Το εγχείρημα επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ

Vana Manasiadis, ποιήματα

Μετάφραση: Λένα Καλλέργη

ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΑΗΤΤΗΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Αγαπητή Νάταλι, όταν το άρχισα αυτό, έγραψα για το δερμάτινο

μπουφάν του Τζιν, για το απίστευτο κάπνισμά του. Αν δεν είπα

κάτι για τον ελαφρώς αιχμηρό τρόπο σου, σκόπευα να το

κάνω, και οπωσδήποτε ανέφερα τα διάφορα υπνοδωμάτιά σου, όπως

εκείνο το πρώτο στην οδό Άρο, ένα παράρτημα στην πίσω

μεριά, πριν χρόνια ήταν τουαλέτα, και εκεί μέσα μού έβαλες ν’ ακούσω

για πρώτη φορά Στίβι Νικς και μου έδειξες τον κατοικίδιό σου αρουραίο

να σκαρφαλώνει μέσα από πουκάμισα για να φτάσει γύρω στον λαιμό σου.

……………………………………………………………………………………

Οι Αντισυμβατικοί Άνθρωποι της Κοιλάδας του Άρο Δεν Ντρέπονται Καθόλου

Διαφόρων, 1963-2013

να είναι η έμπνευση για ένα βιβλίο όπου ο ένας είναι ίσος με τον άλλον

όπου δεν υπάρχουν εγκληματίες, επίσημοι ή εξουσία Η γυναίκα

αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της; Στα 1920 συνέβη μια φωτιά

που λέγεται ότι πήρε τη ζωή μιας Μαορί υπηρέτριας Ένας καθρέφτης πέταξε

κατά μήκος του δωματίου έσπασε πάνω στην πόρτα μετά τα κομμάτια γλίστρησαν αργά

στο πάτωμα η μεγαλύτερη συλλογή από αναλλοίωτα σπίτια της εργατικής τάξης

κρεμάμενες ανοιχτές πόρτες και υγρά μουχλιασμένα δωμάτια όπου γυαλί από σπασμένα

παράθυρα τρίζει κάτω από το πέλμα Κρεμάμενες σκάλες όπου τα πιο πολλά σκαλιά

έχουν σαπίσει

Μετά, ο αρουραίος έγινε γάτα, και το εξωτερικό παράρτημα ένα

διαμέρισμα στο Νιούταουν, όπου επέστρεψες μια μέρα και βρήκες την Ο –

πληγωμένη θανάσιμα. Έτσι, άφησες τα μαλλιά σου να μπερδευτούν

αχτένιστα, μέχρι τη νύχτα που πήρα μια βούρτσα και ξόδεψα ώρες να

ξεμπλέκω κάθε κόμπο, και γέμισα τη μοκέτα σπασμένες τρίχες.

Ήταν πάντα αργά όταν περπατούσα για το σπίτι στο Μπερχάμπορ,

περνώντας το κατασκότεινο πάρκο, αν και μερικές φορές ερχόσουν

μαζί μου μέχρι τα μισά του δρόμου οπότε έπρεπε να σε γυρίσω πίσω. Και

ήταν σ’ αυτό το διαμέρισμα, στα γενέθλιά σου, που ένευσα

κάτι στη Λίβια σαν πάρε τον έλεγχο, και είδα τον Μίλερ να βλέπει

αυτή την ιδιοκτησιακή στάση μου (την τόσο γρήγορη

έκθεση), και από εκεί το ότι συναντήσαμε τον Τζιν σταμάτησε

στο γήπεδο, όταν καθίσαμε οι τρεις μας στο χορτάρι

…………………………………………………………………………………

Κατεδάφιση του Μίλαρντ Σταντ στο Αθλητικό Πάρκο

Ρος Γκίμπλιν, 16 Φεβρουαρίου 2000, Φωτογραφία

Αλλά πριν από αυτό πέτρινη πρόσοψη τρεις ίντσες παχιά

Ένα νήμα (ο νόμος των αντιθέσεων) και αριθμοί μόνοι

(ο νόμος της αρίθμησης) 1 8 9 6:1 9 9 6 Πέρνα τον δρόμο

κάνε τον σταυρό σου φύγε μακριά από τα τέρατα που παραμονεύουν

από τον άντρα που σταμάτησε στην άκρη και προτείνει: μην είσαι σίγουρος

μην είσαι ξεκάθαρος γι’ αυτό το κτίσμα που κρέμεται από μια κλωστή

οβάλ στο κέντρο μέχρι που εκείνος, ως συνήθως, απομακρύνθηκε.

