκίνητα χρήσιμα για την ευμενή σκιά τους

ή για το σήκωμα του ποδαριού.

Σιωπή καλοκαιριού στις τρεις η ώρα –

σιωπή που ανεβαίνει σαν τη βαθιά ανάσα

του πλήθους στην Ανάσταση.

Και τώρα, στην πλατεία της γειτονιάς, πάει

το κοκκινόχωμα. Πάνε και οι πληγές με τα ράμματα

μαύρων κυπαρισσιών και οι ξέθωρες ουλές

απ’ τα μισοξεφουσκωμένα λάστιχα των ποδηλάτων μας.

Πάει και το ψηλοτάβανο καφενείο
με τις πράσινες τσόχες στα τραπέζια, και τους τοίχους
ταπετσαρισμένους από πάνω ώς κάτω
με φωτογραφίες του Βίκου και του Καναδά.

Πάει κι ο Αναστάσης που έσερνε δυο σακούλες
άδεια μπουκάλια για την κάβα,

με το ανοιχτήρι σαν τσίγκινο μετάλλιο στο στήθος.

Μόνο οι σκύλοι μένουν απαράλλαχτοι,

τους έλκει πεισματάρα αγάπη για τους προφυλακτήρες,

οι άγιοι δρόμοι του Κυριακάτικου απογεύματος,

μια ιστορία χώρου αχάλαγου.

ΚΙΣΣΑ

Στις εφτά το πρωί η κίσσα
διακηρύσσει την ανεξαρτησία της,

αν και δεν έχει κανέναν να εκδιώξει

απ’ τα γυμνά κλωνάρια της ιτιάς.

Ήλιος δεν βλέπει αυτόν τον κήπο,

μα η κίσσα πετάει προς τα ψηλά –

φτερούγισμα κοβάλτιου σε πλάγια τούβλα.

Πήγαινε πες της να μην

πασχίζει να φτάσει τον ήλιο –

έχουμε ανάγκη το μπλε της τίναγμα

στον μοναχικό μας κήπο,

το κρώξιμο δικτάτορα

σ’ αυτήν την επαρχία υπό αποσύνθεση.

Λάμπει το φως στο ξεβαμμένο ξύλο

του σκουριασμένου υδατόπυργου·

κι αυτός, σαν πύραυλος,

ποθεί την πτήση.


ΣΚΥΛΕ, ΓΕΙΑ / Ι.


στον Πέτρο Ασλανίδη

Ένα ανασηκωμένο φρύδι
κάτω από τον πλατύ γύρο του καλοκαιρινού καπέλου –

μια ουρά σκύλου με την ίδια ερώτηση

καθώς η νύχτα πέφτει γύρω απ’ τους αστράγαλούς μας

και οι πέτρες εκπνέουν

τα απομεινάρια του ήλιου του μεσημεριού.

Τα μαγαζιά κατασκοπεύουν από χαραμάδες

στα μεταλλικά παντζούρια τους
τα σημαδεμένα πάλι και πάλι

από τ’ αδέσποτα της πόλης και τους νεαρούς περαστικούς.

Μία μοτοσικλέτα σχίζει

αυτό το σύντομο σάβανο ησυχίας.

Μία μοτοσικλέτα ανοίγει τρύπα

κι ύστερα η πόλη ακολουθεί

σαν κατοικίδιος σκύλος στο λουρί

πανευτυχής που πάει άγνωστο πού.

ΓΕΦΥΡΕΣ

Ναι, είναι ωραίες οι γέφυρες.

Τις ακούς;

Εσύ που φοράς τον καημό σου

σαν μαντήλι κόκκινο, και στέκεσαι

για να χαζέψεις τις παλιές γκραβούρες που

κρέμονται σαν ξεθωριασμένα εσώρουχα

στον πάγκο του βιβλιοπώλη.

Κάθεσαι με τις ώρες

στο παγκάκι του πάρκου, ισιώνοντας

με τα παπούτσια το χλωμό χαλίκι,

ενώ οι γυναίκες του Μαγιόλ

πρασινίζουν στο ψιλόβροχο του Νοέμβρη.

Γεμάτη η πόλη από σένα,

που περιφέρεσαι ώσπου τα ισχία σου

να καίνε, και τα παπούτσια σου, με τις

φθαρμένες σόλες, σέρνονται

σε άδειες ανοιχτωσιές πεζοδρομίου.

Κοιτάς ψηλά τα φωτισμένα παράθυρα,

ή παρακολουθείς τα άκαμπτα κεφάλια

μες στων αυτοκινήτων την ερμητική σιωπή

όταν ανάψει κόκκινο. Κοιτάς.

