Το εγχείρημα επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ

Demetrius Capetanakis: A Marvel of Adjustment/ θαύματα προσαρμογής

πρόλογος-μετάφραση: Ορφέας Απέργης

«Ἕνας “τύπος” ἀνθρώπινος, γεμάτος πολύτιμη οὐσία, ἴσως μοναδικὸς γιὰ τὴν Ἑλλάδα: […] γιὰ μᾶς, ποὺ τὸν εἴδαμε ἀπὸ παιδὶ σχεδὸν καὶ ἴσως κάποτε νὰ τὸν βοηθήσαμε στὸ πρῶτο του μπουμπούκιασμα, στὰ πρῶτα του τολμήματα, γιὰ μᾶς διατηρεῖται σὰ μιὰ ἔμμονη παρουσία, καὶ ὅταν τὸν διαβάζομε εἶναι σὰν νὰ τὸν ἀκοῦμε, καὶ ὅταν τὸν ἀναπολοῦμε εἶναι γιὰ μᾶς σὰν ἕνα παράδειγμα, σὰν ἕνα δεῖγμα ζωῆς, σὰ μιὰ διδαχή. Μᾶς ἀποδίδει πολλαπλάσια ὅ,τι κάποτε τοῦ δώσαμε». (Κωνσταντίνος Τσάτσος, Νέα Εστία, τχ. 448, 1946)

«Τὸ χαμόγελο τοῦ φίλου μου! Ναί, τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι ἦταν ἕνα ἀρχαϊκὸ χαμόγελο. Οἱ Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου, τὰ ἀρχαϊκὰ ἑλληνικὰ ἀγάλματα, οἱ Τυρρηνικὲς Θεότητες, – δὲ μοιάζουν, τάχα, ὅλες αὐτὲς οἱ μορφὲς σὰ ν’ ἀνήκουν ταὐτόχρονα στὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ σ’ ἕνα ἀδύνατο εἶδος ὡριμότητας; Τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἐντύπωση γεννοῦσε μέσα μου ἡ ὄψη τοῦ φίλου μου. Συχνά, κοιτάζοντάς τον, ἔνιωθα πὼς ἤμουν κάποιος ποὺ εἶχε ταχθεῖ νὰ λύσει ἕνα πρόβλημα ἀδύνατο. Καὶ τὸ ἀδύνατο εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή. Κοιτάζοντας τὸ πρόσωπο τοῦ φίλου μου, μιὰ πολὺ βαρύτερη πεποίθηση γεννιόταν μέσα μου: ἡ πεποίθηση ὅτι ἀκριβῶς ὁ θάνατος ὁ ἴδιος εἶναι κάτι τὸ ἀδύνατο». (Παναγιώτης Κανελλόπουλος, γράφοντας στα αγγλικά στο περιοδικό NewWriting, τεύχος φθινοπώρου 1944, μεταφρασμένο από τον ίδιο στα ελληνικά για το αφιέρωμα της Νέας Εστίας, ό.π.)

Για ποιον «φίλο», για ποια «έμμονη παρουσία» είναι γραμμένα τα παραπάνω λόγια; Για τον «Διόσκουρο» που ο Ζήσιμος Λορεντζάτος θεωρούσε, ακόμα και το 1997, τόσο γνωστό που να μη χρειάζεται ιδιαίτερη σύσταση στο αναγνωστικό κοινό (Λορεντζάτος, Διόσκουροι, 1997): ήταν κάποιος που «δεν ανήκε στην επίσημα (ή ανεπίσημα) καθιερωμένη διανόηση, στη λεγόμενη intelligentsia, που οι ακόλουθοί της επιδιώκουν τελικά ένα όνομα, μια φήμη, ή να διακριθούν στον κατάμεστο ανθρώπινο στίβο, αλλά στους ανθρώπους εκείνους που […] ζήτησαν μέσα στο σημερινό (αλλά και παντοτινό) αδιέξοδο να βρουν, στην κυριολεξία του όρου, ένα τρόπο ζωής. Γιατί αυτοί δεν ήξεραν πώς να ζήσουν μέσα στον κόσμο».

Ο ιδεώδης αυτός φίλος ήταν ο Δημήτριος Καπετανάκης. Έτσι τον βιογραφεί ο ανιψιός του, Ιωάννης Καπετανάκης, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας (τεύχος 448, 1946) που ακολούθησε το θάνατό του:

«Ὁ Δημήτριος Καπετανάκης γεννήθηκε στὴν Σμύρνη, στὶς 20 Ἰανουαρίου 1912. Ὁ πατέρας του, Ἀπόστολος, ἀπὸ τὴ Ζαγορὰ τοῦ Βόλου, ἦταν γιατρὸς στὴν Σμύρνη καὶ πέθανε ἀπὸ ἕλκος τὸν Μάϊο τοῦ 1922. Ἡ μητέρα του Ἀριάδνη ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ ἄντρα της στάθηκε ἄγρυπνη καὶ ἀφοσιωμένη στὴν ἀνατροφὴ τῶν τριῶν παιδιῶν της, στὸν Δήμη της ὅμως (ὅπως ἔλεγαν τὸν Δημήτριο οἱ συγγενεῖς του καὶ οἱ φίλοι του) εἶχε ἰδιαίτερη στοργὴ καὶ ἀγάπη.