Τα φώτα του γηπέδου δεν ήταν ποτέ αναμμένα, ο ζωολογικός κήπος ήταν

υπερβολικά κοντά, κι έτσι μετακόμισες ξανά, και πίσω στην οδό Άρο,

ακριβώς πάνω σε μια πλαγιά όπου δεν πήγαινα τόσο συχνά, θυμάμαι

μόνο την μπλε μαβιά κουζίνα σου και την επιστροφή μια φορά

από το παλιό μπαρ Μποντέγκα, το μεθύσι, ν’ ακούω ότι μ’ αγαπάς.

(Και να το λέω στον Τζιν την επόμενη μέρα, να το χρησιμοποιώ σαν όπλο

για να τον γκρεμίσω.) Λοιπόν, θα ξέρεις ότι μέχρι τη στιγμή που πια

κατοικούσες σ’ εκείνο το χλωμό, εκατονταετές σπίτι, όπου τον

περισσότερο καιρό κοιμόσουν, σχεδόν τα πάντα είχαν τελειώσει. Όπως

και η βεβαιότητα του φωτός μετά τα νέα ότι υποατομικά

σωματίδια βρέθηκαν να ταξιδεύουν με ταχύτητα διπλάσια από τη δική του

…………………………………………………………………………………………

«Το Χρώμα των Βασιλέων»

The New York Times, 9 Οκτωβρίου 2013

Υποβραγχιώδης αδένας μαλακό και λουλακί όργανο Murex brandaris

νόμισμα θαλάσσιου σαλιγκαριού πιεσμένο μέσα στα παρκέ πλούσιων αποίκων

υφασμένο σε σημαίες κλεμμένο από σαρκοφάγους ροζ ίνες

χωρίζοντας τρίχες (εραστών συζύγων) Λοιπόν, ας εστιάσουμε στις φεμινίστριες

στις Αμαζόνες και στις βασίλισσες η Κλεοπάτρα πετούσε με μπλε πανιά

η Ζηνοβία ντύθηκε κατάλληλα για εκτέλεση Φτιάξαμε τσάι και ιδιαιτερότητα

& φόρεσα μωβ τη δεύτερη χρονιά του πένθους

και τώρα αυτό αλλάζει τα πάντα. Γιατί αν το φως δεν είναι

μπροστά, στο μακρύτερο σημείο, τότε η ζωή δεν πηγαίνει

προς σουπερνόβα αλλά προς μαύρο λάκκο, και τι θα είχε απογίνει

το Λαμπερό Αγόρι, που κάθισε απέναντί μου στη βιβλιοθήκη,

με δέρμα αμετάβλητο σαν τον υδράργυρο; Ή ο Τζιν που κοιτούσε

φωτογραφίες γλυπτών όπως Η Πτήση; Χθες, η αδελφή μου, ανιψιός

μου, μπήκαν σ’ ένα αεροπλάνο και σήμερα η Μαμά θρηνεί

τη φυγή τους· τον ερχομό των τομών και της χημειοθεραπείας

που μ’ αυτά θα περάσει χρόνο όσο θα λείπουν. Επειδή εγώ

ξέρω, ξέρω, ο πατέρας του Τζιν είχε πεθάνει πριν χρόνια, και

η μαμά σου δεν σε εντυπωσίαζε και πολύ, και η δική μου,

τότε, ήταν απασχολημένη να τραβά τις κουρτίνες στις εκρήξεις

Φυγή από την Πομπηία

Τζοβάνι Μαρία Μπενζόνι, 1873, μάρμαρο

Βικτωριανό σε ελληνορωμαϊκό στιλ σαν σε ύφασμα που πέφτει

πάνω από δέρμα οπίου ή πρόσωπα ανέκφραστα αλλά σε κίνηση

Θα επιζήσουν, άραγε, από την έκρηξη (λάβα στους χιτώνες kahu

τραβηγμένους ψηλά για τη στάχτη); Πατούν

θραύσματα νομίσματα & θειικά ψωμιά φτιάχνουν της απόδρασης

τον δρόμο μπροστά του Φιορέλι επαναστάτη-καλλιτέχνη-αρχαιολόγου

αναβιωτή με τάση στα μοσχεύματα Εκείνος θα σας κλείσει

πολίτες της κοιλάδας είτε προστατεύετε είτε φεύγετε

φίλων, όπως εσύ, με σκουλαρίκια στις μύτες τους.