Ο μάγος βγάζει το φανταχτερό μαντήλι

κι εσύ πλέεις στο σούρουπο,

με πρόσωπο άσπρο όπως του θλιμμένου

λαγού που κρέμεται απ’ τα μεγάλα αυτιά.

Επιστρέφεις στις γέφυρες,

όπως οι εραστές και οι αυτόχειρες.

Ναι, επιστρέφεις στις γέφυρες

για να καπνίσεις και να μετρήσεις βάρκες,

ενόσω κάποιος παίζει το “Blue Seven”

κάτω από μιαν αψίδα·

και ναι, επειδή οι γέφυρες

είναι ωραίες, καθώς στέκουν έτσι,

πάνω στα γκρι νερά.

*

από το HôtelDieu (2010)

ΑΦΙΞΕΙΣ

Φτάνει ο θάνατος γελώντας εκτός εποχής,

και φτάνει όταν στα δυο σε σχίζει

το μπλε θαύμα της νύχτας

που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει

καθώς χορεύεις και πας

κάτω απ’ τον ουρανό που ακόμα γελά.

Φτάνει σαν σχολιαρόπαιδα που τρέχουν,
Ιούνιο, κουτρουβαλώντας κατά τον Σεπτέμβρη,

σαν τον κομήτη που σημάδεψε

την απλή ιστορία σου με φως απλό.

Θα καταφθάσει σαν βροχή τις Κυριακές,

σαν δέντρο που ζητά συγγνώμη

όταν σε στέγη γέρνει

λες και παραείχε πια σταθεί ολόρθο.

Κι όταν τα ζευγαράκια στη σειρά

σαν φώτα γιορτινά που αναβοσβήνουν

στον δημοτικό πεζόδρομο

κοιτάζουν προς τη θάλασσα,

φτάνει κι αυτός με την αγάπη του οδηγώντας

αμάξι ανοιχτό που ούτε που ακούγεται.

ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ

Στην αγκαλιά του δρόμου, ηλιαχτίδες.

Μια γυναίκα περνά σέρνοντας πίσω της

ανταύγειες των μαλλιών της, πικραλίδες,

κοντοστέκεται με τα σκυλιά

στην άκρη του πάρκου όπου ο ήλιος

όλο σηκώνεται και πέφτει

σαν θυμωμένο σκήπτρο.

Χτες βράδυ η βροχή απ’ τη Σαχάρα

άφησε ένα λεπτό υμένιο σκόνης κόκκινης

στη βεράντα – και τα δέντρα ακόμη

πήραν απόχρωση σκουριάς.

Αργά τη νύχτα αυτός ακούει μουσική

όπως ρουφάνε οι γέροι

την κίνηση του πάρκου, δάχτυλα γαντζωμένα σε μπαστούνια

σαν σε κουπαστές προς το αιώνιο.

Περνά η γυναίκα,

πλαισιωμένη απ’ το παράθυρο,

τα δυο σκυλιά, σκιές της.

Τα σκυλιά έχουν μάθει να προσέχουν –

ακολουθούν τις ξεκάθαρες γραμμές του πάρκου

με τις μουσούδες χαμηλά, ακούν την αλλαγή

στον τόνο της φωνής της, νιώθουν τη νύχτα

που καταφτάνει γρήγορα,

ρίχνουν μια ματιά προς το παράθυρο όπου ξέρουν ένα πρόσωπο

μα βλέπουν μιαν αδιάφορη αντανάκλαση.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Τελευταίες μέρες του καλοκαιριού –

αυτές που έχασε η κίσσα

στην κορυφή του δέντρου που πλημμύριζε

από τραγούδι δίχως νόημα.

Υπάρχουν μέρες να μην είναι για πόνο

όταν ξεραίνονται τα χωράφια

όπως τα γαϊδουράγκαθα στους λόφους

που τους χαρακώνουν μικρά μονοπάτια

μες στα καμένα φρύγανα;

Σε ποιον να στραφώ

όταν οι ψαρόβαρκες

δεμένες νύχτα στο λιμάνι

μου λένε πως ό,τι αγαπώ

είναι κι αυτό που χάνεται

σε τούτο το τετράγωνο λυκόφωτος

το τεντωμένο σαν καμβά

όπου τα σύννεφα παρελαύνουν

δίχως όνομα και δίχως εξήγηση;

Δώσ’ μου κάτι που επαναλαμβάνει

τον αργό τοκετό της θάλασσας,

ό,τι να ’ναι, νανούρισμα, ψέμα,

πως δεν είμαστε μόνοι

σ’ αυτήν την ακτή με βράχια και αλάτι

όπου ο ήλιος δίνει άφεση

σε όσα δεν ειπώθηκαν.