»Ὁ Δήμης ἐπῆγε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ σχολεῖο σὲ ἡλικία 6 χρονῶν, στὴ Σμύρνη. Ἀπὸ τότε ἔδειξε τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν μελέτη. Ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ φωτιὰ τῆς Σμύρνης τὸ φθινόπωρο τοῦ 1922, ποὺ τὴν ἔζησε δεκατρεῖς ὁλόκληρες μέρες, μέρες γεμάτες ἀγωνία καὶ φόβους, φαίνεται πὼς ἐπίδρασαν πολὺ καὶ στὴν κατοπινή του ζωή. Τότε μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του ἔφυγε ἀπὸ τὴν Σμύρνη καὶ ἐγκαταστάθηκε ὁριστικὰ στὴν Ἀθήνα. Ἐκεῖ γράφτηκε στὴν Σχολὴ Κωνσταντινίδη μέχρι τὸ 1924 ὁπότε μεταγράφη στὸ Πρότυπο Κλασικὸ Γυμνάσιο (Βαρβάκειο), ὅπου καὶ ἐτελείωσε τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς μὲ γυμνασιάρχη καὶ καθηγητή του τὸν Δημήτριο Γουδῆ. Γράφτηκε στὴ Νομικὴ Σχολή, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ θέλῃ, ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ θείου του Νικολάου Καπετανάκη ποὺ τότε ἦταν ἐκπαιδευτικὸς σύμβουλος καὶ ποὺ ἔβλεπε στὸν Δήμη ἕναν δυνατὸ ρωμαντισμὸ γεμάτον ἰδέες ποὺ τὸν ἐφόβιζαν καὶ γι’ αὐτὸ ζητοῦσε νὰ τοῦ δώσῃ κάτι τὸ πιὸ θετικὸ γιὰ τὴ ζωή του. Στὴν Νομικὴ Σχολὴ ποὺ γράφτηκε παρακολούθησε μὲ ἐνθουσιασμὸ τὰ μαθήματα τοῦ Παναγιώτη Κανελλόπουλου καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου, ὑπῆρξε μέλος τοῦ “Φιλολογικοῦ κύκλου” τοῦ Ἰωάννου Συκουτρῆ, συνδέθηκε ἐπίσης μὲ τοὺς Ἰωάννη Θεοδωρακόπουλο καὶ Θεμιστοκλῆ Τσάτσο. Φίλοι του μέσα στὸ Πανεπιστήμιο ἦταν οἱ κ. Κ. Δεσποτόπουλος, Ν. Καράμπελας, Κ. Ζαΐμης, Τ. Παπαληγούρας καὶ Βασ. Λαούρδας. Στὸ φιλοσοφικὸ φροντιστήριο τῶν κ. Π. Κανελλόπουλου καὶ κ. Τσάτσου, στὸ κοινωνιολογικὸ φροντιστήριο τοῦ Π. Κανελλοπούλου καὶ στὸν “Φιλολογικὸ κύκλο” τοῦ Ἰωάννου Συκουτρῆ παρουσίασε πολλὲς ἐργασίες του καὶ ὅταν τελείωσε τὸ Πανεπιστήμιο καὶ ὅταν γύρισε ἀπὸ τὴ Γερμανία. Γιὰ τὴν Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν εἶχε ἑτοιμάσει τὴν μελέτη του “Ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τοῦ ψυχικῶς μόνου” ὡς διδακτορικὴ διατριβή, τοῦ συνεστήθη ὅμως νὰ μὴν τὴν ὑποβάλει, γιατὶ δὲν θεωρήθηκε ὡς εἰδικὰ ἐπιστημονική. Λίγο ἀργότερα ἔχασε, χάρις σὲ παρασκηνιακὲς ἐνέργειες, μιὰν ὑποτροφία.

»Τὸ 1934 ἔφυγε στὸ Heidelberg γιὰ νὰ σπουδάσει κοινωνιολογία, ποὺ τὴν εἶχε ἀγαπήσει πολὺ ἀπὸ τὰ μαθήματα τοῦ διδασκάλου του Π. Κανελλόπουλου. Ἐκεῖ συνδέθηκε μὲ λογοτεχνικοὺς καὶ φιλοσοφικοὺς κύκλους, ἰδιαιτέρως δὲ μὲ τὸν Karl Jaspers (ποὺ γιὰ χάρη τοῦ Ἕλληνα μαθητῆ του ἐπέτρεψε νὰ μεταφρασθεῖ Ἑλληνικά, προτοῦ κυκλοφορήσει Γερμανικά, ἕνα κεφάλαιο ἀπὸ τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν Nietzsche) καὶ μὲ τὸν Rudolf Fahrner, μαθητὴ τοῦ Jaspers. Στὸν Fahner ὁ Καπετανάκης ἀφιέρωσε τὴν μελέτη του “Μυθολογία τοῦ Ὡραίου”.

»Στὸ Heidelberg ἔμεινε τέσσερα ἑξάμηνα καὶ τελικὰ ἀναγορεύθηκε διδάκτωρ μὲ τὴν διατριβή του “Liebe und Zeit”.

»Γύρισε στὴν Ἀθήνα τὸν Αὔγουστο τοῦ 1936 καὶ ἔδωσε μιὰ σειρὰ μαθημάτων στὸν φιλολογικὸ σύλλογο “Ἀσκραῖος” γύρω ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴν ὑποστασιακὴ φιλοσοφία. Ὁ ἴδιος ἐπίσης ὠργάνωσε στὸν “Ἀσκραῖο” καὶ τὸ φιλολογικὸ μνημόσυνο τοῦ Ἰωάννου Συκουτρῆ, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1937, μὲ ὁμιλητὲς τοὺς κ. Μαρινάτο, Καραντώνη καὶ Τέλλον Ἄγρα.

»Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1939 ἡ Ἑλληνοαγγλικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ British Council (στὴν ὁποίαν συμμετεῖχε καὶ ὁ κ. Παντελῆς Πρεβελάκης) τὸν ἐξέλεξε ὡς πρῶτον ὑπότροφο γιὰ εὐρύτερες σπουδὲς στὴν Ἀγγλία, στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Cambridge. Ἐκεῖ, ἀφοῦ συνεπλήρωσε τριετία σπουδῶν, ἐργάστηκε στὸ γραφεῖο Τύπου τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας στὸ Λονδῖνο. Δημοσίευσε μελέτες καὶ ποιήματά του στὰ μεγαλύτερα φιλολογικὰ περιοδικὰ τῆς Ἀγγλίας, συνδέθηκε μὲ δεσμοὺς στενοὺς προσωπικῆς φιλίας μὲ τὸν John Lehmann, τὴν Edith Sitwell, τὸν William Plomer καὶ τὴν de Zoete, ἔδωσε δὲ ἀρκετὲς διαλέξεις σὲ κολλέγια καὶ σὲ Πανεπιστήμια γιὰ τὴν Ἑλλάδα.

»Μιὰ ὅμως ἀνίατη ἀρρώστια, ἡ λευχαιμία, ποὺ τὸν εἶχε προσβάλει ὕπουλα ἀπὸ τὸ 1942, ἔφερε τὸ θάνατό του σ’ ἕνα νοσοκομεῖο τοῦ Λονδίνου, τὴν 9η Μαρτίου 1944».

Ας φέρουμε τον Καπετανάκη στο σήμερα.

Προς τι αυτή η «μυθολόγηση ενός ωραίου του πνεύματος» (για να παραφράσουμε τον τίτλο ενός βασικού του δοκιμίου, γραμμένου στα αγγλικά, της «Μυθολογίας του Ωραίου»);

Ο Καπετανάκης, όπως θυμάται ο Κανελλόπουλος (Νέα Εστία, ό.π.) «όταν, στὰ 1939, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ πῆγε στὸ Καίμπριτζ, δὲν εἶχε ἀσχοληθεῖ μὲ τ’ ἀγγλικὰ παρὰ μόνο μερικοὺς μῆνες. Ὅταν, στὰ 1942, ξέφυγα ἀπὸ τὴν κατεχόμενη Ἑλλάδα, τὸν βρῆκα μεταμορφωμένο σὲ Ἄγγλο ποιητή. Τ’ ἀγγλικὰ εἶχαν γίνει ἡ γλῶσσα του. Ἦταν σὰ νὰ τὸν εἶχε ἡ ἀγγλικὴ γλῶσσα διαλέξει, σὰ νὰ εἶχε ἐκείνη τὴν ἀνάγκη του».

Ήταν αυτή η πνευματική υπερορία, και η τέλεια αφομοίωση και αφοσίωση σε μια ξένη γλώσσα, λόγος ικανός για έναν τόσο εντατικό θαυμασμό; Μάλλον όχι, παρ’ ότι το ποιητικό άλμα του νεαρού Καπετανάκη ξεπερνούσε σχεδόν τη φαντασία. Είχε μόλις (1934-35) γράψει στα ελληνικά σονέτα όπως το ακόλουθο ζεύγος:

1.

Καὶ Σοὔειπα μεθυσμένος ἀπ’ τὴ σκέψη
ποὺ ξάφνου φούντωσε – χαρά! – βαθειά μου
κι’ ἔχυνε κύματα μέσ’ στὴ μιλιά μου
περήφανα: – Ποτέ νὰ βασιλέψει

κι’ οὔτε στεφάνι ἀθάνατο νὰ δρέψει
θὰ μπόρειε Αὐτός, ἄν μέσα στὴ ματιά μου
δὲν καθρεφτίζονταν, καὶ στὴ λαλιά μου
δὲν σχηματίζονταν γιὰ κάθε βλέψη

τὸ θεῖο Σου κι’ ἡ θεία ἀποστολή Του:
τὸ σῶμα τοῦ μονάκριβου ΘΕΟΥ.
Στὰ σκότη θἄσβυνε τῆς φυλακῆς

τῆς ἄγνωστης οἰκτρά, κ’ ἡ δύναμή ΤΟΥ
θὰ χανόταν στοὺς τάφους τοῦ καιροῦ.
Μ’ ἄστραψα ΕΓΩ τοῦ ΘΕΙΟΥ Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ!

2.

Χαμένος πέφτω μὲ λυγμοὺς μπροστά ΣΟΥ:
– Δόξα! -φωνάζω- δόξα στὸ ΘΕΟ!
Νὰ λάμπει στὴν ἄχραντη τὴν ὡμορφιά Σου!

ΑΥΤΟΣ χαμογελᾶ μου στὴ ματιά Σου
καὶ τὴ λευκὴ τὴ σάρκα ΣΟΥ θωρῶ
τοῦ ἘΝΟΣ αὐτοῦ μονάκριβον ἀνθό:
Μοναδικὸ τραγοῦδι Του ἡ μιλιά Σου!

Μὲ τὴν περιπατησιά Σου ΑΥΤΟΣ χορεύει·
κ’ εἶν’ ἡ ψυχή Σου ὁ ΚΥΡΙΟΣ – ΑΥΤΟΣ
ποὺ μὲ διατάζει μπρός Σου νὰ λυγίσω.

Ἀπὸ τὴν ὕπαρξή μου – μοῦ γυρεύει
τὸ ΠΑΝ… Κ’ ἔτσι στὰ πόδια Σου χλωμὸς
τὸν ἑαυτὸ μου ὁλόκληρο θὰ χύσω.