Καλωδίωση, επανακαλωδίωση: μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πεις γιατί

εξετάζω τις βίντατζ λεπτομέρειες των διαμερισμάτων σου; Επειδή

από την άκρη αυτού του βορινού νησιού, όπου τα ενοικιαζόμενα

είναι καλυμμένα με σανίδες και η πιτσαρία έχει κατεδαφιστεί, το να

πας μπροστά μοιάζει περισσότερο με πίσω· και σκέφτομαι το

πάρκο στο τέρμα της οδού Χόλογουεϊ, στην πτυχή της κοιλάδας

Άρο, την κρυψώνα του ρυακιού Γουαϊμαπίχι· την ψυχή

όπως λέμε ψίχα, ή ψυχανθές όπως λέμε ψυχούλα ή μόνος ή εξαιρετικός·

τον σολιψισμό των υγρών καρδιών μας εκτεθειμένων σαν να ήταν

πλήρως μεγαλωμένες, αλλά πράσινες, και νικηφόρες χωρίς μητέρα και ματαιόδοξες·

το άνοιγμα, παλάμη, ενός χεριού το πλάτος μήκος του χρόνου (δικό σου,

του Τζιν, ή δικό μου), όταν αντέχαμε τη σοβαρότητα της

αγάπης και ήμασταν ακόμη αθάνατοι.

………………………………………………………………………………………………

«Ρυάκι Θαμμένο, μα Όχι Ξεχασμένο»

The Dominion Post, 5 Απριλίου 2013

Η Γουαϊμαπίχι κάποτε πλενόταν εδώ Νερένιο στολίδι του ρυακιού

όταν ήταν ρυάκι & όχι δρόμος & όχι βενζινάδικο

δηλαδή στην Αναγέννηση όταν ο Κος Μποτιτσέλι ζωγράφιζε τα κελύφη του

από χτένια & την Αφροδίτη pectinidae Simonetta που ήταν κατά κοινή ομολογία

ένα mapihi maurea αντικείμενο λατρείας ή διακοσμητική ζώνη

υφασμένη στο στυλ των κοχυλιών τίγρη Μέτρα τα επείγοντα από κύτη

& ποταμάκια & εκσκαφείς (αποφάγια φλούδες και εξωσκελετούς) Γωνία

Γουαϊμαπίχι το άγαλμα και το ρυάκι σκιαγραφημένα στο προαύλιο με μπλε

H μετάφραση αποτελεί την πρώτη ενότητα του βιβλίου:

The Grief Almanac: a sequel [Ημερολόγιο Θλίψης: Η Συνέχεια] (Wellington: Seraph Press, 2019)

…………………………….

Ο κύκλος αυτός είναι γεμάτος τρύπες

(Για το Ημερολόγιο Θλίψης: Η Συνέχεια)