Κι ένα δοξάρι από αλογότριχα, το σέρνουν

σε τεντωμένα έντερα, χορδές,

μέχρι να σβήσουν αυτές οι σκέψεις

και κάθεσαι και κοιτάς

την κρύα, σκληρή επιφάνεια της θάλασσας.

Ο ΚΟΛΠΟΣ ΣΤΟ ΒΑΘΥ

Σίφνος, Ελλάδα

Ο άνεμος σηκώνεται Παρασκευή,

φέρνει τον ήχο απ’ τις καμπάνες

και τον βόμβο απ’ τα τσίγκινα μεγάφωνα

μακρινής λειτουργίας

απ’ τον απέναντι λόφο που αντιστέκεται.

Σε χαμηλό πετροκάλυβο όπου δεν χωράς όρθιος,

κόκαλα πρόβατου κείνται λευκά στο χώμα.

Σαν σκηνή εγκλήματος βυθίζονται

στη δική τους σύντομη ιστορία·

κόκαλα στη σκόνη της πέτρας,

κοφτερά σαν τον τζίτζικα που γνέθει

μες στα βάτα.

Ο ήλιος διαμοιράζει το σώμα του,

σκοντάφτει πέρα στα βράχια

και στις σειρές από κατάρτια μες στον κόλπο.

Βυθίζεται μες στο βαθύ νερό,

βυθίζεται σαν για στερνή φορά,

λες κι όλοι οι εραστές της γης έχουν μαζευτεί

για ένα τελευταίο βραδινό αγνάντεμα

και οι χάνοι και οι έκθαμβοι τουρίστες,

κακοί ζωγράφοι και ερασιτέχνες φωτογράφοι

αυτό να περίμεναν.

Και όταν έπεσε στη θάλασσα άνοιξε

σαν ντόπιο καρπούζι

και τα μεγάλα μαύρα σπόρια σκόρπισαν

σε φαρδύ πιάτο – το καρπούζι ζεστό,

το κοφτερό μαχαίρι κρύο στο άγγιγμα.

Ο Στέφανος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1976 στη Βόρεια Καρολίνα των ΗΠΑ, μεγάλωσε στο Παρίσι και στην Αθήνα, και σπούδασε Κλασσική Αρχαιολογία στις ΗΠΑ και στη Σκωτία. Σήμερα ζει στις ΗΠΑ. Ο κοσμοπολιτισμός του διαποτίζει την ποίησή του. Οι τόποι όπου έχει ζήσει, αλλά κι αυτοί όπου έχει ταξιδέψει για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα (π.χ. Ιταλία, Καραϊβική), και οι άνθρωποι που απλώς συναντά εκεί ή με τους οποίους συνδέεται, αποτελούν βασικό υλικό των ποιημάτων του – ειδικά στα δύο πρώτα βιβλία του, τις Χαμένες μέρες (Lost days, 2001) και το HotelDieu (2010). Μαζί τους πλέκονται επεισόδια της ιστορίας, οικογενειακής του ή ευρύτερης, πρόσφατης και απώτερης – κυρίως δε στο τρίτο βιβλίο του, HΜαύρη Θάλασσα (The Black Sea, 2012 – μτφρ. στα ελληνικά: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ). Η ποίησή του διακρίνεται για τις έντονες εικόνες. Από πλευράς μορφής, είναι κυρίως ελευθερόστιχη, παρόλο που δεν λείπουν ποιήματα γραμμένα σε παραδοσιακή μορφή – η δε Μαύρη Θάλασσα αποτελείται καθ’ ολοκληρίαν από σονέτα. Έχει δημοσιεύσει δικά του ποιήματα αλλά και μεταφράσεις ελληνικών ποιημάτων (Αγγελάκη-Ρουκ, Καρυωτάκη, Ρίτσο) σε πληθώρα αγγλόγλωσσων περιοδικών, συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, μεταφρασθεί και διακριθεί (π.χ. με το Jeannette Haien Ballard Writer’s Prize για τη Μαύρη Θάλασσα). Αρθρογραφεί περί λογοτεχνίας σε αμερικανικά έντυπα. Έχει επιμεληθεί και μεταφράσει μαζί με την Κ. Αγγελάκη-Ρουκ επιλογή ποιημάτων του Ντέρεκ Γουώλκοττ στα ελληνικά. – Π.Ι.

Σχολιάστε