Πώς μπορούσε στ’ αλήθεια ο ίδιος άνθρωπος –αυτός που έγραφε σ’ ένα ιδίωμα το οποίο είχε ξεπεράσει οριστικά ο Καρυωτάκης (Ελεγεία και Σάτιρες, 1927), πόσο μάλλον ο Σεφέρης (Στροφή, 1931), σονέτα ποιητικά «αραιωμένων» αλλά και τόσο επιτηδευμένων θεολογικών ανησυχιών– να καταφέρει να γράψει, μόλις πέντε-έξι χρόνια αργότερα, αγγλικά ποιήματα πλήρους στιχουργικής δεξιοτεχνίας και μεγάλης έντασης πάθους, ενίοτε μάλιστα κρυμμένης πίσω από μια τόσο αγγλοπρεπή μελαγχολική, παιχνιδιάρικη αλαφράδα – για παράδειγμα, το ακόλουθο (πρώτα στα αγγλικά):

Cambridge Bar Meditation

We shall not tell you where the well is hidden.

Cambridge is gay, but unseen courts atone.

The centre of the town is soil forbidden,

Allotted to the don who walks alone.

His rooms in college have a lovely view

And at his parties youth and sherry glitter;

But all he has to say is “How are you?”

The kernel of the mind is bitter, bitter.

The well of peace disturbs the peace of mind.

The friends are gone to London, yet our hearts

Stayed back to watch the pool of death, behind

Glasses of beer that mirror flying darts.

Να σημειώσω εδώ ότι τα σωζόμενα αγγλικά ποιήματα περιλαμβάνονται στον τόμο «Δημήτριος Καπετανάκης: Μυθολογία του Ωραίου», που εκδόθηκε στα ελληνικά από τον γνωστό εκδοτικό οίκο της δεύτερης γυναίκας του Philip Sherrard, της Denise Harvey, το 1988, με μεταφράσεις όλων των αγγλικών ποιημάτων από τους Νάνο Βαλαωρίτη και Μανόλη Μαρκάκη. Οι μεταφράσεις αυτές συνιστούν ένα αγγλιστί sacrilege – κανονική ιεροσυλία, στον βαθμό που απλώς μεταφέρουν το νόημα (κι αυτό όχι πάντα σωστά!) των λέξεων του αγγλικού πρωτοτύπου του Καπετανάκη, χωρίς καμία αίσθηση και έγνοια για την αυστηρή, περίτεχνη μορφή των ποιημάτων, με την ιδιοφυή τους ομοιοκαταληξία και τα ευλαβικώς τηρούμενα ιαμβικά στιχουργικά σχήματα (π.χ. εναλλαγή 8 και 6 ιαμβικών συλλαβών, με τον τρόπο της Emily Dickinson, ιδίως στο ποίημα που φέρει και ως τίτλο το όνομά της).

Αυτός ήταν και ένας από τους βασικούς λόγους για τη νέα αυτή επίσκεψη στο μαυσωλείο του «ιδεώδους νεκρού» Καπετανάκη: μια ακατανίκητη ανάγκη “to do him some poetic justice” (να του αποδώσω κάποιο βαθμό ποιητικής δικαιοσύνης), όπως μπορεί να έλεγε και ο ίδιος με τα κοφτερά αγγλικά του! Δε λέω ότι είναι εύκολο να μεταφερθεί η μορφή των ποιημάτων στα ελληνικά, ούτε ότι μπορεί αυτό να γίνει με εξασφαλισμένη την επιτυχία, όμως πιο τίμιο είναι να προσπαθήσει κανείς –κι ας αποτύχει–, παρά να επιλέξει να αγνοήσει επιδεικτικά την ποιητική μορφή.

Ιδού, λοιπόν, το πρώτο αυτό ποίημα, ξαναμεταφρασμένο τώρα, το 2019:

Στοχασμός μέσα σ’ ένα μπαρ του Κέιμπριτζ

Δεν θα σας πούμε πού είναι το πηγάδι, δεν το φανερώνουν.

Το Κέιμπριτζ χαίρεται αλλά το εξιλεώνουν

Οι μυστικές αυλές. Έδαφος απαγορευμένο

Το κέντρο πόλης, στον καθηγητή δοσμένο.

Τα κολλεγιακά του δώματα έχουν θέα,

Αστράφτουνε στα πάρτυ του το σέρυ κι η νεότης·

Όμως το μόνο που έχει αυτός να πει είναι «Τι νέα;»

Το κουκουτσάκι του μυαλού είναι η πικρότης.

Το πηγαδάκι της γαλήνης διαταράσσει τη γαλήνη του μυαλού.

Οι φίλοι είναι στο Λονδίνο, είναι αλλού,

Κι όμως εδώ έχουν μείνει οι καρδιές μας να παρατηρούν

Τη λιμνούλα του θανάτου μες στα μπιροπότηρα και τα βελάκια που πετούν.

Σίγουρα και εδώ (όπως και στα ελληνικά σονέτα) παρά όλο αυτό το αίσθημα που «χύνεται στην ξένη γλώσσα» (όπως θα ’λεγε κι ο Καβάφης), έχουμε μια κατά βάση «νεο-συντηρητική» ποιητική μορφή, η οποία στις αρχές της δεκαετίας του 1940 μοιάζει να ηχεί παράταιρα παλιομοδίτικη, τη στιγμή μάλιστα που η αγγλική ποίηση (αλλά και η ελληνική) έχει «σαρωθεί» –τουλάχιστον στους κύκλους των ανθρώπων του πνεύματος– από τον τυφώνα της μοντερνιστικής αποσπασματικότητας και «αμετρίας» του Έλιοτ, του Πάουντ και αρκετών άλλων.