Η μητέρα μου ήταν μετανάστης και μας μεγάλωσε μόνη, πράγμα που την περιόριζε οικονομικά, πνευματικά και γεωγραφικά, και την έκανε να αισθάνεται τη διαφορετικότητά της κάθε στιγμή. Ήταν εξαιρετικά καλλιεργημένη, ήταν και η ίδια συγγραφέας, αλλά στην εποχή προ ίντερνετ δεν είχε πρόσβαση σε κείμενα στην ελληνική γλώσσα στη Νέα Ζηλανδία. Ουσιαστικά αποκόπηκε από τον εαυτό της, έχασε την ταυτότητά της. Και επειδή παντρεύτηκε έναν Νεοζηλανδό δεν είχε την σχέση που θα ήθελε με την ελληνική κοινότητα στο Γουέλινγκτον – οι συγγενείς της είχαν όλοι κάνει γάμους μεταξύ Ελλήνων και ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην κουλτούρα της Νέας Ζηλανδίας εκτός των τειχών της κοινότητας. Αυτή η καχυποψία απέναντι στην ετερότητα είναι επικίνδυνη, οι ρίζες του ρατσισμού μπορεί να μας εκπλήξουν. Ως παιδιά, εγώ και η αδελφή μου εισπράξαμε τη μεγαλύτερη προκατάληψη από μέλη της ελληνικής κοινότητας του Γουέλινγκτον, παρά την ταυτότητά μας, την τέλεια γνώση της γλώσσας, την ελληνική οικογενειακή μας ιστορία. Τα κριτήρια για την ένταξη έλειπαν: δεν μοιάζαμε στερεοτυπικά Ελληνίδες. Είναι πολύ παράξενο αλλά φανερώνει και τα βαθιά τραύματα και την επιθυμία για πατρίδα και ταυτότητα που ενσαρκώνουν τη μεταναστευτική εμπειρία, ακόμα και γενιές μετά την αρχική μετανάστευση. Υπάρχει τραύμα σε αυτό και εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Το παιχνίδι αυτό ανάμεσα στον αποκλεισμό και την ένταξη είναι περίπλοκο και διαρκές. Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω σε εικόνες μετατόπισης και επανεφεύρεσης στη δουλειά μου. Προσπαθώ να συγκολλήσω τα κομμάτια, χρησιμοποιώντας παρενθέσεις, συγχωνεύοντας ημερομηνίες και υπονοώντας κενά. Με ενδιαφέρει πάντα το πορώδες και ο χώρος μιας αβεβαιότητας ή επισφάλειας. Αντιπαθώ την ιδέα των κατηγοριών στη γραφή (άλλωστε το πρώτο μου βιβλίο έχει μπει σε καταλόγους βιβλιοθηκών είτε ως πεζό σε μικρή φόρμα είτε ως ποίηση). Το πιο πρόσφατο βιβλίο μου το ονομάζω «μια συνέχεια» εξαιτίας των αναφορών του σε προηγούμενες δουλειές. Παρ’ όλα αυτά ο προσδιορισμός δεν είναι εύκολος. Ο παππούς μου έφτασε από τη Σμύρνη στην Αθήνα πρόσφυγας το 1922, οι πρόσφυγες σήμερα βρίσκονται στις ίδιες τρομακτικές και αφιλόξενες συνθήκες. Υπάρχει κάτι συνεχές στο οποίο όλοι ανήκουμε. Ίσως η αναχώρηση και η επιστροφή στην πατρίδα είναι σημεία ενός κύκλου παρά ευθεία γραμμή. Και ο κύκλος αυτός είναι γεμάτος τρύπες.

Ήθελα να πω μια ιστορία μνήμης και απώλειας, αποπροσανατολισμού και χωρισμού στο The Grief Almanac και αυτό οδήγησε σε πολλές παράλληλες δραστηριότητες: την οδύνη που προσπαθούσα να αφηγηθώ σε ένα είδος ημερολογίου, τη διερώτηση που πήρε τη μορφή δοκιμίου, μια εμμονική καταλογογράφηση τεκμηρίων που αποσκοπούσε να καταγράψει τις πολλαπλές απώλειες. Και όλα αυτά μαζί ήταν μια απόπειρα να κατανοήσω τα γράμματα που έγραφα κατά την διάρκεια του χρόνου που ακολούθησε τον θάνατο της μητέρας μου. ‘Ήταν απελπισμένα. Έπρεπε να βρω τους πρόσθετους χώρους της παρουσίας, της απουσίας και της γλώσσας για να μπορέσω να διαχειριστώ αυτό το πένθος.

Στην περίπτωση της ενότητας Στρώματα αήττητων σωμάτων’ ένα γράμμα προς έναν παλιό φίλο γίνεται ένα αρχείο εντυπώσεων και αποκρίσεων σε μια σειρά από καλλιτεχνικά τεκμήρια (φωτογραφίες, άρθρα κλπ) που μπορεί να λειτουργούν -ή όχι-ως επεξηγηματικές σημειώσεις ή σχόλια. Αυτά τα τεκμήρια χαρτογραφούν οικείους τόπους-τις πορώδεις αρχαιολογικές στιβάδες τους- όπως και τις πολιτικές συνθήκες ή τους προβληματισμούς τους, όπως αναφαίνονται σε νοητικές μορφές (ιστορία, τέχνη, ανθρωπολογία). Όμως χωρίς να είναι διακριτά μεταξύ τους. Μαζί, τα παράλληλα κείμενα προτείνουν μια σχέση, ή τουλάχιστον την αναπόφευκτη συνύπαρξη (κολάζ).