Παρ’ όλη τη συντηρητική τους μορφή, τα αγγλικά ποιήματα του Καπετανάκη είναι κατορθωμένα – απρόσμενα αιχμηρά αλλά και περίτεχνα με τον «παλαιό τρόπο», εντελώς νέα αλλά και παλιά, μοντέρνα αλλά και αντιμοντέρνα. Το angst, η υπαρξιακή αγωνία για το «νόημα της ζωής», όπως την ανιχνεύει και ο Λορεντζάτος, συνδυάζονται με παραδοσιακές ποιητικές μορφές, με τον τρόπο του Baudelaire, της Dickinson, αλλά και του Καβάφη, που τόσο προσεκτικός κι εύστοχος ήτανε με τη χρήση και αυστηρότερων στιχουργικών μορφών.

Τα αγγλικά ποιήματα του Καπετανάκη τράβηξαν την προσοχή και αρκετών σημαντικών Άγγλων ποιητών και διανοουμένων: ο John Lehmann, μέλος του καλλιτεχνικού Bloomsbury group, εραστής του Quentin Bell (ανιψιού της Virginia Woolf), αργότερα διευθυντής του Hogarth Press (του πρωτοποριακού εκδοτικού οίκου των Woolf), συγγραφέας και κριτικός που εξέδιδε και το πολύ γνωστό περιοδικόNewWriting, όπου και δημοσίευσε τα πρώτα αγγλικά ποιήματα του Καπετανάκη, επιμελήθηκε τη μεταθανάτια έκδοση των γραπτών του Καπετανάκη, το 1947, στο Λονδίνο, υπό τον τίτλο DemetriusCapetanakis: AGreekPoetinEngland. Η φίλη του Lehmann, η εκκεντρική αριστοκράτις Edith Sitwell, ποιήτρια και performer της εποχής, επίσης πρόσεξε και επαίνεσε τον Καπετανάκη, γράφοντας ένα δοκίμιο φλογερού θαυμασμού στη μεταθανάτια έκδοση από τον Lehmann. Σε αυτό περιγράφει τη μορφική τελειότητα των ποιημάτων του Καπετανάκη εν συγκρίσει με πιο αδέξιους ποιητές όπως η Dickinson ή και ο A.E. Housman (!), λέγοντας χαρακτηριστικά: «Μεταχειριζότανε [ο Καπετανάκης] τα αγγλικά όπως ο Conrad, μονάχος μες στους ανθρώπους που δεν είχαν γεννηθεί σ’ αυτή τη γλώσσα, την μεταχειριζότανε με έμφυτη λεπτότητα, με φινέτσα και με τέλεια αντίληψη όλων των αποχρώσεων και των ποικιλιών της έννοιας. Το μυϊκό του σύστημα είχε συντονιστεί μ’ αυτήν και στα ποιήματά του τ’ αγγλικά οι μυς βρίσκονται σ’ απόλυτο έλεγχο και είναι ικανοί για κάθε προσπάθεια δύναμης και λεπτότητας» (το δοκίμιο περιλαμβάνεται μεταφρασμένο στην ελληνική έκδοση της Μυθολογίας του Ωραίου, ό.π., σ. 273-282).

Τσάτσος, Κανελλόπουλος, Λορεντζάτος, Lehmann, Sitwell, αλλά και πολύ αργότερα, στη δική μου γενιά, ο μείζων νεοελληνιστής του King’s College, David Ricks, ακόμα και ο νεότερος Δημήτρης Παπανικολάου (με άρθρο του το 2006, ByzantineandModernGreekStudies, 30: 2): Όλοι αυτοί τι θαυμάζουν; Θαυμάζουν και εν τέλει μυθοποιούν το ποιητικό κατόρθωμα στην ξένη γλώσσα, φτάνοντας σε εξιδανικευτικές εξάρσεις όπως αυτή της Sitwell;

Δεν νομίζω ότι ο μυθοποιητικός αυτός θαυμασμός είναι απλώς και μόνον η εξιδανίκευση ενός «ιδεώδη νέου των γραμμάτων», ο οποίος (όπως οι επίσης πρόωρα χαμένοι Σαραντάρης ή Rupert Brooke) ποτέ δεν εγέρασε. Ούτε είναι απλώς η πηγαία έκφραση θαυμασμού για το ποιητικό του τάλαντο που ανάβρυσε τόσο πλουσιοπάροχα αλλά και απρόσμενα στην ξένη γλώσσα. Ούτε βέβαια μπορεί ο θαυμασμός αυτός να εξηγηθεί αποκλειστικά ως ένα ομοερωτικό κλείσιμο του ματιού από κάποιους ομοίους του, «ανδρείους της ηδονής», «μυημένους και γνωστικούς», όπως ήταν οι Lehmann και Sitwell, αλλά και αρκετοί άλλοι στον κύκλο του Bloomsbury που δόξασε τον Καπετανάκη, όπως προτείνει ο Δημήτρης Παπανικολάου (ByzantineandModernGreekStudies, ό.π.), επιχειρώντας να δείξει τα αγγλικά αυτά ποιήματα ως ένα coming out του Καπετανάκη, όπου “Cambridge is gay”, «κι ἔτσι στὰ πόδια Σου χλωμὸς τὸν ἑαυτὸ μου ὁλόκληρο θὰ χύσω», όπως διαβάζουμε στα παραπάνω ποιήματα, ή και σε άλλα όπου, για παράδειγμα, εξυμνείται η μάλλον πολύ στενή ανδρική φιλία («Το δέντρο της φιλίας», μεταφρασμένο παρακάτω). Αυτά όλα μου φαίνονται only part of the story.

Γι’ αυτό σας προτείνω, ως υπόθεση εργασίας, να δούμε αυτόν τον υπερβάλλοντα θαυμασμό ως την εκδήλωση ενός πλέγματος αποικιοκρατικών μηχανισμών εν πλήρη λειτουργία. Πολύ συνοπτικά:

Οι Άγγλοι διανοούμενοι θαυμάζουν τον Greek poet in England, έναν Έλληνα θεό-ήρωα, «έναν θεό των» (κατά την καβαφική τυπολογία), που πεθαίνει νέος όπως ο Άδωνις, ο Ενδυμίων, ο Ακταίων και τόσοι άλλοι. «Κι όμως είχε το υψηλό κι ευγενικό πνεύμα Έλληνα ήρωα. Αυτό δεν θα χαθεί για μας», λέει η Sitwell. Δηλαδή καθιστούν όλοι αυτοί τον Καπετανάκη εξωτικό, τον εξωτικοποιούν, θαυμάζοντας την απίστευτη αγγλική του μετάλλαξη. Σα να λένε: «Τι υπέροχο κατόρθωμα, αντάξιο ενός θεού, να γράφει ένας Έλληνας σαν Άγγλος – Άγγλος μεν, (αλλά, και αεί) Έλληνας δε».

Οι Έλληνες, από την άλλη, θαυμάζουν και μυθοποιούν το υπερφυσικό σχεδόν άλμα προς την ξένη γλώσσα, τη φυγή προς τη Δύση και μάλιστα τη (μετ)εγκατάσταση στο κέντρο, στην καρδιά του Δυτικού πολιτισμού, όπου ο Καπετανάκης υπερβαίνει διαπαντός το φαινομενικά ανυπέρβλητο εμπόδιο της γλώσσας που μας καθιστά πάντοτε, ως Έλληνες, συμπλεγματικά περιθωριακούς, κατώτερους, subalterns, «υφιστάμενους εναλλακτικούς», κατά την τυπολογία της Spivak. Σα να λένε: «Δείτε πώς ο Καπετανάκης ξαναδίνει τα φώτα μας στους ξένους, δείτε πώς κατακτά και εκείνους, παίζοντας μάλιστα στο δικό τους γήπεδο, όπως “παίζουν κρίκετ οι οπαδοί σου” στην Κέρκυρα, με την ολύμπια άνεση και χάρη και sprezzatura (την κατά Castiglione «χαρίεσσα ευκολία») ενός πρώην υπηρέτη που έγινε πραγματικός αυλικός αριστοκράτης».

Και ο ίδιος ο Καπετανάκης; Ο ίδιος νομίζω πως κινείται από αντίστοιχους εν πλήρη λειτουργία μηχανισμούς, με τον εξής τρόπο: Έχοντας μεταβεί στην Αγγλία ως υπότροφος του Βρετανικού Συμβουλίου, άρα αποδεχόμενος την ελεητική «υπεροχή των», πασχίζει, βάζει τα δυνατά του ώστε να φανεί αντάξιος, να γίνει ένας από αυτούς, ισοϋψής, πρώην αποικιοκρατούμενος (με την Ελλάδα ως κρυπτο-αποικία), όπως ο Ινδός που γίνεται ο καλύτερος cricketer στον κόσμο και νικάει τους Άγγλους ακόμα και στο Oval (φημισμένο γήπεδο του cricket στην Αγγλία). Τι κάνει, άρα; Αποφασίζει να ανταγωνιστεί το αποικιακό κέντρο κάνοντας «πειράματα επίδειξης» (demonstration experiments στην –πάντα αγγλική!– γλώσσα των θετικών επιστημών), δηλαδή γράφοντας μια σειρά από κομψότατα, περίτεχνα ποιήματα παραδοσιακής στιχοποιίας, με ρίμες και κλασικούς αγγλικούς ιάμβους – ο ίαμβος ως θρίαμβος της πρώην αποικίας. Μ’ άλλα λόγια, δεν επιχειρεί να λάβει μέρος στο μοντερνιστικό ελιοτικό πείραμα όπως το μεταφυτεύει στην Ελλάδα ο Σεφέρης, ούτε στο υπερρεαλιστικό εκ Γαλλίας ξαδερφάκι του, όπως κάνουν οι κατά τούτο δυτικότροποι Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος και Ράντος. Γιατί δεν κάνει σαν αυτούς; Γιατί αυτός ζει πλέον στην Αγγλία και εκεί πρέπει πρώτα να κολλήσει ένσημα τεχνικής ικανότητας, να πάρει το παράσημο γλωσσικής επάρκειας – αργότερα, πολύ αργότερα (αν είχε ζήσει) θα είχε τον χρόνο και να υποσκάψει την τόσο λαμπρά κατακτημένη αγγλική του αρτιότητα, ως (πιθανός, αλλά καθυστερημένος) μοντερνιστής και μεταμοντερνιστής! Μια άλλη λύση ως προς τούτο προτείνει ο Ράντος-Καλαμάρης όταν εγκαθίσταται στην Αμερική: εγκαταλείπει την ποίηση και γίνεται, γράφοντας στην αγγλική, τεχνοκριτικός. Αποφεύγει έτσι την αναμέτρηση με την ποίηση – την εκδήλωση της υπέρτατης ικανότητας στην ξένη γλώσσα. Σα να λέει: «Κι εδώ που έφτασα λίγο δεν είναι» ή (με τα λόγια του Καπετανάκη, όπως τα αναφέρει η Sitwell) «ποίηση σημαίνει γλώσσα – τη βαθύτερη ουσία της γλώσσας» και άρα (θα συμπλήρωνε ο Ράντος) «δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τη βαθύτερη ουσία της ξένης γλώσσας – προτιμώ να μην το διακινδυνεύσω και άρα θα μείνω για πάντα safely foreign, ασφαλώς ξένος».