Εντωμεταξύ, ήταν στις προθέσεις μου να υπάρχει αβεβαιότητα για το ποια κείμενα ήταν η πρωτότυπη γραφή και ποια ήταν η παρένθεση. Ποια το ‘εξωτερικό’ και ποια το ‘εσωτερικό’. Με ενδιέφεραν έννοιες όπως ο διάλογος και η επαφή και η δύναμη έλξης απώθησης της οικειότητας και του χώρου. Οπότε τα τεκμήρια είτε θολώνουν την αφήγηση, είτε λειτουργούν για να προσδέσουν εμάς τους θρηνούντες στην υλικότητα. Κρύβουν, ή μας κρατούν.

Ή ίσως όλα μαζί, γράμματα, τεκμήρια, εντυπώσεις, υπάρχουν απλώς για να επινοήσουν τον δρόμο. Η ιδέα του περάσματος-ή των περασμάτων- είναι σημαντική και στα δύο βιβλία μου. Η μητέρα μου ζούσε όταν οραματίστηκα μια φανταστική πλεύση προς την πατρίδα για αυτήν, στο πρώτο βιβλίο. Στο δεύτερο, είχα ανάγκη να της παραδώσω το πραγματικό της πέρασμα, το μάνα* του-και ο μόνος τρόπος που μπορούσα να το κατορθώσω ήταν μέσα από μια σύνθεση πολλών θραυσμάτων.

Το TheGriefAlmanac είναι γεμάτο πλούτο και ευφυΐα, με μια υφή που μου φαίνεται σαν πολύπλοκη συμφωνική μουσική. Η Μανασιάδη βουτά, από έναν Νεοζηλανδέζικο κόσμο αστικών δρόμων ή δασών σε θρύλους που ο Αγγλόφωνος κόσμος έχει θεωρήσει δικούς του, αλλά που η συγκεκριμένη δουλειά μας θυμίζει ότι είναι βαθιά και ουσιαστικά Ελληνικοί, και ανήκουν σε εκείνο το τοπίο με μια δύναμη που διαχέεται μέσα στην κίνηση της μετάβασης. ( Fiona Farrell)

(Μετφρ. Κατερίνα Ηλιοπούλου)

* mana, στην γλώσσα των Μαορί είναι μια λέξη στην οποία αποδίδεται μια ολόκληρη σειρά συναφών εννοιών, ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται. Εδώ θα μπορούσαμε να την ερμηνεύσουμε ως πνευματική ενέργεια.

Η Βάνα Μανασιάδη είναι Ελληνίδα ποιήτρια δεύτερης γενιάς μεταναστών. Η πρώτη συλλογή της είναι το Ithaca Island Bay Leaves: A Mythistorima (2009), ενώ η δεύτερη The Grief Almanac: a sequel (Wellington: Seraph Press, 2019) παρουσιάστηκε στο Auckland Writers Festival. Σε αυτήν πειραματίζεται με το υβρίδιο, τον πλουραλισμό και την αλλαγή κώδικα μεταξύ ελληνικών και αγγλικών. Είναι συν-επιμελήτρια για το Seraph Press Poetry-in-Translation Chapbook Series, ενώ έχει επιμεληθεί και μεταφράσει το βιβλίο Ναυάγια/Καταφύγια: Shipwrecks/Shelters:Six Contemporary Greek Poets (2016) και συνεπιμεληθεί το Tatai Whetu: Seven Mãori Women Poets in Translation (2018). Θεωρεί πατρίδα της το Te Whanganui-a-Tara Wellington, καθώς και την Αθήνα, την Κρήτη και την Μπολόνια. Ζει στο Tãmaki Makaurau Auckland, όπου διδάσκει δημιουργική γραφή στο AUT, Auckland University of Technology.

Σχολιάστε