Η χαρακτηριστική αυτή στρατηγική του Καπετανάκη, η προσπάθειά του για αναγκαστική υιοθεσία (forced adoption) από την αγγλική μήτρα, εκδηλώνεται πλήρως με την υιοθέτηση εκ μέρους του των πιο υψηλών κανονιστικών ποιητικών προτύπων, με γλαφυρότερο παράδειγμα την ποιητικά ανταγωνιστική χειρονομία του προς τον Byron και την Dickinson – ο ανταγωνισμός ως ανάγκη για αναγνώριση. Αναφέρομαι στα ποιήματα “Emily Dickinson” (γραμμένο με τον στιχουργικό και εικονοπλαστικό τρόπο της Dickinson) και «Τα νησιά της Ελλάδος» (The Isles of Greece), κατά το πρότυπο του ομότιτλου ποιήματος του Byron, όπου, στην αυλή του πειρατή Λάμπρου –άρχοντα ενός ανώνυμου ελληνικού νησιού στο οποίο καταφεύγει ο Don Juan (Δον Ζουάν)– ο αυλικός ποιητής τραγουδά στους συνδαιτυμόνες τη μοίρα των υπόδουλων στους Οθωμανούς ελληνικών νησιών. Το ποίημα του Βύρωνα είναι τα λόγια ακριβώς του αυλικού ποιητή – ένα ποίημα μέσα στο ποίημα. Όπως ο Βύρων εξελληνίζεται (και πεθαίνει) στην Ελλάδα, έτσι και ο Καπετανάκης αγγλοποιείται (και επίσης πεθαίνει) στην Αγγλία. Μόνο που εκείνος έρχεται ως κατακτητής ποιητής και ποτέ δεν αποποιείται τη γλώσσα του, ενώ ο νυν Καπετανάκης στέλλεται ως ευγνώμων κατακτημένος, υπό τον όρο (όσο και αν αυτός δεν δηλώνεται ρητώς) να αποποιηθεί τη γλώσσα του (αν βέβαια θέλει να φτάσει να ανήκει πραγματικά στην ανώτερη κουλτούρα του κέντρου), γράφοντας «μέσα σε πόλεμο – φαντάσου, ποιήματα αγγλικά». (Η παράλληλη ανάγνωση των δύο «Νησιών», των Byron και Καπετανάκη, θα άξιζε μια ξεχωριστή μικρή δοκιμιακή πραγματεία – την αφήνω για άλλη, προσφορότερη στιγμή.)

Αυτός, συνοπτικά, είναι ένας πιθανός μηχανισμός που μπορεί να κάνει τον Καπετανάκη ενδιαφέρουσα περίπτωση – περίπτωση που να μας αφορά ακόμα.

Πριν από τα υπόλοιπα υπεσχημένα αγγλικά ποιήματα (σε ελληνική μετάφραση 2019), δεν νομίζω ότι υπάρχει καλύτερος τρόπος να μαζέψουμε το εκτεταμένο κουβάρι αυτής της μεταποικιακής υπόθεσης εργασίας από τα λόγια ενός άλλου subaltern που υιοθέτησε και υιοθετήθηκε τόσο ενθουσιωδώς από την (πεφωτισμένη πλέον) Δύση – του Παλαιστίνιου Edward W. Said, ο οποίος (γράφοντας πάντα στα αγγλικά) αναλύει στο βιβλίο του RepresentationoftheIntellectual(Αναπαραστάσεις του διανοούμενου, 1994) την κατάσταση της «πνευματικής εξορίας» και τη μοίρα των «εξόριστων διανοουμένων» ως «εκπατρισμένων και περιθωριακών» (“Intellectual Exile: Expatriates and Marginals”):

«Επιθυμώ να εστιάσω στους διανοούμενους οι οποίοι λόγω του εκπατρισμού τους δεν είναι σε θέση, ή ακόμα περισσότερο, δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν την όποια προσαρμογή, προτιμώντας αντ’ αυτού να παραμένουν εκτός της κοίτης, μη διευθετημένοι, μη εισδεδεγμένοι, αντιστεκόμενοι [outside the mainstream, unaccommodated, unco-opted, resistant]… Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η υπερορία [exile] δεν παράγει και θαύματα προσαρμογής [marvelsofadjustment] (η υπογράμμιση δική μου)».

Ιδού τα υπόλοιπα ποιήματα:

Η γη του φόβου

Από αυτή τη γη του φόβου τη θανατερή

Πριν φύγουμε για χώρες που η αστυνομία φρουρεί,

Όπου τα σπίτια είναι σπίτια, εσύ είσαι εσύ, κι εδώ είναι εδώ,

Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι πήραμε αυτό

Που προκαλεί την όλη υποψία ότι μας κάνει σήμα

Κάτι σημαντικό κρυμμένο πάντοτε παντού, σε κάθε βήμα.

Γιατί θα ’μασταν όλοι καταδικασμένοι

Αν ο Θεός μάς έδινε για δώρο τα δικά του χείλια και μαλλιά

Κι εμείς δεν ήμασταν τόσο υποψιασμένοι

Αλλά ξοδεύαμε μια νύχτα έρωτα με την αιωνιότητα αγκαλιά

Πιστεύοντας ότι η αγκαλιά αυτή και το φιλί μας θα χαθεί

Όταν πρωί-πρωί σερβίρεται ο δίσκος με το tea.

Άβελ

Στον αδερφό μου Κάιν, τον πληγωμένο, άρεσε πολύ

Να κάθεται μαζί μου, ώμο με ώμο, δίπλα στο νερό

Καθρέφτη της ζωής ή του θανάτου, μες στο σινεμά στο ημί-

φως από τις σκηνές ειρήνης πριν το μακελειό.

Του άρεσε να μου μιλά. Με πρόθυμη φωνή

Ψιθύριζε το αίνιγμα μιας δίψας ματωμένης,

Ή με ικέτευε, «μην κάνεις την οριστική επιλογή

Πριν να τα πούμε οι δυο μας – να με περιμένεις».

Κι έπειτα διάλεξε για μένα οδύνη οριστική.

Δε μέμφομαι τη φύση του – είναι αδερφός·

Ούτε αυτό που λέμε εποχή: η αγάπη μας ήτανε εθελοντική,

Η ίδια θα ’τανε σε κάθε εποχή· μα πιο πολύ, ακριβώς,

Την άχρονη αμφισημία αυτής της μοίρας

Που βγάζει θάνατο απ’ τη ζωή κι απ’ την αγάπη μίσος.

Το αίμα μου ρέει στο δωμάτιο και μου κρατάει το ίσο:

«Εγώ είμαι ο αδερφός μου, ανοίγοντας τη θύρα!».

EmilyDickinson

Ίσταμαι σαν τον έρημο ναό

Που ολωσδιόλου προτιμάει

Να ήταν κήπος με πουλάκι χοροπηδηχτό

Ή μέλισσα που ζουζουνάει.

Δε θέλησα καθόλου την αιωνιότητα,

Μονάχα λίγο ακόμα χρόνο:

Στο ευπρεπισμένο κεφαλάκι της αγνότητας

Ηχούν της τρέλας οι καμπάνες μόνο.

Το άσμα τους γεννάει μια μέλισσα σαν τέρας

Με γενειάδα και με μάτια φλέγοντα.

Κι αν δεν έχουν το μέγεθος του εν ουρανοίς Πατέρα,

Είναι κι οι μέλισσες εξίσου αλλόκοτα όντα.

Οι νύχτες μου είναι τσίρκο στοιχειωμένο

Όπου θανατηφόρα τέρατα εκτελούν

Το κόλπο με το σώμα της αιωνιότητας μαχαιρωμένο,

τον θρίαμβο του σκουληκιού.

Κι ενώ μες στης αγάπης τους γόνιμους αγρούς

Μοχθούν οι εργατικοί αγρότες επί τόπου,

Οι μέρες οι δικές μου επωάζουν στοχασμούς

Πάνω στο νόημα της ράβδου και τη μοίρα του ανθρώπου.

Μάταια είναι όμως η σκέψη. Πού να βρεις

Το νόημα ανόητων τεράτων;

Του έκλεισα την πόρτα, τη νύχτα της οργής,

Και μοχθηρό Τον είπα πάνω-κάτω.

Κι έτσι Τον έχασα, ας όψονται οι μέλισσες,

Κι Εκείνος μ’ έχασε, ας όψεται το τέρας.

Ω, πώς της λογικής οι αρθρώσεις τρίζουνε

μες στις αρπάγες ενός κόσμου δίχως πέρας.

Απέραντη ίσταμαι σαν τον ναό

Που δεν έχει είσοδο για το Θεό,

Ενώ μες στους αγρούς αργά καρποφορούν

Αγάπες όπου αγρότες ανίδεοι μοχθούν.

Τα νησιά της Ελλάδος

Ο ήλιος δεν μας αγαπά ερωτικά,

Ούτε κι οι θάλασσες οι οξειδωτικές·

Όμως κι οι δυο με οικειότητα βαθιά

Καίνε τις σάρκες μας που ήδη είναι ξερές.

Γλώσσες γλυφού θανάτου επιμένουν,

Πυκνά φίδια φωτιάς

Ελίσσονται, σφυρίζουν και ραγίζουν

Τον Μύθο λύρας άδουσας.

Βοήθεια φωνάζει η κονισαλέα συκιά,

Φίδι φονεύουνε δυο χωρικοί,

Ενώ στην πέτρινη καρδιά μας οι θεοί

Μαρμάρινοι σιωπούν και σπαν.

Εις τους αιώνας των αιώνων η αγάπη μας

Έγινε στείρος πυρετός,

Σε πυρακτώνει σα να ήσουν μάρτυρας

Υπέρ το δέον όμορφος.

Όταν όμως οι ίπποι της φωτιάς

Κάνουνε τον Απόλλωνα να ξεπεζέψει,

Να ξαποστάσει εδώ, μας λέει μια σκέψη:

Ότι το κάλλος δεν μετρά.

Το δέντρο της φιλίας

Κάτω απ’ του ήλιου τη ματιά ένα μεσημέρι σμίγουμε,

Ματιά τραχιά που κάνει το κακό και το καλό να μοιάζουν.

Τα μέλη μας θαμπώνουν και για να ξεφύγουμε

Λούζουμε την αγάπη μας στο αίμα· οι ψυχές μας νύχτα ζουν.

Συμμέτοχοι στο έγκλημα κι αδέρφια στην οδύνη

Με μίσος τρέμοντας, τραντάζουμε την πόρτα του θανάτου,

Όμως δεν μας ανοίγουνε, κανένας μας δεν έχει πού να μείνει,

Μήπως μπορέσει από το φως αυτό το αλόγιστο μακριά, να καταφύγει κάπου.

Δεν έχουμε άλλη διέξοδο απ’ τη φιλονικία· μαλώνουμε

Για τα αιματοβαμμένα θραύσματα μιας σκέψης που γεννά

Κανείς στα βάθη ενός κινδύνου που πληρώνεται ακριβά,

Ώσπου στο τέλος βρίσκουμε τη δύναμη και πνίγουμε

Μες στης φιλίας μας το δέντρο όλη τη γνώση που γλιστρά

Και μεγαλώνουμε ο ένας μες στον άλλο, τόσο ελεύθερα όσο και τυφλά.

Σχολιάστε